Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα θαλάσσια πάρκα της Τουρκίας προσκρούουν διττά στο Διεθνές Δίκαιο

Του Χρήστου Ροζάκη

Το Διεθνές Δίκαιο δεν κάνει δεκτά τα θαλάσσια πάρκα εκτός της αιγιαλίτιδας ζώνης, αφού έχουν συνέπειες για την ελευθερία των θαλασσών, και συνεπώς οι ενέργειές της προσκρούουν στην ύπατη αυτή αρχή του Διεθνούς Δικαίου

Η πρόσφατη ενέργεια της Τουρκίας να εκδώσει Προεδρικά Διατάγματα με τα οποία κηρύσσει περιοχές ως θαλάσσια πάρκα αποτελεί μια ακόμα σοβαρή παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου. Πρόκειται για μια περιοχή του Ανατολικού Αιγαίου και μια περιοχή νότια του Καστελλορίζου.

Στην πρώτη περίπτωση περιλαμβάνει μια έκταση που ξεκινάει από τον Εβρο και συνεχίζεται τόσο στην ανοιχτή θάλασσα όσο και στην αιγιαλίτιδα ζώνη του νησιού Ιμβρος, για να καταλήξει στην ανατολική αιγιαλίτιδα ζώνη της Χερσονήσου της Καλλίπολης.

Στη δεύτερη ξεκινάει από τα νοτιοανατολικά παράλια της ηπειρωτικής Τουρκίας και εκτείνεται έως βαθιά στην Ανατολική Μεσόγειο, περικυκλώνοντας ουσιαστικά το Καστελλόριζο. Στην πράξη, πραγματοποιεί τμηματικά το σχέδιο της «Γαλάζιας Πατρίδας», που για καιρό το επεξεργάζεται.

Τα θαλάσσια πάρκα αποτελούν έναν νεωτερισμό στο Δίκαιο της Θάλασσας που αποσκοπεί στην προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος από τη ρύπανση και τη μόλυνση που προέρχονται από ανθρώπινες δραστηριότητες. Συνήθως καλύπτει περιοχές σπάνιου ενάλιου πλούτου, που όμως βρίσκονται εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης του παράκτιου κράτους.

Το Διεθνές Δίκαιο, δε, δίνει, με τα θαλάσσια πάρκα, μια ακόμα ζώνη δικαιοδοσίας που να αφαιρεί χώρο από την ανοιχτή θάλασσα και τη συνεπαγόμενη ελευθερία των θαλασσών. Και μάλιστα μέσω μιας μονομερούς ενέργειας, που αψηφά δικαιώματα παρακείμενων σε αυτά παράκτιων κρατών.

Γιατί η Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας προνοεί για την προστασία του περιβάλλοντος στις περιοχές εκτός της εθνικής δικαιοδοσίας, αλλά, ταυτόχρονα, προβλέπει τη συνεργασία όλων των ενδιαφερόμενων κρατών για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Η αποφυγή μεμονωμένων, μονομερών ενεργειών για εγκατάσταση ζωνών, που προβλέπονται από το Δίκαιο, αποτελεί ευαγγέλιο για το σύγχρονο Δίκαιο της Θάλασσας. Σε όλες τις περιοχές του υγρού στοιχείου όπου η στενότητα του χώρου το απαιτεί.

Με άλλα λόγια, οι ενέργειες της Τουρκίας προσκρούουν διττά στο Διεθνές Δίκαιο. Τόσο γιατί το Διεθνές Δίκαιο δεν κάνει δεκτά τα θαλάσσια πάρκα εκτός της αιγιαλίτιδας ζώνης, αφού έχουν συνέπειες για την ελευθερία των θαλασσών, και συνεπώς οι ενέργειές της προσκρούουν στην ύπατη αυτή αρχή του Διεθνούς Δικαίου, όσο και γιατί, αν arguendo αποτελεί μια θεμιτή ενέργεια για χάρη της προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος, προσκρούει στην απαγόρευση μονομερών πράξεων που επιβάλλει το Διεθνές Δίκαιο.

Είναι φυσικό η Ελλάδα να αγνοήσει τις νέες αυτές ζώνες της Τουρκίας, καθώς οι ζώνες αυτές παραβιάζουν το Διεθνές Δίκαιο. Και αποσκοπούν στον έλεγχο της αλιείας, καθώς ο πλούτος των ζωνών αυτών αποτελείται από πιθανά αλιεύματα. Τα οποία περιέρχονται στη δικαιοδοσία και την… προστασία της Τουρκίας.

Επίσης, είναι σαφές ότι η Τουρκία επιδιώκει, μέσα από την καθιέρωση αυτών των ζωνών, να ελέγξει όλες τις ελευθερίες των θαλασσών. Εκτός από μία: την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, η οποία αποτελεί την κορωνίδα των ελευθεριών της θάλασσας. Και η οποία δεν μπορεί να περιοριστεί από μια ζώνη προστασίας του περιβάλλοντος, και μάλιστα παράνομης.

Αλλά, ακόμα, και αυτή η ελευθερία των ελευθεριών θα μπορούσε καταχρηστικά να επηρεαστεί, καθώς ο έλεγχος του περιβάλλοντος θα μπορούσε να οδηγήσει την Τουρκία σε ακραία μέτρα κατά αυτής της ελευθερίας, στην προσπάθειά της να εμποδίσει τον πλου σε πλοία με επικίνδυνο περιεχόμενο για το περιβάλλον ή να ασκήσει τη δικαιοδοσία της σε περιπτώσεις ατυχημάτων που επισυμβαίνουν στις ζώνες αυτές.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί η Τουρκία επέλεξε να εμβαθύνει την κρίση των σχέσεων με την Ελλάδα τη στιγμή αυτή; Νομίζω πως η εύλογη απάντηση είναι πως αφορμή στη σκλήρυνση αποτελούν ελληνικές ενέργειες που έγιναν πρόσφατα και ενόχλησαν σφόδρα την Αγκυρα.

Οι ενέργειες αυτές περιλαμβάνουν την παραχώρηση πλειοψηφικού πακέτου σε γαλλική εταιρεία των δραστηριοτήτων για την επίτευξη ηλεκτρικής διασύνδεσης ανάμεσα στην Ελλάδα και την Κύπρο (και αργότερα ίσως του Ισραήλ), με τον περίφημο Great Sea Interconnector. Kαι η επικείμενη έναρξη των εργασιών στην επίμαχη περιοχή για τις προπαρασκευαστικές ενέργειες πριν από τη ρίψη του καλωδίου.

Η Τουρκία βρίσκεται σήμερα στη δυσχερή θέση ή να δεχθεί η γαλλική εταιρεία να επιτελέσει το έργο της ή να έρθει σε ευθεία σύγκρουση με γαλλικά συμφέροντα, επαναλαμβάνοντας τις ενέργειές της στην Κάσο τα προηγούμενα χρόνια. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις σχέσεις της με τη Γαλλία στη δεύτερη περίπτωση.

Είναι σαφές ότι η Τουρκία κάνει μια διαφορετική ανάγνωση και ερμηνεία της Διακήρυξης των Αθηνών από την Ελλάδα. Θεωρεί δηλαδή ότι για κάθε ενέργεια της χώρας μας στο Αιγαίο θα πρέπει απαραιτήτως η τελευταία να την ενημερώνει και ίσως να ζητάει και τη συναίνεσή της. Ενώ η Ελλάδα διαβάζει τη Διακήρυξη ως ένα κείμενο που επιτρέπει στις δύο χώρες να προχωρούν σε νόμιμες ενέργειες στο Αιγαίο και μόνο στις περιπτώσεις αμφισβητούμενης νομιμότητας να ενημερώνει την απέναντι πλευρά. Αυτό εξάλλου είναι το λογικό, γιατί σε διαφορετική ανάγνωση οι δύο χώρες καθίστανται όμηροι η μία απέναντι στην άλλη.

Αλλά υπάρχουν κι άλλα θέματα που έχουν ενοχλήσει την Τουρκία: οι εξοπλισμοί της Ελλάδας με σύγχρονα όπλα, όπως αυτά του Ναυτικού με τις φρεγάτες Μπελαρά, ή η συμμετοχή της στο πρόγραμμα των F-35 (για το οποίο ακόμα πασχίζει να γίνει συμμέτοχη) ή, ακόμα, και ο αμυντικός θόλος με τον οποίο θα εξασφαλίσουμε καλύτερη αμυντική δυνατότητα είναι πράγματα που φέρνουν την Τουρκία σε δυσχερή θέση.

Εδώ πρέπει να αναφερθούμε και στο Κυπριακό και στην πρόσφατη πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, που, αν ευοδωθεί, με πρωτοβουλίες των δύο εμπλεκομένων, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να απομακρυνθούμε από την ακραία πρόταση της Τουρκίας για δύο κυρίαρχα κράτη.

Τελικά, πώς πρέπει να αντιδράσει η Ελλάδα απέναντι στην πρόσφατη ενέργεια της Τουρκίας; Μα με τον αυτονόητο τρόπο: να αγνοήσει τις παράνομες ζώνες, ενημερώνοντας παράλληλα τον ΟΗΕ και την Ευρωπαϊκή Ενωση για αυτές τις παραβιάσεις και να προβεί σε διαμαρτυρία στην Τουρκία για την έξαρση των σχέσεων που αυτή δημιουργεί. Κάθε άλλο μέτρο θα ήταν υπερβολικό και θα επιβάρυνε περαιτέρω τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Ο κ. Χρήστος Ροζάκης είναι ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υφυπουργός.

Πηγή: tovima.gr