Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Ντόναλντ Τραμπ: Ρωγμές στην παντοδυναμία του – Ποιοι και γιατί τον αμφισβητούν

Newsroom

Η εποχή της αλόγιστης υποχώρησης απέναντι στις απαιτήσεις του Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να φτάνει στο τέλος της, καθώς ηγέτες και θεσμοί αρχίζουν πλέον να προβάλλουν αντίσταση. Όταν ο Πλανητάρχης ζητά και η άλλη πλευρά δεν του δίνει αυτό που θέλει, κλιμακώνει την πίεση με απειλές και τιμωρίες. Και η άλλη πλευρά τελικά παραδίδεται.

Μόνο που ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ δεν φαίνεται να είχε διαβάσει καλά τις… οδηγίες χρήσεως. Η άρνησή του να υποκύψει στο τελεσίγραφο του Τραμπ για το εμπόριο -ακόμη και με τίμημα τους ανταποδοτικούς δασμούς- έχει ανατρέψει το αφήγημα της δεύτερης θητείας του Αμερικανού Προέδρου. Αντί να υποχωρήσει ο Κάρνεϊ δοκιμάζει στην πράξη αν η αμφισβήτηση μπορεί να αποτελέσει μια βιώσιμη στρατηγική απέναντι στον Τραμπ.

Η εποχή της συνθηκολόγησης, που χαρακτήρισε την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία, φαίνεται να αρχίζει να ξεθωριάζει. Ηγέτες κρατών και εγχώριοι θεσμοί δείχνουν, σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις, λιγότερο διατεθειμένοι να υποταχθούν στις βουλές του. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στον πόλεμο με το Ιράν. Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, απέρριψε κατηγορηματικά το σχέδιό του για τη Γάζα. Τα αραβικά κράτη του Κόλπου τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τα σχέδια για την επιβολή διοδίων στη ναυσιπλοΐα των Στενών του Ορμούζ.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, πανεπιστήμια και δικηγορικές εταιρείες απορρίπτουν τις οδηγίες του αντί να τις υπογράφουν αδιαμαρτύρητα αναφέρει η ανάλυση των New York Times. Οι αγορές ομολόγων ξεσηκώνονται απέναντι στη δημοσιονομική του πολιτική. Ακόμη και το τηλεοπτικό δίκτυο ABC, το οποίο κατέβαλε 16 εκατομμύρια δολάρια για να διευθετήσει μια αγωγή του Τραμπ, σε μια κίνηση που θεωρήθηκε πρώιμο παράδειγμα υποχώρησης, διαπίστωσε ότι δεν εξαγόρασε την ηρεμία του και τώρα προσφεύγει δικαστικά κατά της κυβέρνησης, κατηγορώντας την για απειλές αφαίρεσης των αδειών εκπομπής του.

Ισχυρός Τραμπ παρά τις ρωγμές

Τίποτα από αυτά, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι πρέπει κανείς να υποτιμά τον Ντόναλντ Τραμπ. Παρόλο που τα ποσοστά δημοτικότητάς του βρίσκονται κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, παραμένει η πιο κυρίαρχη προσωπικότητα στον πλανήτη. Έχει τη δυνατότητα να αλλάζει τους όρους του παγκόσμιου διαλόγου κατά βούληση με μια απλή ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ δεν διστάζει να ασκεί την εξουσία με τρόπους που δεν διανοήθηκαν οι προκάτοχοί του.

Ενδέχεται ακόμη να υποχρεώσει τον Καναδά και το Ισραήλ σε υποταγή, είτε μέσω της δυναμικής της προσωπικότητάς του είτε με την επιβολή δασμών και άλλων μέσων. Το Ανώτατο Δικαστήριο τού έχει δώσει επανειλημμένα το πράσινο φως να χρησιμοποιεί την εκτελεστική του εξουσία όπως εκείνος κρίνει σκόπιμο, είτε πρόκειται για τον έλεγχο ανεξάρτητων υπηρεσιών, είτε για την κατασκευή της αγαπημένης του αίθουσας δεξιώσεων, είτε για την προσπάθεια καταστολής της επιστολικής ψήφου.

Υποταγή και ανταρσίες

Επιπλέον, κάθε φορά που κάποιος προβλέπει ότι οι Ρεπουμπλικανοί στο Κογκρέσο θα αρχίσουν επιτέλους να επιδεικνύουν κάποια ανεξαρτησία, διαψεύδει τα προγνωστικά. Παρόλο που τελευταία έχουν προβάλει αντίσταση σε ορισμένες περιπτώσεις, η επικύρωση του Τοντ Μπλαντς από τη Γερουσία για τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα κατέστησε σαφές ότι ο Τραμπ εξακολουθεί να κυριαρχεί απόλυτα στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματός του.

Ωστόσο, ακόμη και ανάμεσα στους Ρεπουμπλικανούς, το τοπίο είναι θολό. Αν και κατάφερε να τιμωρήσει αρκετούς επιφανείς Ρεπουμπλικανούς νομοθέτες τους οποίους θεωρούσε ανυπάκουους, ξεσηκώνοντας έτσι τη βάση του κινήματος MAGA για να τους νικήσει στις εσωκομματικές προκριματικές εκλογές, οι ψηφοφόροι του κόμματος απέρριψαν τους υποψηφίους που είχε στηρίξει ο Τραμπ σε 10 εκλογικές αναμετρήσεις, εκ των οποίων οι έξι πραγματοποιήθηκαν μόλις τον Αύγουστο. Την ίδια στιγμή, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η υποστήριξή του ανάμεσα στους Ρεπουμπλικανούς υποχωρεί.

Από τη σαρωτική επικράτηση στην αμφισβήτηση

Όταν ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, δεν χρειαζόταν να δικαιολογεί ήττες. Παρά την οριακή νίκη του (49,9%), στους πρώτους μήνες επιβλήθηκε σαρωτικά: υπαγόρευσε κανόνες σε ιδιωτικές επιχειρήσεις και πανεπιστήμια, κατέστησε «τοξικά» τα προγράμματα διαφορετικότητας, ξήλωσε ομοσπονδιακές υπηρεσίες χωρίς το Κογκρέσο και χρησιμοποίησε την κρατική ισχύ κατά πολιτικών αντιπάλων.

Μπροστά σε αυτή την επίδειξη ισχύος, δικηγορικά γραφεία, ΜΜΕ και τεχνολογικοί κολοσσοί ευθυγραμμίστηκαν γρήγορα με τις επιθυμίες του.

Ωστόσο, το κλίμα αυτό αλλάζει. Ο Τζέικομπ Βάισμπεργκ, συγγραφέας του βιβλίου «Profiles in Cowardice», επισημαίνει ότι η υποχώρηση απέναντι στον Τραμπ έχει πλέον υψηλό πολιτικό και κοινωνικό κόστος, όπως αποδείχθηκε από το κύμα επικρίσεων που δέχτηκε το Πανεπιστήμιο Γέιλ όταν κάθισε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μαζί του. Αν και συνιστά ψυχραιμία, τονίζει πως «το τίμημα της συνθηκολόγησης έχει αυξηθεί» και εκτιμά ότι η στάση των θεσμών θα αλλάξει ριζικά μόνον εφόσον η δημοτικότητα του Αμερικανού Προέδρου πέσει κάτω από το 30%.

Το ευρωπαϊκό «μέτωπο» και το παράδειγμα του Καναδά

Σημάδια μεταστροφής καταγράφονται πλέον και στο εξωτερικό. Αν και αρχικά οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ υποχώρησαν στις αξιώσεις Τραμπ αυξάνοντας τις αμυντικές δαπάνες, πλέον προβάλλουν σθεναρή αντίσταση: από τον σοσιαλιστή Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία έως τη δεξιά Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία. Για πολλούς, η σκληρή στάση απέναντι στην Ουάσινγκτον εξελίσσεται σε ισχυρό πολιτικό χαρτί στο εσωτερικό των χωρών τους.

Καταλύτης αυτής της μεταβολής υπήρξε η πρόθεση του Τραμπ να αποκτήσει τη Γροιλανδία, φτάνοντας στο σημείο να αφήσει αιχμές ακόμη και για χρήση στρατιωτικής βίας απέναντι σε σύμμαχο του ΝΑΤΟ. Η κίνηση αυτή ξεπέρασε τα όρια για τους Ευρωπαίους. Όπως επισημαίνει ο Τζέρεμι Σαπίρο από το ECFR, «η Γροιλανδία αποτελεί σημείο καμπής· έγινε σαφές ότι οι απαιτήσεις του Τραμπ δεν έχουν τέλος». Παρ’ όλα αυτά, η Ευρώπη αποφεύγει την ολοκληρωτική ρήξη: ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, αν και επικρίνει τις αμερικανικές επιχειρήσεις στο Ιράν, διατηρεί ανοιχτές τις αμερικανικές βάσεις στη χώρα του.

Την ίδια ώρα, η σύγκρουση με τον Καναδά οξύνεται. Μετά τη διακοπή των εμπορικών συνομιλιών, ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ διαμήνυσε πως «η Αμερική επιχειρεί να μας λυγίσει, αλλά αυτό δεν θα συμβεί ποτέ». Ο Τραμπ απάντησε αποκαλώντας τον «αδύναμο» και απειλώντας ειρωνικά να μετονομάσει τη λίμνη Οντάριο σε «Λίμνη Αμερική», ενώ ο Λευκός Οίκος χαρακτήρισε τη στάση της Οτάβα «βραχυπρόθεσμη ανοησία».

Η τακτική του Καναδά παρακολουθείται στενά σε διεθνές επίπεδο. Η πεποίθηση ότι η υποχωρητικότητα απλώς τροφοδοτεί νέες απαιτήσεις κερδίζει έδαφος, με τον Κάρνεϊ να διαμορφώνει το νέο πρότυπο αντίστασης απέναντι στους εκβιασμούς για την επιβολή δασμών.

Πηγή: tovima.gr