Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια κληρονομιά δεκαπέντε αιώνων: Ποιος θα κωδικοποιήσει τους κώδικες;

Του Γ. Βουλγαράκη

Πριν από περίπου δεκαπέντε αιώνες, ο Ιουστινιανός επιχείρησε να βάλει τάξη στη συσσωρευμένη νομοθεσία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Συγκέντρωσε, ταξινόμησε και συστηματοποίησε κανόνες που είχαν παραχθεί επί αιώνες, δημιουργώντας ένα από τα σημαντικότερα έργα κωδικοποίησης στην ιστορία του Δικαίου. Τόσους αιώνες αργότερα, το ερώτημα επιστρέφει με μια σχεδόν ειρωνική διατύπωση: ποιος θα κωδικοποιήσει τους κώδικες;

Στην Ελλάδα δεν υποφέρουμε από έλλειψη κανόνων. Υποφέρουμε από την υπερβολική παραγωγή τους, τη συχνή μεταβολή τους, τις επικαλύψεις και τις αντιφάσεις τους. Πολυνομία δεν σημαίνει απλώς ότι υπάρχουν πολλοί νόμοι, αλλά ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί κανόνες για τα ίδια ζητήματα, ώστε πολίτες, επιχειρήσεις, δικηγόροι και δικαστές δυσκολεύονται να γνωρίζουν τι πραγματικά ισχύει.

Ο φαύλος κύκλος της κακονομίας

Η πρόσφατη μελέτη της διαΝΕΟσις για την πολυνομία και την κακονομία (2001-2025) αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος. Η Ελλάδα ψηφίζει κατά μέσο όρο περίπου 100 νόμους τον χρόνο, αν συνυπολογιστούν και οι κυρώσεις διεθνών συμβάσεων.

Το 2022 έφτασε τους 131, τον υψηλότερο αριθμό της περιόδου. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η δευτερογενής νομοθεσία: τα τεύχη Β΄ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, όπου δημοσιεύονται υπουργικές αποφάσεις, αυξήθηκαν από 1.831 το 2001 σε 7.790 το 2024 — σχεδόν τετραπλασιάστηκαν μέσα σε ένα τέταρτο του αιώνα.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο ποσοτικό. Οι πολλοί νόμοι δημιουργούν ασάφεια, η ασάφεια γεννά την ανάγκη για διορθώσεις και ερμηνευτικές εγκυκλίους, και οι νέες ρυθμίσεις προστίθενται στις προηγούμενες χωρίς πάντοτε να τις καταργούν ρητά. Έτσι κλείνει ένας φαύλος κύκλος: η πολυνομία παράγει κακονομία και η κακονομία γεννά ακόμη περισσότερη νομοθεσία.

Το γνωρίζουν καλά οι φοιτητές της Νομικής όταν ανοίγουν για πρώτη φορά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αναζητώντας έναν οργανωμένο χάρτη όπου βρίσκονται μπροστά σ  ένα χαώδες σύστημα παραπομπών που  αλλάζει ταχύτερα από όσο προλαβαίνει κανείς να το διαβάσει.

Αριθμοί αντί για ονόματα

Η δυσκολία αποτυπώνεται και στον τρόπο που αναφερόμαστε στους νόμους. Στην Ελλάδα ο νόμος είναι κυρίως  αριθμός και έτος —πχ  Ν. 4622/2019, Ν. 4819/2021 — στοιχεία απαραίτητα για ένα  νομικό, αλλά ακατανόητα  για τον πολίτη.

Ακολουθεί μια σχεδόν αλγεβρική παράθεση παραπομπών, όπου η παράγραφος ενός άρθρου αντικαθιστά εδάφιο άλλου άρθρου, όπως αυτό είχε τροποποιηθεί από τρίτο νόμο, σε συνδυασμό με υπουργική απόφαση. Ακόμη και η αναζήτηση του Εθνικού Τυπογραφείου ζητά τον αριθμό του νόμου — πώς όμως να τον αναζητήσει κανείς αν δεν τον γνωρίζει ήδη;

Σε άλλες χώρες οι τεχνικές παραπομπές συνυπάρχουν με αναγνωρίσιμες ονομασίες. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα, όποιος ενδιαφέρεται για την ατμοσφαιρική ρύπανση αναζητά τον Clean Air Act, χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζει ότι έχει ενσωματωθεί στον Τίτλο 42 του Κώδικα.

Η περιγραφική ονομασία λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στη νομική ακρίβεια και την κατανόηση του πολίτη — και αυτό δεν είναι απλώς επικοινωνιακό ζήτημα, αλλά μέρος της ίδιας της προσβασιμότητας στο δίκαιο. Ένας νόμος που μόνο οι ειδικοί εντοπίζουν είναι  δημοσιευμένος, αλλά πρακτικά απρόσιτος.

Ποιος πληρώνει την πολυπλοκότητα

Η ανασφάλεια δικαίου δεν επιβαρύνει όλους το ίδιο. Ο πολίτης χωρίς χρόνο, γνώσεις ή χρήματα για ειδικούς μειονεκτεί απέναντι σε όποιον έχει καλύτερη πρόσβαση σε πληροφόρηση .

Το ίδιο ισχύει για τις μικρές επιχειρήσεις, που δεν διαθέτουν νομικές ομάδες όπως οι μεγάλες,  με αποτέλεσμα  η πολυνομία να λειτουργεί σαν αόρατος φόρος που αποθαρρύνει τον ανταγωνισμό. Όσο πιο ασαφείς είναι οι κανόνες, τόσο μεγαλύτερη εξουσία αποκτά όποιος τους ερμηνεύει, ανοίγοντας χώρο για αυθαιρεσία. Η ίδια λογική υποβαθμίζει και το Κοινοβούλιο, όπου τα πολυνομοσχέδια και οι εκπρόθεσμες τροπολογίες περιορίζουν τον ουσιαστικό έλεγχο.

Τι μπορεί -και τι δεν μπορεί- να κάνει η Τεχνητή Νοημοσύνη

Εδώ η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει μια πραγματική δυνατότητα αλλαγής. Θα μπορούσε να ταξινομεί χιλιάδες νομοθετήματα, να εντοπίζει διατάξεις που έχουν καταργηθεί ή τροποποιηθεί, να επισημαίνει αντιφάσεις και να δημιουργεί διαρκώς ενημερωμένες εκδοχές των κωδίκων.

Θα μπορούσε επίσης να μεταφράζει τη νομική αρχιτεκτονική σε κατανοητή γλώσσα: ο πολίτης να ρωτά «τι ισχύει για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών;» και να λαμβάνει απάντηση βασισμένη στην ισχύουσα νομοθεσία, με ακριβείς πηγές — όχι αυθαίρετη συμβουλή από αλγόριθμο, αλλά χάρτη προς το σωστό κείμενο.

Θα μπορούσε ακόμη να ελέγχει νομοσχέδια πριν κατατεθούν, εντοπίζοντας συγκρούσεις με ισχύουσες διατάξεις, και να ομαδοποιεί τα ουσιαστικά επιχειρήματα σε μια δημόσια διαβούλευση.

Τίποτα από αυτά όμως δεν λειτουργεί χωρίς όρους. Ένα σύστημα που απαντά σε νομικά ερωτήματα με σιγουριά αλλά χωρίς επαλήθευση είναι πιο επικίνδυνο από την ασάφεια που καλείται να λύσει. Χρειάζεται αξιόπιστες πηγές, επικαιροποιημένα δεδομένα και σαφή ευθύνη για το λάθος, αλλιώς απλώς μεταθέτει την αυθαιρεσία από τον υπάλληλο στον αλγόριθμο. Η τεχνολογία μπορεί να εντοπίσει τις αντιφάσεις. Δεν μπορεί να αποφασίσει ποια συμφέροντα πρέπει να προστατευθούν ούτε ποιο κοινωνικό αποτέλεσμα είναι δικαιότερο — αυτές παραμένουν πολιτικές και δημοκρατικές αποφάσεις.

Η λύση δεν είναι μόνο ψηφιακή

Η λύση, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στην ψηφιοποίηση των νόμων, αλλά στην αλλαγή της νομοθετικής κουλτούρας. Ο καλός υπουργός δεν είναι εκείνος που καταθέτει τους περισσότερους νόμους, αλλά εκείνος που λύνει προβλήματα με τους λιγότερους, σαφέστερους και σταθερότερους κανόνες.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να μας βοηθήσει να κωδικοποιήσουμε τους κώδικες και να τους μεταφράσουμε από τη γλώσσα των αριθμών στη γλώσσα του πολίτη. Πριν από αυτό, όμως, η πολιτεία πρέπει να αποφασίσει ότι θέλει πράγματι να βάλει τάξη σε αυτούς.

ΥΣ: Ο γράφων έχει υπάρξει  νομοθέτης, είναι Νομικός, κάτοχος LL.M. στο Διεθνές Δίκαιο των Επιχειρήσεων και Μεταδιδακτορικός ερευνητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ στο Οικονομικό Δίκαιο. Κυρίως, όμως, είναι ένας ακόμη απελπισμένος πολίτης που, παρά τις σπουδές και την εμπειρία του, δεν είναι πάντοτε βέβαιος ότι μπορεί να βγάλει άκρη με το τι ακριβώς ισχύει. Αν δυσκολεύεται ο γράφων, μπορεί κανείς να φανταστεί πώς αισθάνεται ο πολίτης που δεν έχει καμία σχέση με τη Νομική.

ΥΣ 2: Το άρθρο αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Το δεύτερο εξετάζει το κόστος των καθυστερήσεων και το τρίτο την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και τη συμμόρφωση του Δημοσίου.

info@voulgarakis.gr

Πηγή: liberal.gr