Του Γιάννη Σιδέρη
Οι διευρύνσεις των κομμάτων αποτελούν ενισχυτικούς πομπούς στην εκλογική τους απήχηση. Συμβολίζουν την συμπύκνωση δυνάμεων, οι οποίες θα επιδράσουν στην προσέλκυση ψηφοφόρων από «γειτονικούς» ιδεολογικούς και πολιτικούς χώρους.
Και όσο πιο ισχυρά είναι τα υποδεχόμενα πρόσωπα, τόσο πιο ισχυρή η επίδρασή τους. Αλλά ακόμη και αν αυτή δεν επιτευχθεί, παραμένει ως πολιτικό κέρδος το αυξημένο κύρος του κόμματος-υποδοχέως.
Έτσι ο Ανδρέας Παπανδρέου από την Αριστερά προσέλκυσε τον στρατιωτικό ηγέτη του Δ.Σ.Ε. «Καπετάν Μάρκο» Βαφειάδη, τον Μανόλη Γλέζο και τον «ανανεωτικό αριστερό» Αντώνη Μπριλλάκη. Από το Κέντρο τον Γεώργιο Μαύρο και από τη Δεξιά τον Γιάννη Μπούτο και τον Διονύση Λιβανό.
Ο Γιώργος Παπανδρέου υποδέχτηκε από τη Δεξιά τον Στέφανο Μάνο και τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο, και από την Αριστερά τον Μίμη Ανδρουλάκη και τη Μαρία Δαμανάκη.
Η διεύρυνση αυτή προκάλεσε ένα κάποιο σοκ στον κόσμο του ΠΑΣΟΚ, που ήταν διαπαιδαγωγημένος στην αντιδεξιά ρητορική, και αφορούσε τα ονόματα των Μάνου και Ανδριανόπουλου. Αντιθέτως καλοδέχτηκαν τους δύο της Αριστεράς. Με την έλευσή τους επιβεβαιωνόταν η αυταρέσκεια του Πασοκικού κόσμου, που λόγιαζε τον εαυτό του για αριστερό.
Ουκ εν τω πολλώ το ευ.
Τώρα η ποσότητα αυξάνει αλλά μειώνεται η ισχύς των συμβολισμών. Όλο και πιο «λιμά» γίνονται τα ονόματα που συνθέτουν τη διεύρυνση του ΠΑΣΟΚ. Σε καμιά περίπτωση δεν μειώνουμε τους ανθρώπους της διεύρυνσης ως πρόσωπα. Στον πολιτικό τους «όγκο» αναφερόμαστε.
Στο πρώτο κύμα περιελήφθησαν ονόματα που είχαν πολιτική ταυτότητα λόγω της ενασχόλησής τους με την πολιτική. Η υποδοχή ωστόσο δημιουργούσε ένα συγκαταβατικό μειδίαμα, αφού η πλειοψηφία των ελεύσεων ήταν «άσωτοι υιοί» και «κόρες», που επέστρεψαν στον πασοκικό οίκο, ελπίζοντες να γευτούν τον μόσχον τον σιτευτόν. Ήτοι κάποια θέση στο ψηφοδέλτιο.
Πρώην Πασόκοι δηλαδή που κάποιοι μαγεύτηκαν από την σειρήνα της Συριζαϊκής εξουσίας, και κάποιοι άλλοι πίστεψαν ότι ο Τσίπρας όντως θα έσκιζε τα μνημόνια. Όπερ για τους πρώτους τίθεται θέμα είτε πολιτικής συνέπειας, για τους δεύτερους πολιτικής ευθυκρισίας.
Μεταξύ τω γνωστών ονομάτων που είχαν ανακοινωθεί ήταν του πρώην υπουργού των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και υπουργού της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ Μάρκου Μπόλαρη. Παράλληλα του Θόδωρου Παπαθεοδώρου, πρώην υφυπουργού του ΠΑΣΟΚ (αυτός από τους «Δημοκράτες» του Αντρέα Λοβέρδου).
Επίσης του Νίκου Μαδεμλή πρώην Γραμματέα της Νεολαίας ΠΑΣΟΚ, της πρώην βουλευτού ΠΑΣΟΚ και μετέπειτα… βουλεύτριας του ΣΥΡΙΖΑ Γεωργίας Γεννιά, της πρώην βουλευτού του ΠΑΣΟΚ Μαρίας Θεοχάρη, η οποία και αυτή βρέθηκε σε κάποια ώσμωση με τον ΣΥΡΙΖΑ κατά την αντιμνημονιακή περίοδο. Συνάμα και του πρώην υπουργού του ΣΥΡΙΖΑ Γιάννη Πανούση, κ.α.
Το δεύτερο κύμα περιελάμβανε και ονόματα καλλιτεχνών, όπως του μουσικού Χρίστου Νικολόπουλου και του ηθοποιού Νίκου Βερλέκη, που συμβόλιζαν το «λαϊκό άνοιγμα». Επίσης επιστήμονες, και πάλι πολιτικά στελέχη, αλλά όχι πρώτης γραμμής. Συνοδεύτηκε δε και από «ατυχήματα», ενώ δεν έλειψαν και οι γκρίνιες.
Ως «ατύχημα» εκλαμβάνεται η περίπτωση του μουσικού Αντώνη Κορακάκη, ο οποίος ενώ είχε συμφωνήσει, στην συνέχεια αρνήθηκε την συμμετοχή του λέγοντας ότι είναι ΚΚΕ (πως έλεγε ο Σαββόπουλος «το κόμμα με τραβάει από το μανίκι»… κάπως έτσι…).
Όσο για τις γκρίνιες, αυτές επικεντρώθηκαν στο πρόσωπο του Θεοδόση Πελεγρίνη, οποίος ήταν εμβληματικός πολέμιος του νόμου της Άννας Διαμαντοπούλου για την Παιδεία. Νόμος που το 2011 ψηφίστηκε στη Βουλή με εντυπωσιακή πλειοψηφία 255 ψήφων.
Και το τρίτο κύμα ανακοινώθηκε χθες. Αποτελείτο από 29 ονόματα. Μεταξύ τους πρώην βουλευτές και στελέχη του κόμματος Βαρουφάκη του ΜέΡΑ 25. Και πάλι δεν αξιολογούμε και δεν μειώνουμε τα πρόσωπα στην επιστημονική και επαγγελματική τους διάσταση. Ωστόσο η πολιτική τους εμβέλεια είναι πεπερασμένη.
Ο πρόεδρος Ανδρουλάκης και ο υπεύθυνος της επιτροπής διεύρυνσης Σκανδαλίδης, επεσήμαναν ότι η διεύρυνση είναι αμφίπλευρη και υπηρετεί την ανάγκη της πολιτικής αλλαγής, ενώ το άνοιγμα σε προοδευτικές δυνάμεις και στην κοινωνία των πολιτών, γίνεται χωρίς «τακτικές face control», ενόψει και της κατάρτισης των ψηφοδελτίων για τις ερχόμενες εκλογές.
Αυτό το «χωρίς face control» δεν ξέρουμε αν πηγάζει από απελπισία, αλλά είναι ασύμβατοι με ένα κόμμα, και δη κεντροαριστερό. Αυτό μας έχει διδάξει η ιστορία της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς, και τα καταστατικά των κομμάτων τους, όπου το «face control» θεωρείται εκ των ουκ άνευ.
Πηγή: liberal.gr
