Του Νίκου Μελέτη
Η συζήτηση περί δημιουργίας νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά δεν αφορά απλώς ακόμη μία πιθανή διάσπαση στη δεξιά πολυκατοικία. Αφορά σε κάτι βαθύτερο και συγκεκριμένα στο ερώτημα αν ένας πρώην πρωθυπουργός μπορεί να αμφισβητήσει εκ νέου την παράταξη με την οποία ταυτίστηκε πολιτικά και την οποία οδήγησε στην κυβέρνηση, χωρίς τελικά να καταλήξει να αποδυναμώνει τον ίδιο τον χώρο που επιδιώκει να επηρεάσει.
Το πολιτικό δίλημμα του Σαμαρά είναι εξαιρετικά σύνθετο. Από τη μία πλευρά, εκφράζει ένα υπαρκτό τμήμα της κοινωνίας και της βάσης της Νέας Δημοκρατίας που θεωρεί ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει μετατοπιστεί υπερβολικά προς το κέντρο, εγκαταλείποντας στοιχεία της παραδοσιακής συντηρητικής και πατριωτικής ταυτότητας της παράταξης. Η κριτική αυτή δεν είναι περιθωριακή. Αγγίζει ζητήματα εθνικής πολιτικής, μεταναστευτικού, σχέσεων με την Τουρκία, θεσμικής λειτουργίας και πολιτισμικής κατεύθυνσης της χώρας.
Από την άλλη πλευρά όμως, η ίδρυση κόμματος από έναν πρώην πρωθυπουργό δεν αξιολογείται με τα ίδια μέτρα που αξιολογείται ένα μικρό πολιτικό εγχείρημα διαμαρτυρίας. Ένα ποσοστό της τάξης του 4% ή 5% μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία για έναν νέο πολιτικό σχηματισμό. Για έναν πρώην πρωθυπουργό όμως, ενδέχεται να καταγραφεί ως πολιτική συρρίκνωση. Και ο Σαμαράς γνωρίζει πολύ καλά ότι στην πολιτική η ιστορική εικόνα συχνά μετρά περισσότερο από τη συγκυριακή παρουσία.
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη πιο κρίσιμο στοιχείο. Ένα κόμμα Σαμαρά θα μπορούσε να στερήσει από τη Νέα Δημοκρατία την αυτοδυναμία χωρίς όμως να διαθέτει την απαραίτητη εκλογική δύναμη για να επιβάλει ουσιαστικά τους όρους του. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η χώρα θα μπορούσε να οδηγηθεί είτε σε παρατεταμένη αστάθεια είτε σε κυβερνήσεις ετερόκλητων συνεργασιών. Και τότε το πολιτικό βάρος της ευθύνης θα ήταν τεράστιο.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται το πιο λεπτό σημείο της εξίσωσης. Αν ο Σαμαράς προκαλέσει αποδυνάμωση της ΝΔ αλλά τελικά δεν κατορθώσει να επιβάλει αλλαγή ηγεσίας ή πολιτικής κατεύθυνσης, κινδυνεύει να εμφανιστεί όχι ως διορθωτικός παράγοντας της παράταξης αλλά ως καταλύτης πολιτικής αποσταθεροποίησης. Και αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση με τον βαθιά παραταξιακό χαρακτήρα που πάντοτε τον διέκρινε.
Για τον λόγο αυτό, το πιθανότερο σενάριο σήμερα ίσως δεν είναι η άμεση ίδρυση κόμματος. Πιθανότερο φαίνεται ένα μοντέλο συνεχούς πολιτικής πίεσης προς την κυβέρνηση και προς τη μελλοντική φυσιογνωμία της Νέας Δημοκρατίας. Ο Σαμαράς ενδέχεται να επιδιώκει περισσότερο να διαμορφώσει τους όρους της επόμενης ημέρας παρά να ηγηθεί ενός μικρού αυτόνομου σχηματισμού.
Η ελληνική πολιτική ιστορία άλλωστε δείχνει ότι οι πρώην πρωθυπουργοί σπάνια επιστρέφουν επιτυχώς μέσω μικρών κομμάτων. Επιστρέφουν μόνο όταν έχουν πείσει την κοινωνία ότι εκφράζουν μια ευρύτερη ιστορική ανάγκη. Και μέχρι στιγμής, δεν είναι βέβαιο ότι αυτή η ανάγκη έχει ακόμη διαμορφωθεί.
*Ο Αχιλλέας Ζαπράνης είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικής και Νευρωνικών Συστημάτων και τέως Πρύτανης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.
Πηγή: liberal.gr
