Του Γιώργου Βουλγαράκη
Η συζήτηση για τις εκλογές του 2027 περιστρέφεται γύρω από την πρωτιά. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν σταθερό προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας και η δημόσια αντιπαράθεση αντιμετωπίζει το ζήτημα σχεδόν ως λυμένο. Το προβάδισμα, ωστόσο, δεν απαντά σε όλα τα ερωτήματα της αναμέτρησης. Στην ίδια κάλπη θα κριθούν η ηγεσία της κεντροαριστεράς, η διαμόρφωση του χώρου δεξιότερα της ΝΔ και, τελικά, ο τρόπος με τον οποίο θα κυβερνηθεί η χώρα. Οι δύο πρώτες αναμετρήσεις θα επηρεάσουν καθοριστικά την έκβαση της τρίτης.
Οι διπλές εκλογές του 2012 διέλυσαν τον δικομματισμό της Μεταπολίτευσης. Η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ άνοιξε τη διαμάχη για την εκπροσώπηση της κεντροαριστεράς, στην οποία κυριάρχησε εκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, δυνάμεις δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας απέκτησαν κοινοβουλευτική παρουσία και η διακυβέρνηση στηρίχθηκε σε συνεργασίες. Οι αυτοδυναμίες του 2019 και του 2023 αποκατέστησαν τη μονοκομματική κυβέρνηση, χωρίς να ολοκληρώσουν την ανασύνταξη του κομματικού συστήματος. Το 2027 θα δοκιμάσει τη διάρκεια αυτής της ισορροπίας.
Το πρώτο αποτέλεσμα αφορά τη μάχη ΠΑΣΟΚ και Αλέξη Τσίπρα. Το ΠΑΣΟΚ διεκδικεί την επιστροφή του σε πρωταγωνιστικό ρόλο, προβάλλοντας τη θεσμική του συνέχεια, την οργανωτική του παρουσία και την κυβερνητική του παράδοση. Ο Τσίπρας επιχειρεί, με το νέο του κόμμα, να ανασυγκροτήσει ένα ακροατήριο που διασκορπίστηκε μετά την απώλεια της εξουσίας και την κρίση του ΣΥΡΙΖΑ. Και οι δύο διεκδικούν την πολιτική εκπροσώπηση ενός ευρύτερου χώρου που παραμένει διαιρεμένος.
Η δεύτερη θέση θα δώσει στον νικητή προβάδισμα στις διεργασίες της επόμενης ημέρας. Το μέγεθος αυτού του προβαδίσματος θα εξαρτηθεί από τη διαφορά μεταξύ τους, το συνολικό τους ποσοστό και την απόσταση από τη Νέα Δημοκρατία. Μια οριακή επικράτηση αφήνει ανοιχτή την αμφισβήτηση. Μια καθαρή νίκη προσφέρει ισχυρότερο έρεισμα για τη διεκδίκηση της ηγεσίας του χώρου και για τον καθορισμό των όρων μιας ευρύτερης συνεννόησης.
Για τον ηττημένο, το αποτέλεσμα θα ανοίξει συζήτηση στρατηγικής και ηγεσίας. Θα κληθεί να εξηγήσει γιατί η πρότασή του δεν απέκτησε μεγαλύτερη απήχηση και με ποιους όρους θα συνεχίσει. Για τον νικητή, η δυσκολότερη δοκιμασία θα ακολουθήσει. Η επικράτηση απέναντι στον εγγύτερο ανταγωνιστή του απέχει από τη συγκρότηση πλειοψηφικού ρεύματος. Η αξιωματική αντιπολίτευση αποκτά προοπτική εξουσίας όταν πείθει πολίτες πέρα από τα όρια της παράταξής της.
Το δεύτερο αποτέλεσμα θα κριθεί δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας. Από το 2012 ο χώρος αυτός γνώρισε διαδοχικές ανόδους, διασπάσεις και εξαφανίσεις κομμάτων. Η δυσαρέσκεια προς το κυβερνών κόμμα συνυπάρχει με σταθερότερες ιδεολογικές επιλογές γύρω από την εθνική ταυτότητα, τη μετανάστευση και τους θεσμούς. Η κάλπη θα δείξει ποια σχήματα διαθέτουν αντοχή, ποια πρόσωπα διατηρούν επιρροή και αν διαμορφώνεται συνεκτική πολιτική πρόταση.
Η αποτύπωση αυτού του χώρου έχει άμεση εκλογική σημασία. Οι μετακινήσεις από τη ΝΔ περιορίζουν τη δύναμή της, ενώ η κατανομή των ψήφων ανάμεσα σε κόμματα πάνω και κάτω από το όριο εισόδου επηρεάζει την κοινοβουλευτική αριθμητική. Η ενίσχυση ενός σχήματος ενδέχεται επίσης να προέρχεται από άλλα δεξιά κόμματα ή από πολίτες που προηγουμένως απείχαν. Η προέλευση των ψήφων καθορίζει και το πολιτικό νόημα του αποτελέσματος.
Μια ισχυρή και σταθερή δύναμη δεξιότερα της ΝΔ θα θέσει το κυβερνών κόμμα μπροστά σε ένα στρατηγικό δίλημμα. Η προσπάθεια ανάκτησης ψηφοφόρων με δεξιότερες θέσεις θα επηρεάσει τη σχέση του με το κέντρο. Η διατήρηση της σημερινής κατεύθυνσης θα προϋποθέτει πειστικές απαντήσεις στη δεξιά κριτική. Αντίστοιχα, ο κατακερματισμός του χώρου θα περιορίσει τη δυνατότητα συγκρότησης ενιαίας πίεσης, χωρίς να εξαφανίσει τις αιτίες της διαρροής.
Το τρίτο αποτέλεσμα αφορά τη διακυβέρνηση και αποτελεί το βασικό ερώτημα της εκλογής. Το πρώτο κόμμα θα διεκδικήσει αυτοδυναμία με το κλιμακωτό μπόνους να ισχύει ήδη από την πρώτη αναμέτρηση. Η επίτευξή της θα εξαρτηθεί από το ποσοστό του και από το συνολικό ποσοστό των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής. Η είσοδος ή ο αποκλεισμός σχημάτων κοντά στο 3% αποκτά, επομένως, σημασία που υπερβαίνει τη δική τους κοινοβουλευτική παρουσία.
Αν δεν προκύψει αυτοδυναμία, η συζήτηση θα μεταφερθεί στις συνεργασίες. Τότε θα μετρήσουν οι αποστάσεις που έχουν δημιουργηθεί προεκλογικά, οι προγραμματικές συγκλίσεις και η προθυμία των ηγεσιών να αναλάβουν κυβερνητική ευθύνη. Η σύνθεση της αντιπολίτευσης και η ταυτότητα των κομμάτων δεξιότερα της ΝΔ θα καθορίσουν ποιες επιλογές είναι αριθμητικά εφικτές και πολιτικά υποστηρίξιμες.
Νέα προσφυγή στις κάλπες θα σημαίνει αναζήτηση διαφορετικής εντολής με τον ίδιο εκλογικό μηχανισμό. Θα επιδιώκει μεγαλύτερη συγκέντρωση της ψήφου υπό την πίεση του κυβερνητικού αδιεξόδου. Η επιτυχία της δεν είναι δεδομένη. Τα κόμματα οφείλουν να εξηγήσουν εγκαίρως πώς αντιλαμβάνονται την ευθύνη σχηματισμού κυβέρνησης, ιδίως όταν οι πρώτες προτιμήσεις τους δεν επιβεβαιωθούν.
Το 2027, οι ίδιοι πολίτες θα αποφανθούν για τρία διαφορετικά ερωτήματα. Οι μετακινήσεις μεταξύ κομμάτων, η τελική επιλογή των αναποφάσιστων και η συμμετοχή όσων είχαν απομακρυνθεί από την κάλπη θα επηρεάσουν ταυτόχρονα τη δεύτερη θέση, τη δύναμη της δεξιάς και τις δυνατότητες διακυβέρνησης.
Κάθε ηγεσία διεκδικεί ένα επιμέρους αποτέλεσμα, γνωρίζοντας ότι από αυτό θα κριθεί και η δική της συνέχεια.
Το 2012 ανέτρεψε την προηγούμενη κομματική τάξη. Το 2027 θα κρίνει πόσο σταθερό είναι ό,τι διαμορφώθηκε στη θέση της. Στην ίδια κάλπη θα αποτυπωθούν οι νέοι συσχετισμοί και η δυνατότητά τους να στηρίξουν κυβέρνηση. Αυτή θα είναι η τελική δοκιμασία όλων.
Πηγή: liberal.gr

