Toυ Γιώργου Βουλγαράκη
Στις 11 Ιουνίου 2026, στην εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου «Ενώπιος Ενωπίω», ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε κάτι που ξεπερνά τη συνηθισμένη προεκλογική ρητορική. «Αν με εμπιστευτεί ο ελληνικός λαός να κάνω τρίτη τετραετία, τέταρτη δεν πρόκειται να υπάρξει». Ο ίδιος ο πρωθυπουργός, δηλαδή, έθεσε μόνος του ένα χρονικό όριο στη δική του διακυβέρνηση, αναγνωρίζοντας, έμμεσα, κάτι που η πολιτική ιστορία της Μεταπολίτευσης επιβεβαιώνει με αξιοσημείωτη συνέπεια.
Τα κόμματα που κατακτούν την εξουσία μπορούν σχεδόν άνετα να ανανεώσουν την εντολή τους για μία ακόμη φορά. Όσο όμως πλησιάζουν στο τέλος μιας δεύτερης, αντιμετωπίζουν συσσωρευμένη φθορά που δεν αναστρέφεται τόσο εύκολα.
Η διαπίστωση αυτή έχει τον χαρακτήρα τάσης, όχι απαράβατου κανόνα ή μαθηματικού αξιώματος, αφού οι πολιτικές εξελίξεις σπάνια υπακούουν σε τέτοιες λογικές. Λειτουργεί ωστόσο ως ορόσημο, το σημείο όπου η κοινωνία παύει να συγκρίνει την κυβέρνηση μόνο με τους αντιπάλους της και αρχίζει να τη συγκρίνει με τις προσδοκίες που η ίδια δημιούργησε. Το ερώτημα είναι αν πρόκειται για έναν φυσικό κύκλο εξουσίας ή αποτέλεσμα της αδυναμίας των κυβερνήσεων να ανανεωθούν προτού η φθορά γίνει ισχυρότερη από το έργο τους.
Το κόστος της διακυβέρνησης
Το φαινόμενο δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. Διεθνώς είναι γνωστό με τον όρο «κόστος διακυβέρνησης». Τα κόμματα εξουσίας τείνουν να χάνουν εκλογική δύναμη όσο αυξάνεται ο χρόνος παραμονής τους στην κυβέρνηση.
Κάθε κυβέρνηση ξεκινά με ένα απόθεμα εμπιστοσύνης. Σταδιακά, όμως, η καθημερινή τριβή με την πραγματικότητα, οι δυσάρεστες αποφάσεις, τα λάθη και η διάψευση μέρους των προεκλογικών προσδοκιών το περιορίζουν.
Κάθε κυβερνητική επιλογή δημιουργεί και μια ομάδα δυσαρεστημένων, όσων θεωρούν ότι αδικήθηκαν, ότι δεν ακούστηκαν ή ότι οι αλλαγές δεν προχώρησαν αρκετά ή κινήθηκαν σε λάθος κατεύθυνση. Η δυσαρέσκεια αυτή δεν εμφανίζεται ταυτόχρονα. Συσσωρεύεται με τον χρόνο και μπορεί σταδιακά να συγκροτήσει κοινωνική πλειοψηφία αλλαγής. Έτσι η ψήφος ελπίδας της πρώτης εκλογής μετατρέπεται σταδιακά σε ψήφο αξιολόγησης και, αργότερα, σε ψήφο τιμωρίας.
Η ελληνική εμπειρία
Η Μεταπολίτευση προσφέρει χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή ξεκίνησε το 1974 με το εντυπωσιακό 54,37%, υποχώρησε στο 41,84% το 1977 και έχασε την εξουσία το 1981, μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου επανεξελέγη το 1985, αλλά η δεύτερη περίοδός του, σημαδεμένη από οικονομική στενότητα και σκάνδαλα, οδήγησε σε ήττα το 1989.
Ο Κώστας Σημίτης κυβέρνησε από το 1996 έως το 2004. Παρά την ένταξη στο ευρώ και τον εκσυγχρονισμό της χώρας, η κόπωση από τη μακρά παραμονή του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία αποδείχθηκε τελικά ισχυρότερη από τον απολογισμό του.
Οι επόμενοι κύκλοι —Κ. Καραμανλής (2004-2009), Α. Τσίπρας (2015-2019)— υπήρξαν συντομότεροι, καθώς η οικονομική κρίση συμπίεσε τον πολιτικό χρόνο. Η οκταετία λειτουργεί έτσι ως ανώτατο όριο, μέσα στο οποίο μια κυβέρνηση καλείται να αποδείξει ότι διαθέτει ακόμη πολιτική ενέργεια και κοινωνική χρησιμότητα, όχι ως προκαθορισμένη ημερομηνία λήξης.
Όταν η φθορά δεν συναντά διάδοχη λύση
Παρ όλα αυτά, η σημερινή συγκυρία παρουσιάζει μια ασυμμετρία. Η κυβέρνηση διανύει ήδη τη δεύτερη θητεία της, διεκδικεί ανοιχτά τρίτη, και αντιμετωπίζει τη φυσιολογική φθορά της μακράς διακυβέρνησης. Καμία δύναμη της αντιπολίτευσης, ωστόσο, δεν έχει διαμορφώσει ακόμη καθαρό προβάδισμα ως εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Ο κύκλος της φθοράς παραμένει ενεργός, χωρίς να έχει βρει ακόμη σαφή πολιτικό αποδέκτη.
Σε τέτοιες συνθήκες, οι πολίτες μπορεί να συνεχίζουν να επιλέγουν το κυβερνών κόμμα, όχι επειδή είναι ικανοποιημένοι από το σύνολο του έργου του, αλλά επειδή το θεωρούν ασφαλέστερη επιλογή από τις διαθέσιμες εναλλακτικές.
Η ψήφος εμπιστοσύνης μετατρέπεται έτσι σε ψήφο σύγκρισης — κάτι που μπορεί να παρατείνει την εκλογική αντοχή μιας κυβέρνησης, κρύβει όμως κινδύνους. Η απουσία ισχυρού αντιπάλου ευνοεί τον εφησυχασμό και μειώνει την πίεση για αυτοδιόρθωση. Η δυσαρέσκεια, όταν δεν βρίσκει αξιόπιστη θεσμική διέξοδο, κατευθύνεται προς την αποχή, την αντισυστημική ψήφο ή την απόρριψη του πολιτικού συστήματος συνολικά.
Η δυνατότητα της αυτοανανέωσης
Μια κυβέρνηση μπορεί να υπερβεί το πολιτικό όριο της οκταετίας, όχι όμως επαναλαμβάνοντας τον απολογισμό της ή επικαλούμενη την αδυναμία των αντιπάλων της. Χρειάζεται ουσιαστική αυτοανανέωση, δηλαδή νέες προτεραιότητες, επανεξέταση πολιτικών που δεν απέδωσαν, ειλικρινή αναγνώριση λαθών και προβλημάτων που επιμένουν.
Αφορά κυρίως την ικανότητα μιας κυβέρνησης να αντιληφθεί ότι η κοινωνία στην οποία απευθύνεται δεν είναι πια η ίδια με εκείνη που την εξέλεξε πριν από οκτώ χρόνια, χωρίς αυτό να σημαίνει αδιαφορία για πρόσωπα που κουβαλάνε αρνητικό πολιτικό φορτίο. Μια τρίτη εντολή δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως παράταση των δύο προηγούμενων. Για να αποκτήσει πολιτικό περιεχόμενο, πρέπει να συνδεθεί με νέους στόχους, νέα αφηγήματα και με καθαρή εξήγηση του λόγου για τον οποίο η συνέχεια υπηρετεί το μέλλον της χώρας και όχι το ίδιον όφελος.
Η εναλλαγή στην εξουσία είναι φυσιολογική και επιβεβλημένη λειτουργία της Δημοκρατίας. Επιτρέπει την εφαρμογή νέων ιδεών και κυρίως την αποτροπή της καθεστωτικής νοοτροπίας. Η υπέρβαση ενός πολιτικού κύκλου είναι εξίσου θεμιτή, όταν προκύπτει από ελεύθερη επιλογή των πολιτών και από μια πραγματικά ανανεωμένη πρόταση.
Ο χρόνος δεν ανατρέπει μόνος του τις κυβερνήσεις. Τις ανατρέπει η αδυναμία τους να κατανοήσουν εγκαίρως ότι όσα τις έφεραν στην εξουσία δεν αρκούν πάντοτε για να τις διατηρήσουν σε αυτήν.
Ο πρωθυπουργός έχει ήδη γυρίσει την κλεψύδρα του χρόνου. Το ζητούμενο πλέον είναι αν θα καταφέρει να την γεμίσει με ένα θετικό πολιτικό αφήγημα ή αν θα περιοριστεί στη διαχείριση του διλήμματος της επόμενης μέρας σε περίπτωση ήττας. Αυτό το δίλημμα, ωστόσο, δεν αγγίζει με τον ίδιο τρόπο το σύνολο του εκλογικού σώματος – μια παράμετρος που καλό θα ήταν να γίνει εγκαίρως κατανοητή.
Πηγή: liberal.gr

