Του Γιώργου Βουλγαράκη
Οι μεγάλες αλλαγές στην παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων σπάνια γίνονται αντιληπτές τη στιγμή που συμβαίνουν. Οι διεθνείς οργανισμοί παραμένουν οι ίδιοι, οι παραδοσιακές δυνάμεις εξακολουθούν να κυριαρχούν και οι πολιτικοί χάρτες αλλάζουν πολύ πιο αργά από την οικονομική πραγματικότητα. Πίσω όμως από αυτή την εικόνα, η παραγωγή, η δημογραφία και το εμπόριο μετακινούν σταδιακά το κέντρο βάρους του πλανήτη προς την Ανατολή.
Η Κίνα υπήρξε η μεγάλη πρωταγωνίστρια αυτής της μεταβολής. Μετά τις μεταρρυθμίσεις των τελών της δεκαετίας του 1970 και την ένταξή της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001, μεταμορφώθηκε στο «εργοστάσιο του κόσμου».
Αρχικά στηρίχθηκε στο χαμηλό εργατικό κόστος και στις μαζικές εξαγωγές, για να εξελιχθεί στη συνέχεια σε τεχνολογική και βιομηχανική δύναμη, με πρωταγωνιστικό ρόλο σε ηλεκτρικά αυτοκίνητα, μπαταρίες, τηλεπικοινωνίες και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Σήμερα, όμως, ο κινεζικός γίγαντας γερνά. Η μείωση του πληθυσμού, η περιορισμένη εσωτερική κατανάλωση, η κρίση στην αγορά ακινήτων και η υποχώρηση των επενδύσεων δυσκολεύουν τη συνέχιση του προηγούμενου μοντέλου, και οι διψήφιοι ρυθμοί ανάπτυξης ανήκουν πλέον στο παρελθόν.
Η Κίνα καλείται να μεταβεί από την οικονομία των εξαγωγών και των μεγάλων δημόσιων επενδύσεων σε ένα μοντέλο βασισμένο περισσότερο στην κατανάλωση των πολιτών της. Διαθέτει την παραγωγική υποδομή, την τεχνογνωσία και την κρατική ισχύ για αυτή τη μετάβαση, αλλά όχι πλέον το δημογραφικό πλεονέκτημα που τροφοδότησε την άνοδό της.
Την ίδια στιγμή ανατέλλει η Ινδία. Ξεκινά από χαμηλότερο οικονομικό επίπεδο, διαθέτει όμως νεότερο πληθυσμό και πολύ μεγαλύτερο περιθώριο ανάπτυξης. Έχει ήδη γίνει η πολυπληθέστερη χώρα στον κόσμο και μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες μεγάλες οικονομίες. Σε αντίθεση με την Κίνα, που οικοδόμησε την ισχύ της στη βιομηχανική παραγωγή, η Ινδία στηρίχθηκε περισσότερο στις υπηρεσίες, στο λογισμικό και στο αγγλόφωνο εργατικό της δυναμικό.
Οι δύο ασιατικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν επομένως αντίστροφες προκλήσεις: η Κίνα έχει ισχυρή βιομηχανική βάση αλλά χρειάζεται να ενισχύσει την εσωτερική ζήτηση και να προσαρμοστεί στη δημογραφική γήρανση, ενώ η Ινδία έχει το δημογραφικό πλεονέκτημα και δυναμικό τομέα υπηρεσιών, χρειάζεται όμως εκατομμύρια νέες παραγωγικές θέσεις εργασίας και μεγαλύτερο βιομηχανικό βάθος.
Η τάση πολλών πολυεθνικών να περιορίσουν την αποκλειστική εξάρτησή τους από την Κίνα δημιουργεί μεγάλη ευκαιρία για την Ινδία. Η πολιτική «China plus one» δεν σημαίνει μαζική εγκατάλειψη της κινεζικής αγοράς, αλλά αναζήτηση μιας επιπλέον παραγωγικής βάσης για τη μείωση του γεωπολιτικού και εμπορικού κινδύνου. Η Ινδία προσπαθεί να καλύψει αυτόν τον ρόλο, χωρίς όμως να διαθέτει ακόμη τις υποδομές, την ταχύτητα των διοικητικών διαδικασιών και την παραγωγική συνοχή της Κίνας. Η δημογραφία δημιουργεί δυνατότητες, δεν εξασφαλίζει όμως από μόνη της την επιτυχία.
Η μετατόπιση του παγκόσμιου οικονομικού κέντρου επηρεάζει άμεσα και τις παραδοσιακές δυνάμεις. Η Ευρώπη βρίσκεται ίσως μπροστά στη δυσκολότερη πρόκληση, θέμα στο οποίο έχω αναφερθεί εκτενέστερα στα δύο προηγούμενα άρθρα αυτής της σειράς — για τον φαύλο κύκλο αδράνειας των ηγετών της (εδώ) και για όσα έχει να διδαχθεί από την Αμερική χωρίς να πάψει να είναι Ευρώπη (εδώ).
Η αναιμική ανάπτυξη, το υψηλό ενεργειακό κόστος, η δημογραφική γήρανση και η καθυστέρηση σε κρίσιμους τεχνολογικούς τομείς περιορίζουν τη διεθνή της επιρροή. Ο κίνδυνος δεν είναι να πάψει να είναι πλούσια και ανεπτυγμένη ήπειρος, αλλά να διατηρήσει το υψηλό βιοτικό της επίπεδο για ένα διάστημα ενώ η οικονομική και γεωπολιτική της βαρύτητα συνεχώς μειώνεται. Η ρύθμιση των αγορών και η προστασία του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου παραμένουν αναγκαίες, δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν την παραγωγικότητα, την καινοτομία και τις επενδύσεις .
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την πλευρά τους, καλούνται να λειτουργήσουν σε έναν κόσμο με περισσότερα κέντρα ισχύος. Παραμένουν η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη και διαθέτουν τεράστιο πλεονέκτημα στην τεχνολογία, τα πανεπιστήμια και τις κεφαλαιαγορές. Δεν μπορούν όμως να θεωρούν πλέον δεδομένο ότι οι υπόλοιπες χώρες θα ευθυγραμμίζονται αυτόματα με τις επιλογές τους.
Η στάση της Ινδίας αποτυπώνει αυτό που το Νέο Δελχί ονομάζει «στρατηγική αυτονομία», δηλαδή την επιλογή να μη δεσμεύεται αποκλειστικά από κανένα στρατόπεδο.
Από τη μία πλευρά, συμμετέχει στο Quad, τη διπλωματική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ιαπωνία και την Αυστραλία, η οποία επιδιώκει έναν ελεύθερο και ανοικτό Ινδοειρηνικό και λειτουργεί στην πράξη ως αντίβαρο στην αυξανόμενη επιρροή της Κίνας. Από την άλλη, μετέχει στους BRICS, το διακρατικό σχήμα αναδυόμενων οικονομιών στο οποίο συμμετέχουν επίσης η Κίνα και η Ρωσία και το οποίο διεκδικεί μεγαλύτερο ρόλο για τον Παγκόσμιο Νότο σε μια περισσότερο πολυκεντρική διεθνή τάξη.
Η Ινδία συνεργάζεται επομένως με τη Δύση σε θέματα ασφάλειας και τεχνολογίας, χωρίς να διακόπτει τους δεσμούς της με τη Μόσχα και το Πεκίνο. Η Αμερική θα χρειαστεί να αποδεχθεί αυτή την αυτονομία και να μάθει να διαπραγματεύεται περισσότερο και να υπαγορεύει λιγότερο.
Για τη Ρωσία, η στροφή προς την Ασία προσφέρει μια οικονομική διέξοδο, ιδιαίτερα μετά τη ρήξη της με την Ευρώπη. Οι εξαγωγές πετρελαίου προς την Ινδία και η στενότερη συνεργασία με την Κίνα περιορίζουν τις συνέπειες της δυτικής απομόνωσης. Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνουν την εξάρτησή της από ισχυρότερους ασιατικούς εταίρους. Ο κίνδυνος για τη Μόσχα είναι να μετατραπεί σταδιακά από αυτόνομη παγκόσμια δύναμη σε προμηθευτή ενέργειας και πρώτων υλών στην περιφέρεια της κινεζικής οικονομικής σφαίρας.
Οι χώρες του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου αποκτούν, αντίθετα, μεγαλύτερα περιθώρια επιλογής. Σε αντίθεση με τον διπολικό κόσμο του Ψυχρού Πολέμου, δεν είναι υποχρεωμένες να ενταχθούν αποκλειστικά σε ένα στρατόπεδο. Μπορούν να συνδυάζουν κινεζικές υποδομές, αμερικανική τεχνολογία, ευρωπαϊκές επενδύσεις και ινδικές υπηρεσίες, διαπραγματευόμενες κάθε φορά με βάση τα δικά τους συμφέροντα. Αυτή η δυνατότητα δεν τις καθιστά αυτομάτως ισχυρές, αυξάνει όμως τη διαπραγματευτική τους αξία.
Οι παλιές δυνάμεις δεν εξαφανίζονται και η Ανατολή δεν αποτελεί ένα ενιαίο πολιτικό ή οικονομικό μέτωπο. Η Κίνα και η Ινδία είναι ταυτόχρονα εταίροι, ανταγωνιστές και γεωπολιτικοί αντίπαλοι. Παρ’ όλα αυτά, η κατεύθυνση της αλλαγής είναι σαφής. Ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής, της κατανάλωσης και της οικονομικής δυναμικής συγκεντρώνεται στην Ασία.
Ο 21ος αιώνας δεν θα είναι απλώς «ασιατικός». Θα είναι ο αιώνας κατά τον οποίο η Δύση θα κληθεί, για πρώτη φορά έπειτα από πολλούς αιώνες, να ζήσει σε έναν κόσμο του οποίου το οικονομικό κέντρο δεν βρίσκεται πλέον αποκλειστικά στην ίδια. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να εμποδίσει αυτή τη μετατόπιση. Είναι αν θα προσαρμοστεί εγκαίρως σε αυτήν.
Πηγή: liberal.gr

