Του Γιώργου Βουλγαράκη
Η ιδιωτικότητα υπήρξε πάντοτε μία από τις πιο αθόρυβες προϋποθέσεις της ελευθερίας. Γίνεται αντιληπτή σπάνια όσο υπάρχει, αποκτά αξία τη στιγμή που αρχίζει να περιορίζεται. Η ιδέα ότι κάποιος θα μπορούσε να γνωρίζει σχεδόν κάθε πτυχή της καθημερινότητας ενός ανθρώπου ανήκε παλαιότερα στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Σήμερα η προσωποποιημένη στόχευση αποτελεί απλή καθημερινότητα.
Η τεχνολογική πρόοδος άλλαξε ριζικά τον τρόπο εργασίας, επικοινωνίας, μετακίνησης και συναλλαγής, με αδιαμφισβήτητα οφέλη. Παρήγαγε όμως παράλληλα μια πρωτοφανή δυνατότητα συλλογής πληροφοριών για κάθε άνθρωπο, και αυτή η δυνατότητα αλλάζει τη φύση των δεδομένων. Παύουν να είναι απλές πληροφορίες και γίνονται μορφή ισχύος. Όποιος γνωρίζει τις συνήθειες, τους φόβους, τις αδυναμίες και τις επιθυμίες ενός ανθρώπου αποκτά μεγαλύτερη δυνατότητα να επηρεάσει τις επιλογές του, όπως έδειξε το σκάνδαλο Cambridge Analytica, όπου δεδομένα εκατομμυρίων χρηστών Facebook αξιοποιήθηκαν για μικρο- στοχευμένη πολιτική προπαγάνδα.
Το ίδιο μοτίβο αναπαράγεται καθημερινά και σε μικρότερη κλίμακα. Οι αλγόριθμοι καθορίζουν ολοένα και περισσότερο ποιες ειδήσεις προβάλλονται, ποιες απόψεις συναντά κανείς, ποια προϊόντα προτείνονται. Όσο περισσότερα γνωρίζουν οι πλατφόρμες, τόσο αποτελεσματικότερα προσαρμόζουν τα μηνύματά τους, και η δημόσια συζήτηση μεταβάλλεται σταδιακά από κοινό χώρο ανταλλαγής επιχειρημάτων σε σύνολο εξατομικευμένων πραγματικοτήτων.
Η κανονικοποίηση αυτή δεν επιβάλλεται πάντα από πάνω, μέσω νόμου ή κρατικής απόφασης. Συχνά περνά μέσα από την ίδια την αγορά. Όταν ένα προϊόν με ενσωματωμένη δυνατότητα καταγραφής εικόνας ή ήχου κυκλοφορεί ελεύθερα ως καταναλωτικό αγαθό, ένα ρολόι, ένα ζευγάρι γυαλιά, ένα εξάρτημα ένδυσης, το ίδιο το γεγονός της κυκλοφορίας του λειτουργεί ως σιωπηρή αποδοχή. Το φράγμα του ελέγχου δεν σπάει με μια απόφαση, αλλά τη στιγμή που ένα τέτοιο αντικείμενο γίνεται διαθέσιμο στο ράφι.
Το ερώτημα ποιος ελέγχει τελικά τα δεδομένα δεν έχει μία απάντηση. Η Αμερική, η Κίνα και η Ευρώπη έχουν επιλέξει τρεις εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις, που αποτυπώνουν σε μεγάλο βαθμό και τις βαθύτερες πολιτισμικές διαφορές που υπάρχουν . Το ζήτημα αυτό όμως θα αναλυθεί στο επόμενο άρθρο της τετραλογίας.
Η ίδια λογική επεκτείνεται και στις οικονομικές συναλλαγές. Η διάδοση των ηλεκτρονικών πληρωμών περιόρισε τη φοροδιαφυγή και ενίσχυσε την ασφάλεια, μια σαφώς θετική εξέλιξη. Ωστόσο, κάθε μορφή οικονομικής δραστηριότητας δεν χρειάζεται να αφήνει υποχρεωτικά πλήρες ψηφιακό αποτύπωμα, ζήτημα στο οποίο θα επανέλθει αναλυτικότερα το τρίτο άρθρο της σειράς. Το κρίσιμο ερώτημα, ήδη από τώρα, δεν είναι αν πρέπει να αξιοποιείται η τεχνολογία, αλλά ποιος ελέγχει τα δεδομένα, για ποιο σκοπό, και πόσο πραγματικό έλεγχο διατηρεί ο πολίτης πάνω σε αυτά.
Πέρα όμως από τα θεσμικά πλαίσια, το διακύβευμα παραμένει προσωπικό, και εδώ βρίσκεται το πιο ανησυχητικό σημείο. Η λογική υπόθεση θα ήταν ότι η επίγνωση της διαρκούς καταγραφής οδηγεί σε μεγαλύτερη προσοχή. Στην πράξη συμβαίνει το αντίθετο. Η κοινωνία που προκύπτει δεν είναι πιο προσεκτική, είναι πιο φοβική.
Η διαρκής αίσθηση ότι κάθε λέξη μπορεί να καταγραφεί δεν καλλιεργεί ενάρετη συμπεριφορά, ωθεί στην αυτολογοκρισία. Ο άνθρωπος που ζει υπό διαρκή πιθανότητα παρακολούθησης δεν γίνεται καλύτερος, γίνεται λιγότερο αυθεντικός, λιγότερο άνθρωπος – με την κυριολεκτική έννοια του όρου. Παράλληλα, η ίδια η κανονικοποίηση της καταγραφής ανοίγει νέο πεδίο για εγκληματική εφευρετικότητα, από την παράνομη συλλογή δεδομένων μέχρι τη χρήση τους για εκβιασμό ή παρενόχληση.
Η προστασία της ιδιωτικότητας συνεπώς, δεν αποτελεί πολυτέλεια για όσους έχουν κάτι να κρύψουν, αλλά προϋπόθεση της προσωπικής ελευθερίας.
Η τεχνολογία δεν είναι ούτε εχθρός ούτε σωτήρας της δημοκρατίας, είναι εργαλείο. Η διαφορά δεν εντοπίζεται στους αλγορίθμους ούτε στην τεχνητή νοημοσύνη, αλλά στους κανόνες που θέτουν οι δημοκρατίες και στην απαίτηση των πολιτών να διατηρούν ουσιαστικό έλεγχο πάνω στα προσωπικά τους δεδομένα.
Μια κοινωνία μπορεί να είναι απολύτως ψηφιακή χωρίς να γίνει λιγότερο ελεύθερη, αρκεί να μην ξεχάσει ότι τα δεδομένα υπηρετούν τον άνθρωπο και όχι το αντίστροφο.
(To κείμενο είναι το πρώτο άρθρο μιας τετραλογίας για την ιδιωτικότητα στην ψηφιακή εποχή. Η σειρά εξετάζει το πρόβλημα σε τέσσερα επίπεδα, το ανθρώπινο, το γεωπολιτικό, το οικονομικό, και τέλος το ιδεολογικό, καταλήγοντας σε μια επανεξέταση του φιλελευθερισμού απέναντι στις νέες μορφές εξουσίας.)
Πηγή: liberal.gr
