Του Γιώργου Βουλγαράκη
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι ούτε άγνωστο, ούτε ουδέτερο πολιτικό πρόσωπο. Έχει άλλωστε μια μακρά πολιτική διαδρομή που έχει συνδεθεί με την πιο κρίσιμη περίοδο της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες. Η αποτίμηση εκείνης της περιόδου, έχει κριθεί από τον ελληνικό λαό, και μάλιστα σε δύο συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Και έχει κριθεί αρνητικά.
Η επανεμφάνισή του στα πολιτικά πράγματα θέτει εκ των πραγμάτων ορισμένα ερωτήματα που δύσκολα μπορεί κανείς να παρακάμψει:
- Πώς ένας πολιτικός που υπέγραψε τη μεγαλύτερη λιτότητα στην ιστορία της μεταπολίτευσης επιστρέφει ως εγγυητής προοδευτικής διακυβέρνησης;
- Και τι ακριβώς είναι διαφορετικό αυτή τη φορά – πέρα από το λογότυπο;
Ανεξάρτητα από την άποψη που μπορεί να έχει ο καθένας για τον πολιτικό Τσίπρα, το βέβαιο είναι ότι η παρουσία του πρέπει να αξιολογηθεί υπό το φως της νέας πολιτικής συγκυρίας – και προφανώς δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Διότι αυτό που επιχειρείται δεν είναι η προσθήκη ενός ακόμη κόμματος στα ήδη υπάρχοντα. Είναι μια απόπειρα επανακαθορισμού της αρχιτεκτονική του πολιτικού συστήματος και η δημιουργία ενός «Νέου Διπολισμού».
Αυτό που στην πραγματικότητα επιχειρεί ο Αλέξης Τσίπρας είναι μια πρωτοφανή πολιτική μετάλλαξη: να επιστρέψει στην πολιτική ζωή όχι ως ο «ριζοσπάστης ηγέτης», αλλά ως «θεσμικός εγγυητής» της σταθερότητας του συστήματος.
Η επιλογή του φόντου της Ακρόπολης, των χρωμάτων με το μπλε να κυριαρχεί δίπλα στο κόκκινο, καθώς και η ρητορική περί «νέου πατριωτισμού» και «θεσμικής σοβαρότητας», μαρτυρούν μια συνειδητή στρατηγική αποστασιοποίησης από το πρόσφατο παρελθόν του, που αγγίζει ακόμα και τα όρια της αποϊδεολογικοποίησης.
Είναι προφανές ότι στόχος του δεν είναι πλέον η εκπροσώπηση της αριστερής διαμαρτυρίας, αλλά ενός μετριοπαθέστερου «προοδευτικού» χώρου.
Το παράδοξο βέβαια έγκειται στο απλοϊκό αλλά ουσιώδες ερώτημα: πώς το «νέο» μπορεί να οικοδομηθεί με υλικά του παρελθόντος;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα προκύπτει από την εργαλειοποίηση της ίδιας του της διαδρομής.
Το παρελθόν δεν παρουσιάζεται -από τον ίδιο ως βαρίδι, αλλά ως τεκμήριο ωριμότητας, με το σκεπτικό ότι «τα λάθη του χθες γίνονται η γνώση του σήμερα» για μια σοβαρότερη διακυβέρνηση.
Αυτό είναι και το νέο του αφήγημα. Κατά πόσο θα το συμμεριστεί ο ψηφοφόρος -και ποιος ψηφοφόρος- παραμένει το κεντρικό ερώτημα.
- Στοχεύει τον απογοητευμένο της παλιάς Αριστεράς;
- Τον κεντρώο που δεν εμπιστεύεται τη Νέα Δημοκρατία αλλά δεν βρίσκει εναλλακτική;
- Τον νέο ψηφοφόρο που αναζητά σταθερότητα χωρίς ιδεολογικό κόστος;
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι ούτε άγνωστο, ούτε ουδέτερο πολιτικό πρόσωπο. Έχει άλλωστε μια μακρά πολιτική διαδρομή που έχει συνδεθεί με την πιο κρίσιμη περίοδο της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες. Η αποτίμηση εκείνης της περιόδου, έχει κριθεί από τον ελληνικό λαό, και μάλιστα σε δύο συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Και έχει κριθεί αρνητικά.
Η επανεμφάνισή του στα πολιτικά πράγματα θέτει εκ των πραγμάτων ορισμένα ερωτήματα που δύσκολα μπορεί κανείς να παρακάμψει:
- Πώς ένας πολιτικός που υπέγραψε τη μεγαλύτερη λιτότητα στην ιστορία της μεταπολίτευσης επιστρέφει ως εγγυητής προοδευτικής διακυβέρνησης;
- Και τι ακριβώς είναι διαφορετικό αυτή τη φορά – πέρα από το λογότυπο;
Η απάντηση θα καθορίσει τελικά αν το εγχείρημα έχει μέλλον ή παραμένει μια εντυπωσιακή αλλά κενή περιεχομένου κίνηση.
Η στρατηγική ασφυξία των υπαρχόντων παικτών
Αυτή η θεσμική μετατόπιση προκαλεί τεκτονικές αλλαγές σε όλο το πολιτικό φάσμα, επηρεάζοντας καθοριστικά τους υπάρχοντες σχηματισμούς.
Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται αντιμέτωπη με την απώλεια του πιο «βολικού» της αντιπάλου. Επί χρόνια, το κυβερνών κόμμα αντλούσε μεγάλο μέρος της ηγεμονίας του από το ισχυρό «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» μέτωπο, προβάλλοντας τον εαυτό του – και ορθώς – ως το μοναδικό ανάχωμα στον λαϊκισμό.
Με τον Τσίπρα να αυτοπαρουσιάζεται πλέον ως θεσμικός και μετριοπαθής, αυτός ο αυτοματισμός ακυρώνεται.
Η Νέα Δημοκρατία καλείται πλέον να ισορροπήσει σε μια λεπτή γραμμή: αν επιτεθεί με υπερβολική ένταση, κινδυνεύει να τον καταστήσει αμέσως τον μοναδικό, de facto, πόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, υποβαθμίζοντας τους υπόλοιπους.
Αν τον αγνοήσει, του επιτρέπει να καταλάβει ζωτικό πολιτικό χώρο ανενόχλητος. Την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να εισέλθει σε μια φάση «στρατηγικής ασφυξίας». Η Χαριλάου Τρικούπη διεκδικούσε την ηγεμονία της κεντροαριστεράς βασιζόμενη ακριβώς στο δικό της μονοπώλιο πάνω στη θεσμική σοβαρότητα.
Η εμφάνιση ενός νέου φορέα υπό τον Τσίπρα, ο οποίος ήδη από τις πρώτες δημοσκοπήσεις καταγράφει ισχυρή δυναμική, στερεί από το ΠΑΣΟΚ το αφήγημα της «μοναδικής σοβαρής εναλλακτικής».
Ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει δεν είναι μόνο να εγκλωβιστεί ξανά στην εικόνα μιας συμπληρωματικής δύναμης – είναι να αναγκαστεί να επιλέξει: αντιπαράθεση με τον Τσίπρα ή σιωπηρή σύγκλιση; Και οι δύο επιλογές έχουν υψηλό κόστος.
Στον αντίποδα, για τον παραδοσιακό ΣΥΡΙΖΑ και τα παρακλάδια του, η εξέλιξη αυτή έχει χαρακτηριστικά πολιτικής ρευστοποίησης. Ο Αλέξης Τσίπρας ουσιαστικά αποσύρει την πολιτική «νομιμοποίηση» από το παλαιό του κόμμα. Δεδομένου ότι η εκλογική βάση του χώρου αυτού ήταν σε μεγάλο βαθμό προσωποπαγής, η μετακίνηση ψηφοφόρων και στελεχών προς το νέο σχήμα αναμένεται μαζική, απειλώντας τον ιστορικό ΣΥΡΙΖΑ με πλήρη περιθωριοποίηση και μετατροπή σε ένα μικρό σχήμα διαμαρτυρίας.
Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε ένα παράδοξο φαινόμενο: την ανάδυση ενός ελεγχόμενου χάους, όπου ο πολύπλοκος κομματικός κατακερματισμός επιχειρείται να τιθασευτεί μέσα από τη βίαιη ανασύσταση ενός νέου, διορθωμένου διπολισμού.
Το διακύβευμα της επόμενης μέρας
Η μεγάλη εικόνα της επόμενης μέρας ξεπερνά τις απλές κομματικές αντιπαραθέσεις και αφορά την ίδια τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Ο νέος διπολισμός που κυοφορείται, δεν θα κριθεί από την ιδεολογική καθαρότητα των συνθημάτων, αλλά από την ικανότητα των δύο βασικών πόλων να πείσουν για την κυβερνητική τους επάρκεια.
Το εκλογικό σώμα, κουρασμένο από τις συνεχείς αναταράξεις και τον κατακερματισμό, αναζητά καθαρές λύσεις και σταθερούς πυλώνες.
Το στοίχημα για τον Αλέξη Τσίπρα είναι τεράστιο και γεμάτο ρίσκα. Θα πρέπει να αποδείξει ότι το νέο του εγχείρημα δεν αποτελεί προσπάθεια πολιτικής επιβίωσης ή «ρεβάνς του χθες», αλλά αυθεντική, σύγχρονη πρόταση για το μέλλον της χώρας.
Αν καταφέρει να ξεπεράσει την καχυποψία και να εδραιώσει τον νέο του φορέα ως τον δεύτερο ισχυρό πόλο του συστήματος, τότε ο πολιτικός χάρτης της Ελλάδας θα έχει αλλάξει οριστικά μορφή, εγκαινιάζοντας μια νέα, απρόβλεπτη πολιτική εποχή.
Πρέπει όμως να έχει υπόψη του, ότι η ιστορία σπανίως συγχωρεί δεύτερες ευκαιρίες που μοιάζουν με πρώτες.
Πηγή: liberal.gr
