Του Κωνστ. Χαροκόπου

Η μη υπερψήφιση της νέας θητείας του Γιάννη Στουρνάρα στην θέση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ, ήταν το τελευταίο κερασάκι στην τούρτα των ανησυχιών του οικονομικού κόσμου μπροστά στις εκλογές. Η πλήρης ταύτιση των θέσεων σύσσωμου του πολιτικού χώρου σε έναν αντιτραπεζικό και αντιπεπενδυτικό άξονα, δεν είναι ευχάριστη.

Να θυμίσουμε ότι το προτελευταίο κερασάκι στην τούρτα ήταν η ιδέα του αρχηγού του νέου Σύριζα να αποκτήσει πρόσβαση στα $34 τρισ. που κατέχει το1% του παγκόσμιου πληθυσμού για να λύσει τα προβλήματα όχι μόνο της Ελλάδας και ολόκληρου του κόσμου.

Ορισμένοι από εμάς εξοργίζονται διαβάζοντας ή ακούγοντας αυτές τις δηλώσεις. Κάποιοι άλλοι χαμογελούν πικρά. Και κάποιοι άλλοι, λίγο πιο μακριά, παρακολουθώντας την συγκεκριμένη ατζέντα της αντιπολίτευσης εν όψει των εκλογών, δηλώνουν θορυβημένοι και ανήσυχοι.

Έτσι οι μεγάλοι ξένοι οίκοι αξιολόγησης όπως είναι η Moody’s, η S&P Global Ratings, η Fitch Ratings, η DBRS Morningstar και η Scope Ratings θεωρούν ότι σήμερα το βασικό ζήτημα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο η οικονομία. Αλλά κυρίως η πολιτική σταθερότητα μετά τις επόμενες εκλογές. Ειδικά όταν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, διαγωνίζονται στο ξερό γήπεδο του λαϊκισμού, με τρόπαιο την κατάκτηση της δεύτερης θέσης.

Όλες οι αξιολογήσεις τους, συνδέουν άμεσα την ύπαρξη σταθερής κυβέρνησης, τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, τη δημοσιονομική πειθαρχία, και την πορεία των τραπεζών και των επενδύσεων, με το κόστος δανεισμού της χώρας και τη διατήρηση της επενδυτικής βαθμίδας.

Όμως η ύπαρξη σταθερής κυβέρνησης δεν είναι κάτι το δεδομένο. Είναι το επιθυμητό σενάριο, αλλά όχι το δεδομένο. Και για να το τοποθετήσουμε στην ακόμα πιο σωστή του βάση είναι το μόνο σενάριο που υπόσχεται να διατηρήσει μια πορεία προς ένα καλύτερο μέλλον. Μέχρι σήμερα όλες οι αξιολογήσεις αναφέρονται στο παρελθόν, με θετική αναφορά στη σαφή βελτίωση της ελληνικής οικονομίας από το 2019. Μια βελτίωση που ωστόσο δεν έχει καταφέρει ακόμα να ξεπεράσει βάρη από το παρελθόν, όπως είναι το υψηλότερο χρέος στην Ευρωζώνη, το δεύτερο χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση, το ευμετάβλητο ρυθμιστικό πλαίσιο, οι αργοί ρυθμοί απονομής της δικαιοσύνης, καθώς και το ξεπερασμένο εκπαιδευτικό σύστημα.

Ωστόσο, οι αγορές και οι οίκοι αξιολόγησης δεν εξετάζουν μόνο την πορεία που έχει διανύσει η χώρα μας. Το βασικό τους ερώτημα είναι αν αυτή η πρόοδος μπορεί να διατηρηθεί σε βάθος χρόνου και ειδικά σε ένα πιεστικό διεθνές περιβάλλον, γεμάτο κρίσεις και κινδύνους, όπως είναι το σημερινό.

Επομένως, οι εκλογές που έρχονται, μέσα από τη λογική που περιγράψαμε, δεν θα αφορούν μόνο την ανάδειξη της επόμενης κυβέρνησης. Αλλά την πιθανότητα της πλήρους ανατροπής της πολιτικής που ακολουθείται. Μια πιθανότητα που θα αποσύρει από το τραπέζι, την σταθερότητα, την συνέπεια και την εμπιστοσύνη που με τόσο κόπο και προσπάθεια έχει καταφέρει να κατακτήσει η ελληνική οικονομία.

Με δυο λόγια οι οίκοι αξιολόγησης και οι αγορές, εξετάζουν το αποτέλεσμα των εκλογών, μέσα από το ακόλουθο ερώτημα. Θα συνεχιστεί η δημοσιονομική πειθαρχία και η μεταρρυθμιστική πορεία μετά τις εκλογές ή θα διακοπεί, ανάλογα με το αποτέλεσμα; Διότι στην περίπτωση κατά την οποία διακοπεί, τότε ο δρόμος για το επόμενο αδιέξοδο δεν θα είναι τόσο μακρινός όσοι τον φαντάζονται μερικοί.

Ουσιαστικά τα βασικά εκλογικά σενάρια είναι δυο. Το καλό και το κακό.

Το καλό σενάριο είναι οι εκλογές να δώσουν τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να συνεχίσει απρόσκοπτα το έργο της, ακολουθώντας το σχεδιασμό της μέσα στα ευρωπαϊκά πολιτικά πλαίσια και στα οικονομικά πλαίσια που ναι μεν μπορεί να αποκλίνουν από αυτά της φιλελεύθερης οικονομίας, αλλά επιτρέπουν την χώρα να κινείται σε ένα φιλοεπενδυτικό και αναπτυξιακό δρόμο. Σε αυτό το σενάριο, μπορεί να καταλήξουμε μετά από έναν ή δύο εκλογικούς γύρους ή ακόμα και τρεις. Κατά τη διάρκεια των οποίων θα υπάρχει αναταραχή, αλλά στο τέλος θα αποφευχθεί το πολιτικό και οικονομικό αδιέξοδο.

Το κακό σενάριο είναι ακριβώς το αντίθετο. Πολιτικό αδιέξοδο το οποίο μπορεί να έχει μικρή ή μεγάλη διάρκεια. Και η διάρκεια του αδιεξόδου θα καθορίσει το μέγεθος της αναταραχής στην οικονομία, το εύρος του πλήγματος στην επιχειρηματικότητα και το βάρος του τελικού κόστους στην τσέπη των πολιτών. Η κατάληξη του κακού σεναρίου; Είτε ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης που θα στερείται πολιτικής συνοχής και οικονομικού σχεδίου, είτε μια παρατεταμένη για μήνες ακυβερνησία. Ακυβερνησία που θα οδηγήσει τη χώρα σε νέα βαθιά κρίση. Και αυτό είναι το χειρότερο σενάριο.

Οι επαναλαμβανόμενες εκλογές και η αδυναμία σχηματισμού σταθερής κυβέρνησης για μήνες, θα αυξήσουν τα «spreads» των ελληνικών ομολόγων, θα πλήξουν την εμπιστοσύνη των αγορών, θα παγώσουν τις επενδύσεις, θα μειώσουν την τραπεζική χρηματοδότηση, θα μειώσουν την κατανάλωση και θα πιέσουν προς τα κάτω τις αξιολογήσεις των τραπεζών, της οικονομίας και του αξιόχρεου της χώρας, με το ενδεχόμενο υποβάθμισης και αρνητικού «outlook» να είναι απολύτως πιθανό.

Το μεγάλο ζητούμενο για τις αξιολογήσεις και εν τέλει για την ίδια την χώρα, δεν είναι μόνο το αν θα συνεχιστεί η ανάπτυξη. Αλλά το αν όλα όσα έχουν επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια, μπορέσουν να αντέξουν και μετά το τέλος της εκλογικής μάχης και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που την συνοδεύουν. Όπου τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της είναι η εχθροπάθεια, η τοξικότητα, ο παραλογισμός, ο οικονομικός αναλφαβητισμός, κ.α.

Ας έχουμε στο μυαλό μας ότι τίποτα δεν είναι πλέον δεδομένο. Και ότι οι πολιτικοί που δεν εμπιστεύονται την Τράπεζα της Ελλάδος και εχθρεύονται το τραπεζικό σύστημα, τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα δεν έχουν όρια στις επιδιώξεις τους. Κάτι που απέδειξαν περίτρανα το 2015. Με τη διαφορά ότι σήμερα, με τις δυνάμεις του σκοτεινού και δυστοπικού «ΟΧΙ» του 2015 συντάσσεται ανοικτά και το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη.

Πηγή: liberal.gr