Του Κώστα Στούπα
Ακόμη και αν οι επόμενες εκλογές γίνουν στην ώρα τους, την επόμενη άνοιξη, ο χρόνος έχει αρχίσει πλέον να μετρά αντίστροφα. Η ίδρυση των νέων κομμάτων Τσίπρα και Καρυστιανού, προκειμένου να ριχτούν έγκαιρα στη μάχη, φαίνεται να ανατρέπει τη μέχρι τώρα ρουτίνα των δεδομένων.
Κατά τα φαινόμενα, δύο είναι τα βασικά στοιχήματα των επόμενων εκλογών. Το πρώτο αφορά το αν η Νέα Δημοκρατία του Κ. Μητσοτάκη θα καταφέρει να τις κερδίσει και να σχηματίσει κυβέρνηση και το δεύτερο ποιο από το ΠΑΣΟΚ και το νέο κόμμα Τσίπρα θα καταφέρει να έρθει δεύτερο και να βάλει ισχυρή παρακαταθήκη για τις μεθεπόμενες εκλογές.
Για τη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη τα πράγματα είναι απλά. Αν λάβει ποσοστό άνω του 35%, θα βρίσκεται σε τροχιά τρίτης θητείας. Με ποσοστό μεταξύ 30% και 35% αυξάνονται οι πιθανότητες για επαναληπτικές εκλογές και κυβερνητικές συνεργασίες, ενώ με ποσοστό μεταξύ 25% και 30% ξεκινά η εσωτερική αμφισβήτηση και η ενδεχομένως χώρα εισέρχεται σε τροχιά αστάθειας.
Αρκετοί ποντάρουν ως επικρατέστερο το τρίτο σενάριο, επειδή ένα ποσοστό κάτω του 30% είναι πιο κοντά στο αποτέλεσμα των τελευταίων ευρωεκλογών. Αυτό είναι λάθος. Τα διλήμματα και τα κριτήρια με τα οποία μια σημαντική μερίδα της εκλογικής βάσης ψηφίζει στις ευρωεκλογές και στις βουλευτικές εκλογές είναι εντελώς διαφορετικά.
Οι ρεαλιστές του φιλοκυβερνητικού στρατοπέδου πιστεύουν πως ένα σημαντικό μέρος της «γκρίζας» ζώνης των αναποφάσιστων και προβληματισμένων ψηφοφόρων, που προέρχεται από το 41% της Νέας Δημοκρατίας στις τελευταίες εκλογές, θα επαναπατριστεί ελλείψει εναλλακτικής επιλογής.
Οι αισιόδοξοι του ίδιου στρατοπέδου ποντάρουν στην ύπαρξη κρυφής ψήφου. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, μια σημαντική μερίδα ψηφοφόρων φέρεται, από τη μία πλευρά, να μην αισθάνεται άνετα όταν καλείται να απολογηθεί για υποθέσεις όπως του ΟΠΕΚΕΠΕ, των υποκλοπών κ.λπ., αλλά, από την άλλη, να θεωρεί σημαντικότερες την πολιτική σταθερότητα και τη θετική οικονομική πορεία των τελευταίων ετών.
Στη μείζονα αντιπολίτευση ο αγώνας γίνεται για τη δεύτερη θέση, γιατί τόσο ο κ. Ανδρουλάκης όσο και ο κ. Τσίπρας θεωρούν πως όποιος έρθει δεύτερος αυτομάτως αναβαθμίζεται σε πιθανό νικητή των μεθεπόμενων εκλογών του 2031.
Η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να επιθυμεί τον κ. Τσίπρα ως αντίπαλο, καθώς θεωρεί πως η παρουσία του είναι ικανή να ανασυστήσει το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, το οποίο αγγίζει περίπου το 40% του εκλογικού σώματος.
Επιπλέον, η απορρόφηση ενός τμήματος του ΠΑΣΟΚ από το κόμμα του κ. Τσίπρα θα απελευθερώσει προς τη Νέα Δημοκρατία και το υπόλοιπο κεντρώο τμήμα.
Η κυβέρνηση τους επόμενους μήνες έχει έναν σοβαρό αντίπαλο και έναν «σύμμαχο» οι οποίοι θα μπορούσαν να προκαλέσουν ανατροπές.
Ο αντίπαλος είναι ο πληθωρισμός, ο οποίος παρουσιάζει σημάδια επιδείνωσης λόγω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή. Από την άλλη πλευρά Ο «σύμμαχος» είναι ο Ερντογάν, ο οποίος περνά μια έντονη περίοδο εσωτερικής και εξωτερικής κρίσης.
Στο εσωτερικό της γείτονος, η οικονομία παρουσιάζει σημάδια επιδείνωσης, ενώ στο εξωτερικό οι εξελίξεις στο Ιράν προκαλούν τριγμούς και στην Τουρκία και στον ρόλο της στην περιοχή. Ο ανταγωνισμός με το Ισραήλ κορυφώνεται και, στο πλαίσιο αυτό, δεν αποκλείεται μια κλιμάκωση της έντασης με την Ελλάδα. Κάτι τέτοιο θα ενίσχυε το προφίλ της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η οποία, πέρα από τη θωράκιση της χώρας, έχει πετύχει σημαντικές διπλωματικές νίκες.
Στην ελάσσονα αντιπολίτευση, η έλευση του κόμματος Καρυστιανού ανακατεύει την τράπουλα και κόμματα όπως της Ζωής Κωνσταντοπούλου και του Κυριάκου Βελόπουλου ενδέχεται να αντιμετωπίσουν υπαρξιακή κρίση.
Πηγή: liberal.gr
