Του Γιάννη Σ. Καλαντζάκη
Στο πρόσφατο άρθρο του κου Αλέξη Παπαχελά «Ηγέτες και Δύση», το κεντρικό επιχείρημα δεν αφορά μόνο πρόσωπα. Αφορά ένα βαθύτερο κενό ηγεσίας στον συστημικό χώρο της Δύσης: έλλειμμα στρατηγικής αίσθησης, θεσμικής σοβαρότητας, πολιτικού βάρους, ρεαλισμού και επικοινωνίας με τον μέσο πολίτη.
Είναι ένα κείμενο για τη Δύση, αλλά διαβάζεται σχεδόν αυτούσιο και ως σχόλιο για την Ελλάδα. Γιατί και εδώ το πρόβλημα της αντιπολίτευσης δεν είναι απλώς ότι δεν βρίσκει αρχηγό. Είναι ότι δεν έχει ακόμη καταφέρει να συγκροτήσει πειστική ηγεσία με κυβερνητικά χαρακτηριστικά.
Αν κρατήσει κανείς τα έξι κριτήρια που αναδεικνύει ο κος Παπαχελάς, η ελληνική εικόνα γίνεται σχεδόν αμείλικτη.
Το πρώτο είναι η αίσθηση ιστορικής στιγμής και κρίσης. Η/Ο ηγέτης οφείλει να αντιλαμβάνεται ότι το περιβάλλον δεν είναι ουδέτερο, αλλά πυκνό, ασταθές και ενίοτε επικίνδυνο. Αυτό ακριβώς έδωσε πολιτικό βάθος στη διακυβέρνηση Μητσοτάκη από το 2019 και μετά: κινήθηκε σε μια περίοδο πανδημίας, ενεργειακής κρίσης, γεωπολιτικής αβεβαιότητας, πληθωριστικών κύκλων και διαρκούς ευρωπαϊκής προσαρμογής. Δεν κρίνεται εδώ αν έλυσε όλα τα προβλήματα. Κρίνεται ότι κυβέρνησε σαν να καταλάβαινε πως η εποχή δεν είναι κανονική. Και αυτό, στην πολιτική, μετρά.
Το δεύτερο είναι η θεσμική αντοχή και η προβλεψιμότητα. Η ισχυρή ηγεσία δεν είναι η αυθαίρετη ηγεσία. Είναι εκείνη που συνδυάζει αποφασιστικότητα με ένα ελάχιστο πλαίσιο κανονικότητας. Εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα συγκριτικά πλεονεκτήματα του Κυριάκου Μητσοτάκη: οι κυβερνήσεις του συγκροτούν ένα αναγνωρίσιμο διοικητικό υπόδειγμα, με επιτελικό κέντρο, ψηφιακά εργαλεία, project-based υλοποίηση και ευρωπαϊκούς πόρους συνδεδεμένους με ορόσημα. Δεν σημαίνει αυτό ότι το κράτος έγινε ξαφνικά άριστο. Σημαίνει όμως ότι απέκτησε πιο προβλέψιμη κατεύθυνση.
Το τρίτο είναι η στιβαρότητα πολιτικής εκπροσώπησης. Δεν αρκεί η ορθότητα θέσεων. Απαιτείται πολιτικό βάρος, παρουσία, πυκνότητα εκπροσώπησης. Αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου η ελληνική αντιπολίτευση αποτυγχάνει. Δεν έχει πείσει ότι εκπροσωπεί μια ώριμη κυβερνητική δυνατότητα. Δεν αρκεί να επισημαίνει τις αστοχίες της κυβέρνησης. Πρέπει να πείθει ότι μπορεί να αναλάβει τη διοίκηση του κράτους με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, σοβαρότητα και συνοχή. Και εδώ είναι το κενό: παράγει αντίλογο, αλλά όχι ακόμη εναλλακτικό κυβερνητικό υπόδειγμα.
Το τέταρτο είναι ο ρεαλισμός αντί της ακρότητας. Αυτό ίσως εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την πολιτική ανθεκτικότητα του Κ. Μητσοτάκη. Δεν εμφανίστηκε ως φορέας ιδεολογικής έξαρσης, αλλά ως πολιτικός του ρεαλισμού, της διαχειριστικής επάρκειας και της σταδιακής μεταρρύθμισης. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με επιλογές και ιεραρχήσεις. Όμως ο πυρήνας του πολιτικού του brand είναι σταθερός: σοβαρότητα, ευρωπαϊκή κανονικότητα, διοίκηση, τεχνογνωσία, εφαρμογή. Και αυτό είναι ακριβώς το πεδίο στο οποίο η αντιπολίτευση δεν έχει βρει ακόμη πειστική απάντηση.
Το πέμπτο είναι η ικανότητα επικοινωνίας με τον μέσο πολίτη. Όχι μόνο ως ρητορική, αλλά ως μετάφραση της πολιτικής σε καθημερινή εμπειρία. Το πιο επιτυχημένο παράδειγμα της περιόδου 2019-2026 είναι το ψηφιακό κράτος. Εκεί η μεταρρύθμιση έγινε απτό βίωμα: ταχύτερες συναλλαγές, λιγότερη ταλαιπωρία, περισσότερο λειτουργικό κράτος. Πρόκειται για πολιτικό τεκμήριο, όχι απλώς για τεχνοκρατικό δείκτη. Ο πολίτης αισθάνεται ότι κάτι κινείται. Και στην Ελλάδα αυτό από μόνο του έχει μεγάλη πολιτική αξία.
Το έκτο είναι η υπέρβαση παλαιών στερεοτύπων και δεσμεύσεων. Εδώ η αντιπολίτευση μοιάζει περισσότερο εγκλωβισμένη. Συχνά δείχνει να λειτουργεί με τα αντανακλαστικά μιας προηγούμενης εποχής: περισσότερο εστιασμένη στην καταγγελία, λιγότερο ικανή να μιλήσει για διοικητική αποτελεσματικότητα, ποιότητα νομοθέτησης, θεσμική λογοδοσία, αξιολόγηση πολιτικών, μετρήσιμα αποτελέσματα. Σαν να θεωρεί ακόμη ότι η φθορά της κυβέρνησης αρκεί για να παράξει πολιτική εναλλαγή. Δεν αρκεί.
Σε αυτό το σημείο μπαίνει ένα ακόμη, πιο δύσκολο αλλά αναγκαίο, ζήτημα: η συναίνεση. Η δημοκρατία δεν είναι μόνο διαγωνισμός πλειοψηφιών. Είναι και ικανότητα παραγωγής ελάχιστων συναινέσεων στα μείζονα. Αυτό δεν είναι ούτε αδυναμία ούτε συμβιβασμός χωρίς αρχές. Είναι όρος θεσμικής αντοχής. Στην ελληνική συνταγματική τάξη, το ίδιο το άρθρο 110 για τη συνταγματική αναθεώρηση ενσωματώνει αυτή τη λογική, καθώς απαιτεί αυξημένες πλειοψηφίες, δύο διαδοχικές ψηφοφορίες και εμπλοκή δύο διαδοχικών Βουλών. Δηλαδή, τα μεγάλα θεσμικά ζητήματα δεν αφήνονται να εξαρτώνται από μια στιγμιαία κοινοβουλευτική αριθμητική. Άρα, όταν η αντιπολίτευση δεν διαθέτει ώριμη ηγεσία και θεσμική επάρκεια, το πρόβλημα δεν είναι μόνο εκλογικό. Είναι ότι η χώρα δυσκολεύεται να παράξει συναινέσεις ακριβώς εκεί όπου η δημοκρατία τις χρειάζεται περισσότερο.
Και εδώ ακριβώς συναντιέται το ελληνικό πρόβλημα με την προειδοποίηση του κου Παπαχελά για τη Δύση. Όταν ο συστημικός χώρος δεν παράγει πειστική, ώριμη και θεσμικά σοβαρή ηγεσία, το κενό δεν μένει κενό. Το καλύπτουν πιο θυμικές, πιο προσωποπαγείς, πιο αντισυστημικές ή και ακραίες επιλογές. Η Ελλάδα δεν είναι έξω από αυτόν τον κίνδυνο. Αντιθέτως, βρίσκεται ήδη μπροστά του. Οι ανακοινώσεις νέων πολιτικών σχημάτων από πρώην πρωθυπουργό και μια πολίτη που εργαλειοποίησε μια εθνική τραγωδία, όσο διαφορετικές κι αν είναι μεταξύ τους,
δείχνουν το ίδιο πράγμα: ότι το κενό εκπροσώπησης αρχίζει ήδη να αναζητεί νέους φορείς. Και όταν αυτό το κενό καλύπτεται όχι από ώριμη εναλλακτική διακυβέρνηση αλλά από αντισυστημική φόρτιση, ο κίνδυνος για την ελληνική δημοκρατία δεν είναι θεωρητικός.
Το πρόβλημα φαίνεται ακόμη καθαρότερα στον τρόπο με τον οποίο η αντιπολίτευση διαχειρίστηκε μείζονα ζητήματα όπως τα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις υποκλοπές. Πρόκειται για υποθέσεις με πραγματικό θεσμικό και πολιτικό βάρος, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αφετηρία μιας ώριμης πρότασης για βαθιές διορθώσεις στο κράτος και στη λογοδοσία. Αντί γι’ αυτό, συχνά λειτούργησαν περισσότερο ως πεδία πολιτικής καταγγελίας και λιγότερο ως αφετηρίες μιας συνεκτικής πρότασης θεσμικής ανασυγκρότησης. Έτσι, ενώ πράγματι πίεσαν την κυβέρνηση και ανέδειξαν υπαρκτές αδυναμίες, δεν μετετράπησαν σε πειστικό εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν έχει αδυναμίες. Έχει, και μία από τις πιο εμφανείς είναι η ποιότητα της νομοθέτησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην προ ημερησίας συζήτηση για το κράτος δικαίου, οι κκ Ανδρουλάκης και Μητσοτάκης επικαλέστηκαν την ίδια έρευνα, αλλά ο καθένας κράτησε αυτό που τον συνέφερε. Ο πρώτος στάθηκε στα νομοσχέδια της τελευταίας στιγμής και στις τροπολογίες. Ο δεύτερος στο ότι το 2024 ήταν η καλύτερη χρονιά της δεκαετίας στη συνολική ποιότητα της νομοθέτησης. Η αλήθεια είναι ότι και οι δύο πάτησαν σε υπαρκτά στοιχεία. Γιατί υπάρχει πρόοδος στην πειθαρχία της νομοθέτησης, αλλά όχι ακόμη ώριμη κουλτούρα evidence-based policymaking.
Ακριβώς εδώ φαίνεται η ουσία του προβλήματος. Ο Κ. Μητσοτάκης δεν κυριαρχεί επειδή τα έκανε όλα σωστά. Κυριαρχεί επειδή απέναντί του δεν έχει αναδυθεί ακόμη μια ηγεσία που να συνδυάζει τα έξι στοιχεία που περιέγραψε ο κος Παπαχελάς: αίσθηση της εποχής, θεσμική σοβαρότητα, πολιτικό βάρος, ρεαλισμό, επικοινωνία με τον μέσο πολίτη και υπέρβαση παλαιών κλισέ.
Αυτό είναι, τελικά, το πραγματικό πρόβλημα της αντιπολίτευσης στην Ελλάδα. Δεν της λείπει μόνο μια/ένας αρχηγός. Της λείπει ακόμη μια πειστική πρόταση ηγεσίας, διακυβέρνησης και θεσμικής ευθύνης. Και όταν μια αντιπολίτευση κοιτάζει τον καθρέφτη της και αποφεύγει να δει αυτή την αλήθεια, δεν κινδυνεύει μόνο να χάσει εκλογικά. Κινδυνεύει να αφήσει τη δημοκρατία χωρίς τις αναγκαίες ισορροπίες της, χωρίς τις απαραίτητες συναινέσεις στα μείζονα και χωρίς ασφαλή ανάσχεση απέναντι στις πιο θυμικές και αντισυστημικές εκδοχές της πολιτικής.
Ο καθρέφτης, όμως, δεν λέει ψέματα. Και η δημοκρατία δεν αντέχει για πολύ να τον αποφεύγει.
*Ο Γιάννης Σ. Καλαντζάκης είναι εμπειρογνώμων για πολιτικές υγείας, ESG συμμόρφωση και προστασία δεδομένων, ιδρυτής της OLYSIS και συνιδρυτής του Urban Policy Lab, cDPO σε 30+ οργανισμούς. Οι απόψεις εκφράζονται με προσωπική ιδιότητα. #OwnYourCity #IOwnMyHealthData
