Του Θανάση Μαυρίδη
Η παρουσία της Chevron νοτίως της Κρήτης, σε περιοχή που αμφισβητείται από το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, ενισχύει τις ελληνικές θέσεις και τα εθνικά συμφέροντα. Ο κάθετος ενεργειακός διάδρομος που θα τροφοδοτεί με LNG τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, ο διάδρομος IMEC, ο οποίος θα παρακάμπτει την Τουρκία και μέσω Ισραήλ θα χρησιμοποιεί την Ελλάδα και την Κύπρο ως πύλες εισόδου της ινδικής οικονομίας στην Ευρώπη, καθώς και η αμερικανοκορεατοελληνική συμφωνία για την αναβάθμιση των Ναυπηγείων Ελευσίνας σε διεθνή ναυπηγοεπισκευαστικό κόμβο, αποτελούν ισχυρές ενδείξεις ότι οι ΗΠΑ επιφυλάσσουν για την Ελλάδα έναν ιδιαίτερο οικονομικό και γεωπολιτικό ρόλο στα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Η πώληση των F-35 στη χώρα μας καταδεικνύει επίσης τη βούληση της Ουάσιγκτον να διατηρήσει την Ελλάδα αμυντικά ένα βήμα μπροστά από άλλους συμμάχους των ΗΠΑ στην ίδια περιοχή.
Η Ελλάδα φαίνεται, λοιπόν, να εξελίσσεται σε έναν στρατηγικό κόμβο ενέργειας, ναυτιλίας, αμυντικής συνεργασίας και τεχνολογίας, αποκτώντας χαρακτηριστικά που θυμίζουν, σε μικρότερη κλίμακα, τον ρόλο που διαδραματίζει το Ισραήλ στη Μέση Ανατολή.
Η ενίσχυση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας, οι ενεργειακές έρευνες νότια της Κρήτης, οι επενδύσεις σε λιμάνια, ναυπηγεία και κρίσιμες υποδομές, καθώς και η αυξανόμενη γεωπολιτική σημασία της χώρας, τροφοδοτούν αυτή τη συζήτηση. Για πολλούς αναλυτές, η Ελλάδα εξελίσσεται σε έναν αξιόπιστο πυλώνα σταθερότητας σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από έντονες γεωπολιτικές αναταράξεις.
Οι εξελίξεις αυτές μπορούν να προσθέσουν αρκετές μονάδες στο ΑΕΠ κατά τις επόμενες δεκαετίες και να αλλάξουν ουσιαστικά το επίπεδο διαβίωσης των πολιτών, τόσο σε όρους υλικής ευημερίας όσο και σε επίπεδο εθνικής αυτοπεποίθησης, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό για μια χώρα που αντιμετωπίζει δημογραφική συρρίκνωση.
Τα ρίσκα
Ωστόσο, η πορεία αυτή δεν είναι δεδομένη. Ο σημαντικότερος ίσως κίνδυνος είναι γεωλογικός. Οι προσδοκίες για μεγάλα κοιτάσματα νότια της Κρήτης παραμένουν, προς το παρόν, υποθέσεις εργασίας.
Μέχρι να πραγματοποιηθούν ερευνητικές γεωτρήσεις και να επιβεβαιωθεί η ύπαρξη εμπορικά εκμεταλλεύσιμων αποθεμάτων, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν η περιοχή διαθέτει ενεργειακό πλούτο αντίστοιχο με εκείνον που ανακαλύφθηκε στο Ισραήλ, την Κύπρο ή την Αίγυπτο.
Παράλληλα, η αμερικανική στρατηγική μπορεί να μεταβληθεί. Μια ενδεχόμενη επαναπροσέγγιση της Ουάσιγκτον με την Τουρκία ή μια διαφορετική ιεράρχηση προτεραιοτήτων προς τον Ειρηνικό και την Κίνα θα μπορούσε να περιορίσει τη σημερινή γεωπολιτική υπεραξία της Ελλάδας. Οι μεγάλες δυνάμεις λειτουργούν με βάση τα συμφέροντά τους και όχι με γνώμονα μόνιμες συμμαχίες.
Υπάρχουν επίσης οικονομικοί και τεχνολογικοί παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Μια σημαντική πτώση των τιμών του φυσικού αερίου, η ταχεία ανάπτυξη των τεχνολογιών αποθήκευσης ενέργειας ή η επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης ενδέχεται να μειώσουν την αξία ορισμένων ενεργειακών επενδύσεων.
Ταυτόχρονα, μια ελληνοτουρκική κρίση θα μπορούσε να αυξήσει το επενδυτικό ρίσκο και να καθυστερήσει σημαντικά μεγάλα έργα. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται τις γεωπολιτικές μεταβολές που συντελούνται στην περιοχή και δεν αποκλείεται να επιχειρήσει να τις ανατρέψει μέσω μιας στρατηγικής έντασης.
Αν οι γεωτρήσεις επιβεβαιώσουν την ύπαρξη μεγάλων κοιτασμάτων, η Ελλάδα θα μπορούσε να ενισχύσει θεαματικά τη γεωπολιτική και οικονομική της επιρροή για τις επόμενες δεκαετίες.
Αν όχι, η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα χάρη στη γεωγραφική της θέση, τη ναυτιλία, τις ενεργειακές υποδομές και τη στρατηγική της σχέση με τη Δύση.
Σε κάθε περίπτωση, η σύμπλευση της Ελλάδας με το Ισραήλ και οι πιθανές συνέπειές της στην ενίσχυση των ελληνικών ερεισμάτων στην Ουάσιγκτον έχουν ήδη μεταβάλει ουσιαστικά το διεθνές προφίλ της χώρας και τις προσδοκίες που διαμορφώνονται γύρω από τον μελλοντικό της ρόλο στην περιοχή.
Πηγή: liberal.grstoup
