Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Το πραγματικό σκάνδαλο είναι η χαμένη εμπιστοσύνη

Του Αλέξανδρου Σκούρα

Οι αποκαλύψεις για το ελληνικό μπάσκετ είναι εξαιρετικά σοβαρές. Η Δικαιοσύνη θα κρίνει τις ποινικές ευθύνες και μέχρι τότε ισχύει αυτονόητα το τεκμήριο της αθωότητας. Όμως το θεσμικό πρόβλημα υπάρχει ήδη και είναι πολύ μεγαλύτερο από τα πρόσωπα που βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο της έρευνας. Γιατί όταν μια κοινωνία αρχίζει να πιστεύει ότι ακόμη και το αποτέλεσμα ενός αθλητικού αγώνα μπορεί να καθορίζεται έξω από το γήπεδο, δεν πλήττεται απλώς ένα πρωτάθλημα. Πλήττεται η ίδια η έννοια του κανόνα.

Το παράδοξο είναι ότι στην Ελλάδα έχουμε ήδη συνηθίσει μια εξαιρετικά ταπεινωτική πραγματικότητα. Στα σημαντικότερα ποδοσφαιρικά παιχνίδια εισάγουμε διαιτητές από το εξωτερικό. Όχι επειδή η χώρα δεν διαθέτει ανθρώπους που γνωρίζουν τους κανονισμούς του ποδοσφαίρου. Αλλά επειδή οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του ελληνικού ποδοσφαίρου δεν εμπιστεύονται επαρκώς το ελληνικό σύστημα διαιτησίας ώστε να δεχθούν Έλληνες διαιτητές στα παιχνίδια που κρίνουν τίτλους και μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Είναι μια παράξενη θεσμική ομολογία αποτυχίας, την οποία πλέον αντιμετωπίζουμε σχεδόν ως φυσιολογική.

Το πρόβλημα όμως δεν αφορά μόνο τον αθλητισμό. Η Ελλάδα παραμένει μια κοινωνία χαμηλής εμπιστοσύνης. Υποψιαζόμαστε τον πολιτικό, τον δημόσιο υπάλληλο, τον δικαστή, τον ελεγκτή, τον διαιτητή. Πίσω από κάθε απόφαση αναζητούμε το τηλέφωνο που έγινε, τον γνωστό που μεσολάβησε, το συμφέρον που εξυπηρετήθηκε. Και το χειρότερο είναι ότι αυτή η καχυποψία δεν γεννήθηκε από το πουθενά. Καλλιεργήθηκε επί δεκαετίες μέσα από την εμπειρία ενός συστήματος όπου οι κανόνες πολύ συχνά εφαρμόζονταν διαφορετικά ανάλογα με το ποιος βρίσκεται απέναντί τους.

Ο αθλητισμός έχει εδώ μια ιδιαίτερη σημασία. Είναι ίσως το πρώτο οργανωμένο πεδίο στο οποίο ένα παιδί μαθαίνει τι σημαίνει αξιοκρατικός ανταγωνισμός. Υπάρχει ένας αγωνιστικός χώρος, υπάρχουν κανόνες, υπάρχει ένας διαιτητής και στο τέλος κερδίζει αυτός που έπαιξε καλύτερα. Ή τουλάχιστον έτσι πρέπει να συμβαίνει. Αν όμως από μικρή ηλικία το παιδί ακούει ότι «μας έστησε ο διαιτητής», ότι «το πρωτάθλημα είναι κανονισμένο», ότι «οι μεγάλοι τα έχουν συμφωνήσει», τότε το μάθημα που παίρνει είναι πολύ διαφορετικό. Μαθαίνει ότι οι επίσημοι κανόνες είναι απλώς η βιτρίνα και ότι η πραγματική εξουσία λειτουργεί παρασκηνιακά.

Αυτό είναι καταστροφικό για μια ελεύθερη κοινωνία. Η οικονομία της αγοράς, η δημοκρατία και το κράτος δικαίου στηρίζονται τελικά στην ίδια απλή αρχή: ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους και ότι εκείνος που έχει εξουσία δεν μπορεί να τη χρησιμοποιεί κατά βούληση. Ο επιχειρηματίας πρέπει να πιστεύει ότι δεν θα χρειαστεί πολιτικό μέσο για να ανταγωνιστεί. Ο πολίτης ότι δεν χρειάζεται γνωστό για να βρει το δίκιο του. Ο αθλητής ότι δεν χρειάζεται προστάτη για να κερδίσει.

Στην Ελλάδα δεν έχουμε λύσει συστημικά αυτό το πρόβλημα. Αντιθέτως, εξακολουθούμε πολύ συχνά να αντιμετωπίζουμε τις θέσεις ευθύνης ως θέσεις εξουσίας. Ο διορισμός, η προεδρία, η επιτροπή, η υπογραφή, η δυνατότητα να αποφασίζεις για άλλους θεωρούνται προνόμια. Και σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως έχει δείξει επανειλημμένα η ελληνική ιστορία, το προνόμιο μπορεί να μετατραπεί ακόμη και σε ευκαιρία προσωπικού πλουτισμού. Εκεί ακριβώς αρχίζει η διάβρωση των θεσμών.

Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι απλώς να τιμωρηθούν όσοι αποδειχθεί ότι παρανόμησαν. Αυτό είναι το ελάχιστο. Το δύσκολο είναι να κατασκευάσουμε θεσμούς στους οποίους δεν χρειάζεται να βασιζόμαστε στην καλή προαίρεση εκείνου που κατέχει μια θέση ισχύος. Διαφάνεια, λογοδοσία, πραγματικά ανεξάρτητος έλεγχος και συνέπειες όταν παραβιάζονται οι κανόνες. Θεσμοί που κάνουν την κατάχρηση εξουσίας δύσκολη και επικίνδυνη.

Γιατί στο τέλος η εμπιστοσύνη δεν κερδίζεται με ανακοινώσεις. Κερδίζεται όταν ο πολίτης βλέπει ξανά και ξανά ότι οι κανόνες λειτουργούν. Και ίσως δεν υπάρχει καλύτερο μέρος για να αρχίσει αυτή η εκπαίδευση από ένα γήπεδο, όπου ένα παιδί πρέπει να μπορεί να πιστεύει κάτι πολύ απλό: ότι όποιος είναι καλύτερος, κερδίζει.

Πηγή: liberal.gr