Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο συστημικός κίνδυνος των βρετανικών ομολόγων και η επιστροφή στην ΕΕ

Ο συστημικός κίνδυνος των βρετανικών ομολόγων και η επιστροφή στην ΕΕ

Γράφει η Μαίρη Βενέτη

Στο Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχει μια σαφής και αυξανόμενη τάση στην κοινή γνώμη για επιστροφή στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις του YouGov και της Ipsos τα ποσοστά υποστήριξης για μια επανένωση κινούνται πλέον μεταξύ 55% και 59%. 

Οι λόγοι για τους οποίους η πλειοψηφία των Βρετανών επιθυμεί πλέον να επιστρέψει στην ΕΕ είναι κυρίως οικονομικοί και κοινωνικοί, με πρώτο-πρώτο την οικονομική στασιμότητα και την ακρίβεια που μαστίζει την βρετανική οικονομία.

Οι περισσότεροι πολίτες πλέον έχουν συνειδητοποιήσει ότι οι υποσχέσεις ότι το Brexit θα απελευθέρωνε την οικονομία όχι μόνο δεν επαληθεύτηκαν, αλλά αντίθετα η χώρα βίωσε μια παρατεταμένη περίοδο χαμηλής ανάπτυξης, μειωμένων επενδύσεων και αυξημένου κόστους ζωής. Οι Βρετανοί πολίτες συνδέουν άμεσα την οικονομική στενότητα και τον πληθωρισμό τόσο με τα δύο ενεργά γεωπολιτικά μέτωπα στην Ουκρανία και το Ιράν όσο και με την έξοδο από την ευρωπαϊκή αγορά.

Ο δεύτερος λόγος είναι τα προβλήματα στο εμπόριο με την ΕΕ, όπως η τεράστια γραφειοκρατία.

Βλέπετε, οι  βρετανικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν τεράστια γραφειοκρατικά εμπόδια, καθυστερήσεις και αυξημένα κόστη για να εξάγουν προϊόντα στην ΕΕ, η οποία παραμένει ο μεγαλύτερος εμπορικός τους εταίρος.

Η έλλειψη εργατικού δυναμικού είναι άλλος ένας λόγος που οδηγεί την σκέψη των Βρετανών στην κατεύθυνση της επανένωσης. Η κατάργηση της ελεύθερης μετακίνησης εργαζομένων από την ΕΕ προκάλεσε σοβαρές ελλείψεις σε βασικούς τομείς της βρετανικής οικονομίας, όπως η υγεία, οι μεταφορές, η εστίαση και η γεωργία.

Οι νέοι επιλέγουν την  ΕΕ αλλά όχι το ευρώ

Η νεολαία στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι συντριπτικά υπέρ της ΕΕ. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι στις ηλικίες 18-34 ετών, το ποσοστό όσων θέλουν να επιστρέψουν στην Ευρώπη αγγίζει το 68% έως 86%.

Όσο περνούν τα χρόνια, η εκλογική βάση μετατοπίζεται σαφώς υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής, με πάρα πολλούς Βρετανούς να νιώθουν ότι η χώρα έχασε τη γεωπολιτική της ισχύ και απομονώθηκε διεθνώς μετά το Brexit. Eξέλιξη που απέχει πολύ από την «απόλυτη κυριαρχία» που υπόσχονταν οι υποστηρικτές του Brexit.

Υπάρχει βέβαια ένα  μεγάλο «αγκάθι» στο σενάριο της επανένταξης: Θα αναγκαστούν οι Βρετανοί να υιοθετήσουν το ευρώ αν επιστρέψουν;

Αυτός είναι ένας από τους μεγαλύτερους προβληματισμούς. Αν το Ηνωμένο Βασίλειο ζητήσει επίσημα να ξαναμπεί στην ΕΕ ως νέο μέλος, οι κανόνες της ΕΕ υπαγορεύουν ότι τα νέα μέλη πρέπει θεωρητικά να δεσμευτούν ότι μελλοντικά θα υιοθετήσουν το ευρώ και θα μπουν στη ζώνη Σένγκεν.

Το Ηνωμένο Βασίλειο όμως ακόμα και όταν ήταν πλήρες μέλος της ΕΕ, είχε εξασφαλίσει μια ειδική εξαίρεση και διατηρούσε πάντα τη στερλίνα.

Αν και αναλυτές και οργανισμοί επισημαίνουν ότι η υιοθέτηση του ευρώ μπορεί πρακτικά να αποφευχθεί ή να καθυστερήσει επ’ αόριστον όπως έχει γίνει για παράδειγμα με τη Σουηδία, οι Βρετανοί παραμένουν εξαιρετικά αρνητικοί έστω και στο παραμικρό ενδεχόμενο για κατάργηση της λίρας.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η υποστήριξη για επιστροφή στην ΕΕ πέφτει κατακόρυφα -γύρω στο 35%- εάν τεθεί ως απαράβατος όρος η απώλεια της βρετανικής λίρας και η υιοθέτηση του ευρώ.

Win Win και για ΕΕ και για ΗΒ

Σύμφωνα με τη συντριπτική πλειονότητα των οικονομικών αναλυτών και των επίσημων φορέων, μια ενδεχόμενη επιστροφή του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ θα είχε σαφώς θετικό δημοσιονομικό και οικονομικό αντίκτυπο τόσο για την ίδια τη Μεγάλη Βρετανία όσο και για την Ευρώπη.

Παρόλο που η Βρετανία θα έπρεπε να αρχίσει ξανά να συνεισφέρει στον κοινοτικό προϋπολογισμό της ΕΕ, τα έμμεσα οικονομικά οφέλη θα υπερκάλυπταν κατά πολύ αυτό το κόστος.

Σύμφωνα με τις επίσημες προβλέψεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Ηνωμένου Βασιλείου και του Εθνικού Γραφείου Οικονομικών Ερευνών των ΗΠΑ, το Brexit κόστισε στη βρετανική οικονομία μια μόνιμη απώλεια στο ΑΕΠ της τάξης του 4% έως 8%, σε σύγκριση με το σενάριο να είχε παραμείνει στην ΕΕ.

Αν η χώρα επέστρεφε λοιπόν στην ΕΕ, στις θετικές δημοσιονομικές επιπτώσεις θα ήταν η αύξηση του ΑΕΠ και  των φορολογικών εσόδων.

Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του οργανισμού Best for Britain, η πλήρης επανένταξη θα μπορούσε να ενισχύσει το βρετανικό ΑΕΠ κατά τουλάχιστον 83 έως 92 δισεκατομμύρια λίρες σε βάθος χρόνου.

Μια τέτοια ανάπτυξη θα μεταφραστεί σε δισεκατομμύρια επιπλέον φόρων, εξέλιξη που θα βοηθήσει τη βρετανική κυβέρνηση να χρηματοδοτήσει δημόσιες υπηρεσίες, όπως για παράδειγμα το σύστημα υγείας NHS.

Η μείωση του πληθωρισμού και των επιτοκίων θα είναι άλλο ένα κέρδος για τη βρετανική οικονομία στην περίπτωση της επανένταξης. Η εξάλειψη των δασμών και της γραφειοκρατίας στα σύνορα θα μειώσει το κόστος των εισαγόμενων αγαθών, ειδικά των τροφίμων. Αυτό θα σταθεροποιήσει τις τιμές, επιτρέποντας στην Τράπεζα της Αγγλίας να συγκρατήσει τα επιτόκια, μειώνοντας το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.

Τέλος η ανάκαμψη των επενδύσεων θα είναι άλλο ένα «δώρο» της επανένταξης για τη βρετανική οικονομία. Μετά το 2016, οι επιχειρηματικές επενδύσεις στη Βρετανία παρέμειναν στάσιμες ή μειώθηκαν κατά 12% συγκριτικά με άλλες αναπτυγμένες οικονομίες. Η επιστροφή στην Ενιαία Αγορά θα βοηθήσει στο να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών.

Αυτό θα αποτελέσει μια σημαντική εξέλιξη για την αγορά κρατικών ομολόγων του Ηνωμένου Βασιλείου -gilts- η οποία  βρίσκεται υπό έντονη πίεση λόγω διεθνών παραγόντων, αλλά και της νευρικότητας για τον επερχόμενο βρετανικό προϋπολογισμό.

Αν και η  κατάσταση έχει αλλάξει σημαντικά σε σχέση με την κρίση του 2022 επί Λις Τρας, και σύμφωνα με πρόσφατες αναλύσεις των Barclays και του Institute for Fiscal Studies, ο κίνδυνος μιας νέας κρίσης με αποκλειστικά «βρετανική υπογραφή» έχει μειωθεί αισθητά, εντούτοις  οι αποδόσεις των βρετανικών ομολόγων  έχουν εκτιναχθεί σε επίπεδα-ρεκόρ πολλών ετών, παρασύροντας το κόστος δανεισμού της χώρας προς τα πάνω.

Η απόδοση του 10ετούς  κινείται στην περιοχή του 5,45% με 5,48%, επίπεδο που αποτελεί υψηλό σχεδόν δύο δεκαετιών, ενώ το 30ετές ξεπέρασε προσωρινά στις 8 Οκτωβρίου το 6% για πρώτη φορά από το 1998, προκαλώντας έντονη ανησυχία στις αγορές. (σ.σ: Χθες συναλλασσόταν πέριξ του 5,91%).

Δύο είναι οι βασικοί λόγοι που πιέζονται τα βρετανικά ομόλογα:

Ο πρώτος είναι η κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν που ώθησε το πετρέλαιο Brent πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, αναζωπυρώνοντας τους φόβους για παγκόσμιο πληθωρισμό και υψηλότερα επιτόκια.

Η άνοδος του πληθωρισμού με αιχμή το κόστος ενέργειας δεν αφορά βέβαια μόνο τη Βρετανία. Ανάλογη τροχιά ακολουθούν και τα αμερικανικά ομόλογα, αλλά και τα ευρωπαϊκά,  με τη βρετανική αγορά απλώς να αντιδρά πιο έντονα, όπως συνηθίζει σε περιόδους παγκόσμιας μεταβλητότητας.

Η αναμονή του φθινοπωρινού προϋπολογισμού είναι ο δεύτερος. Ο νέος Υπουργός Οικονομικών John Healey, παρουσιάζει τον προϋπολογισμό στις 28 Οκτωβρίου. Οι αγορές είναι νευρικές, καθώς αναμένεται αύξηση του κρατικού δανεισμού κατά περίπου 15 δισεκατομμύρια λίρες, γεγονός που πιέζει τις τιμές των ομολόγων.

Αν και η γενική εκτίμηση είναι πως δεν υπάρχει άμεσος συστημικός κίνδυνος κατάρρευσης της βρετανικής αγοράς, εντούτοις  η κατάσταση απαιτεί προσοχή, καθώς οι σχεδιασμοί του Λονδίνου για αυξημένο δανεισμό θα περιορίσουν τα περιθώρια ελιγμών της κυβέρνησης για την επίτευξη μακροπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων.

Οι οικονομολόγοι υπογραμμίζουν ότι αυτό που πραγματικά τρομάζει τους επενδυτές ομολόγων στη Βρετανία δεν είναι το μέγεθος του χρέους αυτού καθαυτού -το οποίο πλησιάζει το 100% του ΑΕΠ- αλλά η έλλειψη ουσιαστικής οικονομικής ανάπτυξης και η χαμηλή παραγωγικότητα της χώρας.

Βέβαια κέρδος από μια επανένωση θα έχει και η  Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς χάνοντας τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της και ένα από τα ισχυρότερα χρηματοοικονομικά κέντρα του κόσμου, υπέστη μεγάλο οικονομικό πλήγμα.

Η επιστροφή της Βρετανίας θα ωφελούσε την Ευρώπη καταρχάς στον κοινοτικό προϋπολογισμό.  Η Βρετανία ήταν «καθαρός χρηματοδότης». Ως εκ τούτου, η επιστροφή της θα σήμαινε εισροή δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως στα ταμεία των Βρυξελλών, ελαφρύνοντας το οικονομικό βάρος άλλων χωρών, όπως για παράδειγμα της Γαλλίας, που διανύει μια από τις δυσκολότερες περιόδους της οικονομικής της ιστορίας.

Η οικονομική ενοποίηση με τη Βρετανία μπορεί να λειτουργήσει επίσης ως ασπίδα προστασίας για το ευρωπαϊκό μπλοκ απέναντι σε παγκόσμιες εμπορικές πιέσεις και διεθνείς δασμούς, καθώς το κέρδος για το εμπόριο και τις εφοδιαστικές αλυσίδες είναι αμφίπλευρο. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία και Ιρλανδία θα αποκτήσουν ξανά ελεύθερη πρόσβαση στη βρετανική αγορά χωρίς τελωνειακές καθυστερήσεις, αυξάνοντας τις εξαγωγές τους.

Την ίδια στιγμή  θα διευκόλυνε και την ευρωπαϊκή άμυνα μέσω της χρηματοδότησης κοινών αμυντικών προγραμμάτων, δεδομένου ότι  η Βρετανία διαθέτει τον ισχυρότερο στρατιωτικό προϋπολογισμό και τις κορυφαίες υπηρεσίες πληροφοριών στην Ευρώπη.

Εν ολίγοις, από  καθαρά οικονομική και δημοσιονομική σκοπιά, η επανένωση του Ηνωμένου Βασιλείου με την ΕΕ είναι μια επωφελής εξέλιξη και για τις δύο οικονομίες και αυτό οι πολίτες έχουν αρχίσει να το βλέπουν.

Πηγή: liberal.gr