Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Μπορεί μια χώρα να αγοράσει γεωγραφία;

Του Γιώργου Βουλγαράκη

Η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση για τις θαλάσσιες ζώνες παρουσιάζεται ως διαφορά χαρτών, συντεταγμένων και νομικών ερμηνειών. Στο βάθος της συγκρούονται δύο αντιλήψεις για τη διεθνή τάξη. Η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι τα σύνορα και τα κυριαρχικά δικαιώματα καθορίζονται από διεθνές δίκαιο και κανόνες που ισχύουν για όλους. Η τουρκική αντιμετωπίζει τη γεωπολιτική ως διαρκή διαπραγμάτευση ισχύος, όπου την έκβαση κρίνει όποιος προσφέρει περισσότερα ή πιέζει δυνατότερα. Η πρόσφατη απάντηση της Αθήνας προς την Άγκυρα, ότι οι διεθνείς σχέσεις δεν λειτουργούν ως δημοπρασία, έθεσε το ζήτημα στη σωστή του βάση.

Η Τουρκία υποστηρίζει ότι μια διμερής οριοθέτηση μαζί της, θα έδινε στην Αίγυπτο μεγαλύτερη θαλάσσια έκταση από εκείνη που προκύπτει από τη συμφωνία Ελλάδας και Αιγύπτου του 2020. Η πρόταση έχει τη μορφή εμπορικής προσφοράς, με μια ιδιαιτερότητα. Το «εμπόρευμα» ανήκει σε άλλον.

Ο χώρος που η Άγκυρα υπόσχεται στο Κάιρο αντιστοιχεί στις θαλάσσιες ζώνες της Κρήτης, της Ρόδου, της Καρπάθου και της Κάσου. Η Άγκυρα αποκαλεί την στάση της «οριοθέτηση» . Στην ουσία προσφέρει στο Κάιρο κάτι που δεν έχει.

Οι Ρωμαίοι είχαν διατυπώσει πριν από δύο χιλιάδες χρόνια την αρχή «nemo plus iuris ad alium transferre potest quam ipse habet». Κανείς δεν μπορεί να μεταβιβάσει σε άλλον περισσότερα δικαιώματα από όσα έχει ο ίδιος. Η αρχή δεσμεύει τα κράτη με τον ίδιο τρόπο που δεσμεύει και  τους ιδιώτες.

Το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS ), στηρίζει την ελληνική θέση από την πρώτη του σειρά. Η Σύμβαση του ΟΗΕ  αναγνωρίζει στα νησιά τις ίδιες θαλάσσιες ζώνες με τις ηπειρωτικές ακτές. Εξαίρεση προβλέπεται μόνο για τις  βραχονησίδες που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν  ανθρώπινη διαβίωση ή δεν έχουν δική τους οικονομική δραστηριότητα.

Η Κρήτη έχει πληθυσμό μεγαλύτερο από αρκετά κράτη μέλη του ΟΗΕ και η Ρόδος μια από τις πιο ζωντανές οικονομίες του Αιγαίου. Ο κανόνας έχει πλέον αναγνωριστεί και ως εθιμικό διεθνές δίκαιο, το οποίο – ως γνωστόν, δεσμεύει ακόμα και τα κράτη τα οποία δεν έχουν υπογράψει τη Σύμβαση για το δίκαιο της Θάλασσας. Η Τουρκία ανήκει στη μικρή ομάδα κρατών που αρνήθηκαν να την υπογράψουν.

Στη Μαύρη Θάλασσα όμως, όπου η γεωγραφία την ευνοεί, οριοθέτησε τις ζώνες της σύμφωνα  με τη μέση γραμμή, όπως προβλέπει το ίδιο δίκαιο που απορρίπτει στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το 2019 υπέγραψε με την κυβέρνηση της Τρίπολης ένα μνημόνιο που χαράσσει θαλάσσιες ζώνες, σαν να μην υπήρχε καθόλου η Κρήτη στον χάρτη. Ένα κράτος που εφαρμόζει το δίκαιο επιλεκτικά, αυτό που ουσιαστικά επιδιώκει είναι να διαπραγματεύεται με όρους ισχύος.

Η θέση της Αθήνας είναι αδιαμφισβήτητη και η διεθνής νομολογία επιβεβαιώνει τις Ελληνικές θέσεις. Τα διεθνή δικαστήρια ξεκινούν πάντοτε από την αναγνώριση των δικαιωμάτων των νησιών.

Στην υπόθεση Λιβύης και Μάλτας, το 1985, ένα νησιωτικό κράτος απέναντι από εκτεταμένη ηπειρωτική ακτή έλαβε κανονική υφαλοκρηπίδα. Η τουρκική πλευρά επικαλείται επίμονα τη διαφορά Ρουμανίας και Ουκρανίας του 2009, όπου το Νησί των Όφεων δεν επηρέασε τη γραμμή. Η σύγκριση καταρρέει με μια ματιά στον χάρτη. Το Νησί των Όφεων είναι βραχονησίδα μικρότερη από ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο, ενώ η Κρήτη είναι το πέμπτο  μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου τόσο σε πληθυσμό , όσο και σε έκταση.

Η «Γαλάζια Πατρίδα» στηρίζεται ακριβώς στον μηδενισμό των νησιών. Σχεδιάζει τις τουρκικές διεκδικήσεις σαν τα ελληνικά νησιά να μην έχουν  υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ ενώ γνωρίζει ότι  κανένα διεθνές δικαστήριο δεν έχει δεχθεί ποτέ τέτοιο αποτέλεσμα για μεγάλα, κατοικημένα νησιά.

Γι’ αυτό η Άγκυρα αποφεύγει σταθερά τη Χάγη και προτιμά τις διμερείς προσφορές, όπου το βάρος της ισχύος αντικαθιστά το βάρος του επιχειρήματος.

Ασφαλώς η τουρκική διπλωματία γνωρίζει τη νομολογία καλύτερα από οποιονδήποτε. Οι προσφορές της προς το Κάιρο υπηρετούν άλλον σκοπό. Στη θεωρία των διαπραγματεύσεων η πρώτη, ακραία θέση λειτουργεί ως αγκύρωση  (Ηοοκ).  Ορίζει το σημείο αναφοράς της συζήτησης, και κάθε μεταγενέστερος συμβιβασμός μετριέται με αυτή την βάση.

Οι χάρτες της «Γαλάζιας Πατρίδας», τα μνημόνια και οι δημόσιες προσφορές προσθέτουν, το ένα μετά το άλλο, ψηφίδες σε ένα αφήγημα τουρκικού ζωτικού χώρου, που με την επανάληψη αποκτά όψη κανονικότητας.

Η Άγκυρα επενδύει στον χρόνο και στη σταδιακή εξοικείωση της διεθνούς κοινότητας με τις διεκδικήσεις της. Γι’ αυτό η ελληνική θέση δεν αρκεί να είναι ισχυρή νομικά. Πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια και να προβάλλεται συστηματικά στα διεθνή κέντρα λήψης αποφάσεων, στα μέσα ενημέρωσης και στη διεθνή ακαδημαϊκή συζήτηση. Στη διεθνή πολιτική, η επιρροή δεν εξαρτάται μόνο από την ισχύ των επιχειρημάτων αλλά και από τη συνέπεια με την οποία αυτά προβάλλονται και γίνονται κατανοητά από τρίτους.

Η Αίγυπτος αποτελεί μέχρι σήμερα την καθαρότερη απόδειξη ότι ο τουρκικός  μαξιμαλισμός  δεν λειτουργεί. Υπέγραψε με την Αθήνα συμφωνία που αναγνωρίζει επήρεια στα ελληνικά νησιά, απορρίπτει το τουρκολιβυκό μνημόνιο και δεν έχει ανταποκριθεί στις τουρκικές προτάσεις. Ως κράτος με δικές του θαλάσσιες διεκδικήσεις, ξέρει ότι μια οριοθέτηση που αγοράζεται σήμερα μπορεί να ανατραπεί αύριο από μια υψηλότερη προσφορά.

Η Άγκυρα μπορεί να προσφέρει στο Κάιρο επενδύσεις, αμυντική συνεργασία και πολιτική στήριξη. Όλα αυτά έχουν τιμή και αγοραστή. Η Κρήτη ανήκει σε άλλη κατηγορία. Τα νησιά παράγουν δικαιώματα επειδή υπάρχουν, και κανένας πλειοδότης δεν μπορεί να τα σβήσει από τον χάρτη.

Πηγή: liberal.gr