Του Γιάννη Μήτσιου
Τις ρίζες και τις ευρύτερες προεκτάσεις της πολιτικής και θεσμικής κρίσης που μαίνεται στην Πολωνία αναλύει ο διεθνολόγος και πολιτικός επιστήμονας Γιάννης Μήτσιος σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη, διαβλέποντας ένα πολιτικά θυελλώδες 2027 συνολικά για την Ευρώπη.
Ο κ. Μήτσιος αναδεικνύει τα πολιτικά και ιδεολογικά ρήγματα που διατρέχουν το πολωνικό πολιτικό σύστημα και έχουν οδηγήσει στη σημερινή σύγκρουση ανάμεσα στην κυβέρνηση του πρωθυπουργού Ντόναλντ Τουσκ και τον πρόεδρο Κάρολ Ναβρότσκι, σε μία συγκυρία που ο ίδιος χαρακτηρίζει ως τη χειρότερη δυνατή για την ευρωπαϊκή ενότητα. Ανατρέχει στο 2015 και στην οκταετή διακυβέρνηση του εθνικολαϊκιστικού Νόμου και Δικαιοσύνης (PiS), επισημαίνοντας ότι η αντιπαράθεση για τη Δικαιοσύνη συνδέεται με ευρύτερες διαφωνίες για τα όρια της εθνικής κυριαρχίας, την υπεροχή του ενωσιακού Δικαίου, το μεταναστευτικό και τη διατήρηση του εθνικού νομίσματος.
Με το βλέμμα στις βουλευτικές εκλογές του 2027, εκτιμά ότι η νέα σύγκρουση λειτουργεί συσπειρωτικά για τις εθνικιστικές δυνάμεις, ενώ υπογραμμίζει τη σημασία και τους κινδύνους ενός παρατεταμένου πολιτικού και θεσμικού αδιεξόδου σε μία χώρα που αποτελεί την έκτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διαθέτει ειδικό βάρος στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και στο ΝΑΤΟ.
Η συνταγματική κρίση εκδηλώνεται σε ένα ήδη εξαιρετικά επιβαρυμένο ευρωπαϊκό περιβάλλον, με κοινωνικές αναταραχές στη Γαλλία και την Ιταλία, την Ισπανία να οδεύει σε πρόωρες εκλογές στα τέλη Νοεμβρίου και τη Γερμανία αντιμέτωπη με οικονομικές πιέσεις και την ενίσχυση της AfD. Με τις προεδρικές εκλογές στη Γαλλία και τις βουλευτικές στην ίδια την Πολωνία να ακολουθούν το 2027, ο Γιάννης Μήτσιος επισημαίνει ότι η πολωνική κρίση μπορεί να τροφοδοτήσει ευρύτερα την αμφισβήτηση των ευρωπαϊκών θεσμών, με φόντο την ενεργειακή ακρίβεια και τις κοινωνικές αναταράξεις, την ώρα που η διεθνής επιρροή της Ένωσης υποχωρεί εν μέσω πολέμων και γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης
Ακραία πόλωση στην Πολωνία, ανάπτυξη δυνάμεων καταστολής και το Συνταγματικό Δικαστήριο στο επίκεντρο μιας θεσμικής κρίσης που έχει τις ρίζες της στο 2015 και την άνοδο στην εξουσία του εθνικολαϊκιστικού κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS), και κορυφώνεται σήμερα με την ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης Τουσκ και προέδρου Ναβρότσκι, που στηρίζεται από το ίδιο κόμμα. Κύριε Μήτσιο, τι πυροδότησε την παρούσα κρίση και τι βρίσκεται πίσω από τη χρόνια αντιπαράθεση;
Η αφορμή για τη νέα όξυνση ήταν η άρνηση του προέδρου της Πολωνίας να ορκίσει πέντε από τους συνολικά οκτώ δικαστές που επέλεξε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, επικαλούμενος αντισυνταγματικότητα της διαδικασίας. Οι δικαστές ορκίστηκαν στη Βουλή, ενώ το Σύνταγμα ορίζει ότι η ορκωμοσία πρέπει να πραγματοποιείται ενώπιον του προέδρου της Δημοκρατίας.
Ακολούθησε η κίνηση της δικαστού Άννας Κορβίν-Πιοτρόφσκα, εκ των νεοεκλεγέντων δικαστών που δεν αναγνωρίζονται από την προεδρική πλευρά, η οποία ανακοίνωσε, παρουσία αστυνομικών δυνάμεων, την αναστολή των καθηκόντων του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου για έναν μήνα, δηλώνοντας ότι αναλαμβάνει η ίδια προσωρινά την προεδρία του. Οι εξελίξεις αυτές σημειώθηκαν ενώ ο Πολωνός πρόεδρος, Κάρολ Ναβρότσκι, βρισκόταν εν πτήσει προς τη Σενεγάλη.
Από το 2015, η σύνθεση και η νομιμοποίηση του Συνταγματικού Δικαστηρίου αποτελούν διαρκές πεδίο αντιπαράθεσης. Η σημερινή σύγκρουση υπέβοσκε καθώς είχε παρέλθει πλέον η θητεία κάποιων μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου και έπρεπε να κινηθούν οι διαδικασίες για διορισμό των διαδόχων τους.
Ουσιαστικά, έχουμε έναν πολιτικό και ιδεολογικό «πόλεμο» ανάμεσα στις φιλοευρωπαϊκές, κεντροδεξιές δυνάμεις, που στην παρούσα φάση στηρίζονται και από την Αριστερά, και στις παραδοσιακές, εθνικιστικές και πιο «πατριωτικές» δυνάμεις του πολιτικού συστήματος της Πολωνίας.
Πρόκειται για την πρώτη συνταγματική κρίση που εκδηλώνεται σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μία εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία για ολόκληρη την Ευρώπη.
Κατά την οκταετή διακυβέρνηση του PiS, η Πολωνία βρέθηκε σε μετωπική σύγκρουση με τις Βρυξέλλες για δημοκρατική οπισθοδρόμηση και υπονόμευση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Ο Ντόναλντ Τουσκ επέστρεψε στην εξουσία το 2023 με τη δέσμευση να αποκαταστήσει το Κράτος Δικαίου. Γιατί, σχεδόν τρία χρόνια αργότερα -και με την εκλογή Ναβρότσκι το 2025-, η κρίση βαθαίνει; Και πώς αποτιμάτε τις νομικές αμφισβητήσεις που εγείρουν και οι χειρισμοί της κυβέρνησης Τουσκ;
Αυτό είναι το σκέλος της νομικής ερμηνείας μιας βαθύτερης ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης. Όταν, όμως, τα κίνητρα είναι πρωτίστως πολιτικά, εκεί πρέπει να εστιάσουμε.
Η κυβέρνηση Τουσκ είχε σε μεγάλο βαθμό δεμένα τα χέρια της όσο δεν είχαν ολοκληρωθεί οι θητείες προηγούμενων μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Σταδιακά χήρεψαν ορισμένες θέσεις, η σημερινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία επέλεξε νέους δικαστές και φθάσαμε ουσιαστικά στη σημερινή κορύφωση αυτής της κρίσης, με τον νέο πρόεδρο της χώρας να αντιτίθεται στους χειρισμούς της κυβέρνησης.
Η επιλογή της χρονικής στιγμής για την παρέμβαση στο Συνταγματικό Δικαστήριο προφανώς δεν ήταν τυχαία. Από την πλευρά της κυβέρνησης είχαν διαπιστώσει ότι η κατάσταση παρέμενε σε εκκρεμότητα και επιδίωκαν να την επιλύσουν το συντομότερο δυνατόν. Βρήκαν αυτή τη χρονική στιγμή, ενώ ο πρόεδρος βρισκόταν εκτός χώρας. Δεν μπορεί να υπάρχει τέτοια κινητοποίηση αστυνομικών δυνάμεων χωρίς να έχει προηγηθεί σχεδιασμός.
Η σοβαρότητα των εξελίξεων αποτυπώνεται και στις επαφές που πραγματοποιεί ο Πολωνός πρόεδρος με την πολιτική ηγεσία, μεταξύ άλλων με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και υπουργό Άμυνας, ενώ τίθεται και το ζήτημα της εμπλοκής της στρατιωτικής ηγεσίας στις σχετικές διαβουλεύσεις. Η Πολωνία διαθέτει πολύ σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και αποτελεί υπολογίσιμη δύναμη. Συνεπώς, η κρίση έχει προεκτάσεις που υπερβαίνουν τη δικαστική αντιπαράθεση.
Όπως επισημαίνετε, από το 2015 υπήρχε μία διαρκής σύγκρουση μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμών και της τότε πολωνικής κυβέρνησης υπό το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS). Στο εσωτερικό της Πολωνίας υπάρχει η αντίληψη ότι οι Βρυξέλλες παρεμβαίνουν υπέρμετρα στα εσωτερικά τους ζητήματα και δεν αναγνωρίζουν των πρωτοκαθεδρία του κοινοτικού Δικαίου έναντι του πολωνικού.
Υπάρχουν, όμως, και άλλες διαστάσεις. Οι εθνικιστικές και λεγόμενες πατριωτικές δυνάμεις έχουν αντιταχθεί στην ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική, ενώ επιθυμούν να διατηρηθεί η ανεξαρτησία του εθνικού νομίσματος, του ζλότι, και να μην ενταχθεί η χώρα στην Ευρωζώνη. Τα αίτια της όλης αντιπαράθεσης είναι επί της ουσίας πολύ βαθύτερα.
Δεν πρέπει, παράλληλα, να υποτιμούμε το οικονομικό βάρος της χώρας. Δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό, όμως η Πολωνία είναι πλέον η έκτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η 21η παγκοσμίως, με ΑΕΠ που υπερβαίνει το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια και ισχυρούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης επί σειρά ετών. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα αποθέματα χρυσού της πολωνικής κεντρικής τράπεζας έφθασαν στα τέλη Σεπτεμβρίου τους 672,9 τόνους, ξεπερνώντας ακόμη και τους 506,5 τόνους που διακρατεί η ίδια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, χωρίς να συνυπολογίζονται τα αποθέματα των εθνικών κεντρικών τραπεζών της Ευρωζώνης.
Μιλάμε συνεπώς για μία υπολογίσιμη οικονομική και πολιτική δύναμη μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και αυτό καθιστά ακόμη σοβαρότερες τις πιθανές συνέπειες μιας παρατεταμένης θεσμικής και πολιτικής κρίσης.
Η κλιμάκωση έρχεται εν όψει των βουλευτικών εκλογών του 2027, με τις δημοσκοπήσεις να αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο επιστροφής του εθνικιστικού PiS στην εξουσία, ακόμη και με τη σύμπραξη πιο ακραίων δυνάμεων. Ποιον ευνοεί πολιτικά η παρούσα σύγκρουση; Και τι θα σήμαινε για την Ουκρανία μια αλλαγή κυβέρνησης, πριν περάσουμε στο ευρωπαϊκό επίπεδο;
Έχω την αίσθηση ότι αυτή η σύγκρουση λειτουργεί συσπειρωτικά για τις δυνάμεις του PiS. Μην ξεχνάμε επίσης ότι το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη έχει και τη στήριξη του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Υπάρχει ιδεολογική συγγένεια μεταξύ τους. Εκτιμώ ότι, όντως, οι εθνικιστικές αυτές δυνάμεις μπορεί να αυξήσουν την επιρροή τους, συνεπικουρούμενες από ένα ευρύτερο πολιτικό ρεύμα που υπάρχει αυτή τη στιγμή σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ως προς τη στάση έναντι της Ρωσίας, η σημερινή κυβέρνηση της Πολωνίας ακολουθεί ιδιαίτερα σκληρή γραμμή. Θα τη χαρακτήριζα «γεράκι» έναντι της Μόσχας. Διατηρώ, όμως, επιφυλάξεις ως προς το αν μία διαφορετική κυβέρνηση θα συνεχίσει ακριβώς την ίδια πολιτική. Αυτό είναι κάτι που μένει να φανεί.
Πώς εντάσσεται η πολωνική κρίση στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο, με την ενίσχυση των ακροδεξιών, εθνικιστικών και ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων, τις οικονομικές πιέσεις και τις μεγάλες προκλήσεις για την ασφάλεια; Ποιες μπορεί να είναι οι πολιτικές προεκτάσεις της σύγκρουσης πέραν της Πολωνίας;
Θα έλεγα ότι πρόκειται για τη χειρότερη δυνατή συγκυρία για την ενότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σκεφτείτε ότι η έκτη μεγαλύτερη οικονομία της Ένωσης αντιμετωπίζει μία τόσο σοβαρή εσωτερική κρίση, την ίδια στιγμή που η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλαπλές πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές προκλήσεις.
Οι Γάλλοι σήμερα βρίσκονται στους δρόμους. Το ίδιο και οι Ιταλοί. Η Ισπανία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις δικές της πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις και οδηγείται σε βουλευτικές εκλογές στα τέλη Νοεμβρίου. Η Γερμανία, από την πλευρά της, αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και προβλήματα ανταγωνιστικότητας, αλλά και αυξανόμενες πολιτικές πιέσεις. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έχει κατρακυλήσει στις δημοσκοπήσεις, βρίσκεται αντιμέτωπος με τη ενίσχυση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) και έχει χάσει και το Βερολίνο από την Αριστερά.
Και όλα αυτά με φόντο τις εκλογικές αναμετρήσεις το 2027, με κυριότερη την προεδρική εκλογή στη Γαλλία, όπου θα δούμε τι θα συμβεί με την Μαρίν Λεπέν, αλλά και τις βουλευτικές εκλογές στην ίδια την Πολωνία. Αν τα συνυπολογίσουμε όλα αυτά σε ένα διεθνές στερέωμα όπου η Ευρώπη χάνει σταδιακά την πολιτική της παρουσία, είτε στο Ουκρανικό είτε στη Μέση Ανατολή, όπου ουσιαστικά δεν της δίνει κανείς σημασία, αντιλαμβάνεστε τη δυσκολία της συγκυρίας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πολωνική κρίση προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αστάθειας. Και, όπως σας είπα, δεν πρόκειται για μία μικρή χώρα. Μιλάμε για μία μεγάλη οικονομία, με σημαντική πολιτική βαρύτητα και ισχυρή στρατιωτική παρουσία στο ΝΑΤΟ. Μία παρατεταμένη θεσμική αντιπαράθεση σε μία τέτοια χώρα έχει ευρύτερες συνέπειες.
Εκτιμώ ότι το 2027 θα είναι μία εξαιρετικά δύσκολη χρονιά για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι εθνικιστικές και ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις μπορεί να ενισχυθούν, αξιοποιώντας τόσο τις εσωτερικές αδυναμίες της Ευρώπης όσο και το γενικότερο κλίμα δυσαρέσκειας που αναπτύσσεται σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Μου προξενεί, δε, εντύπωση ότι, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή της συνομιλίας μας, δεν έχω δει κάποια επίσημη αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις τελευταίες εξελίξεις στην Πολωνία.
Υπάρχει, εδώ, ένα ευρύτερο ζήτημα. Με αφορμή και όσα έχουν συμβεί τα προηγούμενα χρόνια, είτε στη Ρουμανία με την υπόθεση Γκεοργκέσκου είτε με τον Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία, δημιουργείται σε ένα μέρος των ευρωπαϊκών κοινωνιών η αντίληψη ότι η «υπερκυβέρνηση» των Βρυξελλών αποφασίζει «δικτατορικά» για το τι θα ψηφίσουν και τι θα κάνουν. Αυτή η αντίληψη περί υπέρμετρης παρέμβασης των Βρυξελλών στα εσωτερικά των κρατών-μελών είναι μία σοβαρή διάσταση που πρέπει να λάβουμε υπόψη.
Ουσιαστικά, τώρα ανοίγει ένα «Κουτί της Πανδώρας», κατά την άποψή μου, για τα ευρωπαϊκά πολιτικά δρώμενα. Διότι αυτή την κρίση -και αυτό το επιχείρημα- μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τη Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία, από την Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία, από την AfD στη Γερμανία και από λιγότερο ή περισσότερο ευρωσκεπτικιστικές πολιτικές δυνάμεις σε άλλες χώρες. Θα πουν ότι οι Βρυξέλλες παρεμβαίνουν υπερβολικά στα εθνικά πολιτικά πράγματα και ότι πρέπει να περιοριστεί αυτή η επιρροή, ώστε τα κράτη να αποφασίζουν περισσότερο μόνα τους. Θα αξιοποιήσουν, λοιπόν, την πολωνική κρίση ως επιχείρημα για τον περιορισμό του ρόλου των ευρωπαϊκών θεσμών και την ενίσχυση των εθνικών πολιτικών.
Αυτή είναι η γραμμή που ακολουθούν και οι εθνικιστές στην Πολωνία. Σχετίζεται με όσα έχουν συμβεί τα προηγούμενα χρόνια στην Πολωνία, με την οκταετία του PiS, τη σύγκρουση για τα ευρωπαϊκά κονδύλια και το Συνταγματικό Δικαστήριο. Οι εθνικιστικές δυνάμεις θεωρούν ότι οι Βρυξέλλες παρεμβαίνουν υπέρμετρα στα εσωτερικά τους ζητήματα.
Τα προηγούμενα χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν πιο δυνατή. Τώρα η Κομισιόν εξασθενεί, ενώ συσσωρεύονται προβλήματα που προσφέρουν πρόσθετα επιχειρήματα στις ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις.
Το ενεργειακό είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Εκατομμύρια Ευρωπαίοι πολίτες αντιμετωπίζουν δυσκολίες λόγω της ενεργειακής ακρίβειας και υπάρχει έντονη ανησυχία εν όψει του χειμώνα. Οι πολίτες βλέπουν ότι εξακολουθούν να πληρώνουν πολύ ακριβά την ενέργεια, ενώ ακούνε από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς ότι οι δυσκολίες θα συνεχιστούν. Και τίθεται το ερώτημα ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για τις επιλογές που έχουν γίνει. Παράλληλα, στα τέλη Νοεμβρίου έχουμε την έκτακτη σύνοδο των Ευρωπαίων ηγετών για τον επόμενο Προϋπολογισμό της Ένωσης, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει συμφωνία.
Υπάρχουν επιχειρήματα, λοιπόν, για την ευρωσκεπτικιστική πλευρά, που λέει «για ποια Ευρωπαϊκή Ένωση μας μιλάτε;» και «πού είναι τα συμφέροντα των λαών»… Όταν ο πολίτης βρίσκεται αντιμέτωπος με την ακρίβεια, την ενεργειακή ανασφάλεια και τις οικονομικές δυσκολίες, τέτοιου είδους επιχειρήματα μπορούν πλέον να βρουν πολύ μεγαλύτερη ανταπόκριση στις κοινωνίες.
Συνεπώς, εισερχόμαστε σε μία πολύ δύσκολη χρονιά. Θα έλεγα ότι το 2027 θα είναι θυελλώδες για την Ευρώπη.
Στα μεγάλα μέτωπα, εκτιμώ ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία μπορεί να οδηγηθεί σε κάποια μορφή κατάληξης, καθώς οι αντοχές και οι διαθέσιμοι οικονομικοί πόροι περιορίζονται. Αντίθετα, το μεγάλο ερώτημα είναι το Ιράν, όπου η αβεβαιότητα παραμένει πολύ μεγαλύτερη για τις επόμενες κινήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Αναμένουμε αυτή τη στιγμή την έκβαση των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών, ενώ ανοιχτό είναι και το ζήτημα της μετεκλογικής πολιτικής κατάστασης στο Ισραήλ.
Πηγή: liberal.gr

