Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Δ. Τριανταφύλλου: Ο στριμωγμένος Πούτιν θέλει «νέα Γιάλτα»

Του Δημήτρη Τριανταφύλλου

Στριμωγμένος στο μέτωπο της Ουκρανίας και υπό αυξανόμενη οικονομική πίεση, ο Βλαντιμίρ Πούτιν επιχειρεί να μετατρέψει τις αδυναμίες του σε διπλωματικά πλεονεκτήματα, διεκδικώντας ρόλο στη διαμόρφωση μιας νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων.

Η επιδίωξη μιας «νέας Γιάλτας», με τις μεγάλες δυνάμεις να επανακαθορίζουν τις μεταξύ τους ισορροπίες και σφαίρες επιρροής, αποτελεί μέρος αυτής της στρατηγικής, όπως εξηγεί στο Liberal ο καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Δημήτρης Τριανταφύλλου. Ο ίδιος εκτιμά ότι η Μόσχα επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τη διεθνή ρευστότητα, τις αντιφάσεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και τις νέες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, προκειμένου να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση.

Παράλληλα, ο κ. Τριανταφύλλου δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ο Ντόναλντ Τραμπ να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα αναγνώριζε, έστω εμμέσως, μια ρωσική σφαίρα επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη, με απρόβλεπτες συνέπειες για την Ουκρανία και την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Προειδοποιεί ότι η πολιτική ρευστότητα, οι εσωτερικές διαιρέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αποδυνάμωση της παραδοσιακής αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας δημιουργούν ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο περιβάλλον.

Ειδικά για την Ελλάδα, υπογραμμίζει την ανάγκη ενίσχυσης των στρατηγικών συμμαχιών με χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Γαλλία και το Ισραήλ, καθώς μια επιστροφή στη λογική των σφαιρών επιρροής θα μπορούσε να ενισχύσει τον τουρκικό αναθεωρητισμό και να δημιουργήσει νέες προκλήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.

Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο

Τι ακριβώς επιδιώκει ο Βλαντιμίρ Πούτιν στην Ουκρανία και πόσο ρεαλιστικό είναι να επιστρέψει ο κόσμος σε μια λογική γεωπολιτικής μοιρασιάς, όπως αυτή του 1945, που οδήγησε τελικά στη συμφωνία της Γιάλτας;

Ας ξεκινήσω με το δεύτερο. Δεν νομίζω ότι είναι λογικό να επιστρέψει ο κόσμος σε μια τέτοια μοιρασιά. Απλώς έχω την αίσθηση, έτσι όπως πάνε τα πράγματα — και για πολλούς λόγους, που μπορώ να προσπαθήσω να εξηγήσω —, ότι οι μεγάλες δυνάμεις, και σε αυτή την περίπτωση σίγουρα η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες, με τη Ρωσία να προσπαθεί να μπει και εκείνη στο παιχνίδι, έχουν ανάγκη να εξετάσουν, τουλάχιστον σε δικό τους επίπεδο, πού πάει ο κόσμος και αν μπορεί να διαμορφωθεί ένας νέος κώδικας συμπεριφοράς, μια κοινή γλώσσα αντιμετώπισης των θεμάτων και των προβλημάτων.

Και νομίζω ότι εδώ παρεμβαίνει ο κ. Πούτιν. Θα περίμενε κανείς περισσότερο αυτό να γίνεται σε επίπεδο Πεκίνου και Ουάσιγκτον ή τουλάχιστον να έχουν συζητηθεί αυτά τα θέματα περισσότερο με την τελευταία επίσκεψη του Κινέζου προέδρου στην Ουάσιγκτον, πρόσφατα, παρά με τη συμμετοχή και της Ρωσίας. Αλλά η αλήθεια είναι ότι όλοι έχουν επηρεαστεί από τις εξελίξεις.

Δηλαδή, αν το σκεφτούμε καλά, ο πόλεμος στο Ιράν έχει αναδείξει πάρα πολλά. Έχει οδηγήσει σε πολλά συμπεράσματα για το γεγονός ότι ο πόλεμος του μέλλοντος δεν μπορεί να διεξαχθεί με τον τρόπο με τον οποίο διεξαγόταν μέχρι στιγμής. Βλέπουμε και τις επιπτώσεις από τον πόλεμο στην Ουκρανία, με τα drones, με τους πυραύλους, με τα συστήματα αεράμυνας που γίνονται όλο και πιο απαραίτητα. Αυτό σημαίνει ότι όλα τα κράτη πρέπει να επανεξετάσουν τις επενδύσεις τους στον τομέα της άμυνας. Και, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, στην ίδια την Ελλάδα, από τότε που ανακοινώθηκε το σχέδιο «Ελλάδα 2030», βλέπουμε ότι γίνονται κάποιες αλλαγές.

Το γεγονός ότι σήμερα παρουσιάστηκαν αυτά τα υποβρύχια drones είναι ενδεικτικό: πρόκειται για κάτι που μπήκε ξαφνικά στην ατζέντα. Υπήρξε και η αναφορά σε υποβρύχιο [δυσνόητο σημείο στην απομαγνητοφώνηση], καθώς και σε τεχνολογία από το MIT, σύμφωνα με όσα λέγονται από το Υπουργείο Άμυνας. Θέλω, δηλαδή, να πω ότι οι εξελίξεις έχουν αρχίσει να ξεπερνούν τις μεγάλες δυνάμεις.

Το γεγονός ότι ο πάροχος ασφάλειας της Δύσης γενικότερα — ο οποίος μπορεί να παρέχει ασφάλεια απέναντι σε κάποιον άλλον και αυτό συμβάλλει στη σταθερότητα του συστήματος —, ο πάροχος ασφάλειας τόσο στην Ευρώπη όσο και στις χώρες του Κόλπου, δηλαδή οι Αμερικανοί, είτε αδυνατεί είτε είναι ανίκανος να παράσχει την ασφάλεια που φαινομενικά υπήρχε πριν από τον πόλεμο με το Ιράν, είναι πολύ σημαντικό.

Αυτό το βλέπουμε και στον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν οι χώρες του Κόλπου. Ορισμένες συνασπίζονται σε διάφορα αμυντικά σχήματα —και είναι τελείως φυσιολογικό να προσπαθούν να βελτιώσουν την ασφάλειά τους όσο μπορούν— ενώ άλλες περιμένουν ακόμη μήπως τις στηρίξει η Αμερική. Αλλά τι είχαμε; Είχαμε φαινομενικά ένα σύστημα που λειτουργούσε με έναν ορισμένο τρόπο: το Ιράν ήταν απομονωμένο, ενδεχομένως και η Ρωσία, οι χώρες του Κόλπου είχαν καταφέρει να αναπτύξουν τις οικονομίες τους και υπήρχε από πίσω η Αμερική, που τις στήριζε σε μεγάλο βαθμό.

Ανατρέπονται όλα αυτά, γιατί το Ιράν αποφάσισε ότι η επίθεση φαίνεται να είναι πιο ισχυρή από την άμυνα ή τουλάχιστον, στην πράξη, φαίνεται να του αποδίδει αυτή η επιλογή. Και ξαφνικά μια χώρα σαν την Κίνα, που είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου από τις χώρες του Κόλπου —νομίζω ότι περίπου το 50% των εισαγωγών της γενικότερα προέρχεται από εκεί— βλέπει ότι εκεί που δεν είχε ανάγκη να ασχοληθεί με ζητήματα ασφάλειας στην περιοχή, πέρα από τη διαμεσολάβηση πριν από μερικά χρόνια μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας, όλο αυτό το σύστημα καταρρέει.

Διαβάσαμε το σχετικό δημοσίευμα της Wall Street Journal, από το οποίο ξεκίνησε αυτή η συζήτηση για τον Πούτιν και μια «νέα Γιάλτα». Μήπως, λοιπόν, η επιδίωξη μιας «νέας Γιάλτας» αποτελεί περισσότερο ένδειξη στρατηγικής αδυναμίας παρά ισχύος του Πούτιν; Μήπως τελικά ο Πούτιν είναι εξαιρετικά στριμωγμένος στο διπλωματικό τραπέζι και προσπαθεί να εξασφαλίσει όσα δεν έχει καταφέρει να κερδίσει στο πεδίο των μαχών;

Δεν ξέρω αν είναι στριμωγμένος. Μπορεί να είναι στριμωγμένος. Στο πεδίο είναι στριμωγμένος και οικονομικά είναι στριμωγμένος, και αυτό το ξέρουμε, παρόλο που δεν βλέπουμε ακόμη τα αποτελέσματα. Φαίνεται, όμως, ότι είναι στριμωγμένος.

Από την άλλη, έχει ένα μεγάλο ατού, όπως έχουν και οι Κινέζοι. Από ό,τι φαίνεται, από ό,τι καταλαβαίνω και από ό,τι διαβάζω, πρόκειται για μια συμπαγή, ενωμένη ηγεσία. Δηλαδή, η διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι κοινή. Με ηγέτη τον Πούτιν, υπάρχει το επιτελείο του και έχουν πάρει κάποιες αποφάσεις βασισμένες στην ιστορία τους, στα σημερινά δεδομένα και ούτω καθεξής.

Το θέμα είναι —και το ερωτηματικό είναι— αν ισχύει αυτό για τις ΗΠΑ. Για πάρα πολλά ζητήματα, ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον ρωσοουκρανικό πόλεμο: έχουμε μια γραμμή, ναι μεν τη γραμμή του προέδρου, αλλά έχουμε και τον αντιπρόεδρο Βανς, ο οποίος, τουλάχιστον όσον αφορά το Ιράν αλλά και το Ουκρανικό, δεν φαίνεται να κινείται πάντοτε στην ίδια γραμμή. Έχουμε έναν υπουργό Εξωτερικών που είναι απών από τις συζητήσεις για το Ουκρανικό. Άλλο οι δηλώσεις που έκανε σήμερα στην Ινδία ο κ. Ρούμπιο, υπερασπιζόμενος την αμερικανική πολιτική. Αλλά είναι απών.

Έχουμε διαμεσολαβητές που δεν είναι διπλωμάτες, οι οποίοι κάνουν διπλωματία με φίλους και συγγενείς. Έχει ενιαία γραμμή η Αμερική στο Ιράν; Άλλη γραμμή έχει ο Βανς — δεν τη δηλώνει δημοσίως, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται ήταν κατά των βομβαρδισμών— άλλη γραμμή έχει ο πρόεδρος Τραμπ. Έχουμε μια άλλη πολιτική από το Υπουργείο Άμυνας, την οποία δεν μπορούμε να καταλάβουμε, τη στιγμή που η άμυνα έχει ανάγκη εκσυγχρονισμού και ο υπουργός Άμυνας έχει το δικό του σχέδιο.

Και νομίζω ότι το ατού του Πούτιν —και ενδεχομένως γι’ αυτό οι Ρώσοι προβάλλουν αυτή την πρωτοβουλία· αν τους βγει, καλό θα του κάνει— είναι ότι έχει πίσω του μια ενιαία άποψη, όπως και οι Κινέζοι έχουν μια ενιαία πολιτική. Η αμερικανική σύγχυση, τη συγκεκριμένη περίοδο, είναι αυτή που μας προβληματίζει. Εγώ δεν μπορώ να βγάλω άκρη πια. Βλέπουμε τον θεσμοφύλακα, όπως θεωρώ ότι είναι ο κ. Ρούμπιο, να προσπαθεί να σβήσει φωτιές, δεδομένου ότι ο πρόεδρος και το επιτελείο του λαμβάνουν αποφάσεις που ενδεχομένως να μην έχουν σκεφτεί καλά.

Και αν προσθέσουμε σε αυτό το γεγονός ότι παραδοσιακά οι ενδιάμεσες εκλογές σηματοδοτούν την αρχή της εκστρατείας για όσους ενδιαφέρονται πραγματικά να είναι υποψήφιοι για την προεδρία των ΗΠΑ — η διαδικασία ξεκινά δύο χρόνια πριν —, ήδη βλέπουμε, τουλάχιστον στους Ρεπουμπλικανούς, τον Βανς και τον Ρούμπιο. Ενδεχομένως και οι Δημοκρατικοί θα αρχίσουν σιγά – σιγά να εκφράζονται, για να διεκδικήσουν το χρίσμα του υποψηφίου του κόμματός τους.

Σε όλα αυτά βλέπουμε ότι δεν πρόκειται μόνο για θέματα οικονομικής ή εσωτερικής πολιτικής. Φέτος, τουλάχιστον, λόγω και της ενεργειακής κρίσης που προκύπτει από τις διεθνείς εξελίξεις, μπαίνει και αυτό στην εξίσωση.

Και γι’ αυτό λέω ότι η Ρωσία εκμεταλλεύεται την παρούσα φάση. Μπορεί, όπως λέτε, να είναι στριμωγμένη —και εγώ νομίζω ότι είναι— αλλά από την άλλη έχει αρκετούς υποστηρικτές. Επειδή ακριβώς υπάρχουν αυτές οι κρίσεις, βλέπουμε ότι και οι Ευρωπαίοι έχουν μεταξύ τους διαφορετικές γραμμές όσον αφορά το ενεργειακό. Βλέπω κάποιες κυβερνήσεις να αρχίζουν να κινούνται πιο ανοιχτά όσον αφορά την προμήθεια, εκ νέου, ορυκτών καυσίμων από τη Ρωσία.

Ναι, όπως έκανε ο πρωθυπουργός της Σλοβακίας, ο Φίτσο…

Ο Φίτσο, μεμονωμένα, και άλλοι δηλαδή. Δεν είναι μόνο αυτός. Ακόμη και ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας έχει κάνει κάποιες δηλώσεις. Εγώ το βλέπω και στην κοινή γνώμη στη χώρα μας. Χθες παρακολουθούσα μια τηλεοπτική εκπομπή και άκουσα έναν γνωστό Έλληνα δημοσιογράφο να δηλώνει ξεκάθαρα ότι φταίει ο Ζελένσκι για τις εξελίξεις και την ενεργειακή κρίση. Προσωπικά, ξαφνιάστηκα…

Επειδή αναφερθήκατε και στον Αμερικανό πρόεδρο: Θα μπορούσε ο Τραμπ να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα αναγνώριζε, έστω εμμέσως, ρωσική σφαίρα επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη, με αντάλλαγμα τον τερματισμό του πολέμου και οικονομικά οφέλη για τις Ηνωμένες Πολιτείες; Και πόσο εφικτό θα μπορούσε να είναι αυτό ερήμην της Ουκρανίας;

Θα μπορούσε να το αποδεχθεί. Θα μπορούσε, ενδεχομένως, αν αυτό τον βοηθούσε σε εκείνο που θεωρούσαμε από την αρχή ότι είναι ένας στόχος της διοίκησης Τραμπ: να αποσπάσει, όσο μπορεί, τη Ρωσία από την Κίνα. Από αυτή την άποψη, όντως θα μπορούσε να το δεχθεί.

Τώρα, αν είναι εφικτό, είναι άλλο θέμα. Και αν αυτό, όπως αναγνώρισε προχθές ο Τόμας Φρίντμαν σε μια μικρή στήλη που έγραψε στους New York Times, προδίδει τις αξίες της Αμερικής και είναι μια προδοτική πράξη που θυμίζει το Μόναχο του 1938, είναι επίσης άλλο θέμα. Αν αυτό το επιχείρημα μπορεί πραγματικά να επηρεάσει τον εσωτερικό διάλογο στην Αμερική, δεν το γνωρίζω. Ενδεχομένως όχι.

Αλλά το ότι θα μπορούσε να το αναγνωρίσει ο Ντόναλντ Τραμπ, βεβαίως και θα μπορούσε. Γιατί οι προθέσεις τουλάχιστον ενός τμήματος της διοίκησης Τραμπ — είτε του ίδιου του προέδρου είτε του αντιπροέδρου και ενδεχομένως άλλων, όχι τόσο του Ρούμπιο αλλά και του υπουργού Άμυνας — είναι ξεκάθαρες: είναι διατεθειμένοι να προτάξουν τα συμφέροντά τους, με τη λογική ότι το πιο σημαντικό είναι τα συμφέροντα της Αμερικής.

Εξάλλου, και στη συνέντευξη που έδωσε προχθές ο κ. Ρούμπιο, εδώ αναφερόμαστε σε όσα είπε για την Ελλάδα, αλλά η συνέντευξή του ξεκαθαρίζει ότι ο στόχος είναι να υπερασπιστούν τα συμφέροντα της Αμερικής. Από αυτή την άποψη, αν η σημερινή διοίκηση —που θεωρώ ότι έχει διάφορες απόψεις, όπως σας είπα— πιστεύει πραγματικά ότι έτσι θα πετύχει κάποιους στόχους, δυστυχώς έχουμε φτάσει στο σημείο όπου κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί. Και μετά υπάρχουν όλες οι επιπτώσεις, ιδίως για τους Ουκρανούς αλλά και για εμάς τους Ευρωπαίους.

Επειδή τονίσατε τις διαφορετικές απόψεις που ακούγονται στους κόλπους της Ευρώπης των «27», κατά την άποψή σας, βρισκόμαστε μπροστά στον κίνδυνο μιας νέας ευρωπαϊκής διχοτόμησης, με τη Ρωσία να διεκδικεί ξανά αποφασιστικό ρόλο στην Ανατολική Ευρώπη; Διαθέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση την πολιτική ενότητα και τη στρατιωτική ισχύ για να αποτρέψει μια συμφωνία που θα υπονόμευε την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας;

Ιστορικά, όποιος ασχολείται με τα θέματα της ευρωπαϊκής ενοποίησης ξέρει ότι υπάρχουν περίοδοι κρίσης, όπου εκδηλώνονται τεράστιες διαφωνίες, και οι Ευρωπαίοι βρίσκουν τρόπο να τις λύσουν. Σε διάφορες περιόδους, όταν κινδυνεύει πραγματικά η ευρωπαϊκή ενοποίηση και πρέπει να πάρουν γενναίες αποφάσεις, οι Ευρωπαίοι ηγέτες προσπαθούν. Δεν νομίζω ότι δεν προσπαθούν. Και όσο κι αν τους κατηγορούμε, και για τα αποτελέσματα της συνόδου κορυφής της προηγούμενης εβδομάδας, δεν σημαίνει ότι δεν προσπαθούν.

Απλώς, ο κόσμος μας πια είναι τόσο ρευστός, οι εσωτερικές αντιφάσεις, οι προβληματισμοί κάθε χώρας, ενδεχομένως και οι πιέσεις που δέχεται η κάθε κυβέρνηση, είναι τόσο διαφορετικές από τις αντίστοιχες στις υπόλοιπες χώρες, που είναι δύσκολο, στην παρούσα φάση, να γεφυρώσουν τις διαφορές τους. Μπορεί ενδεχομένως στο έκτακτο Συμβούλιο του Νοεμβρίου να βρουν τη λύση. Μπορεί, γιατί καταλαβαίνουν την πίεση που αισθάνονται.

Αλλά πώς να λύσεις αυτά τα προβλήματα όταν έχεις να αντιμετωπίσεις, στη Γαλλία, το ενδεχόμενο από τον επόμενο Απρίλιο να έχουμε μια προεδρία και μια κυβέρνηση εντελώς διαφορετικές από αυτές που ξέραμε μέχρι στιγμής; Πώς θα το αντιμετωπίσεις αυτό όταν η Γαλλία έχει τα προβλήματά της, αλλά και η ίδια η Γερμανία; Βάλλεται η καγκελαρία σήμερα, αλλά και τα θεσμικά κόμματα, και ενδεχομένως, όποτε γίνουν εκλογές σε ομοσπονδιακό επίπεδο, μπορεί κι εκεί να έχουμε μια εντελώς διαφορετική κυβέρνηση.

Αυτό είναι και το δίλημμα των Ευρωπαίων ηγετών. Γιατί, τέλος πάντων, δημοκρατίες έχουμε και προσπαθούν κατά κάποιον τρόπο να συμβιβαστούν με τα θέλω του λαού. Νομίζω ότι αυτό είναι το πρόβλημα αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη: η πολιτική ρευστότητα που υπάρχει. Δεν θεωρώ ότι δεν προσπαθούν οι πολιτικοί που έχουμε σήμερα. Απλώς είναι τόσες πολλές οι διαφορές, οι προκλήσεις και τα διλήμματα μεταξύ των χωρών, που είναι δύσκολη η σύγκλιση.

Η Ευρώπη βλέπει ότι υπάρχει ανάγκη για περισσότερη Ευρώπη, γιατί καμία χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη της είτε τις οικονομικές είτε τις ενεργειακές προκλήσεις, αλλά και εκείνες που προκύπτουν σε θέματα άμυνας, εξωτερικής πολιτικής και εξωτερικής απειλής από τη Ρωσία. Οι ηγέτες μας βλέπουν πραγματικά τον κίνδυνο, το λένε, το δηλώνουν. Αν τον βλέπουν οι κοινωνίες μας, είναι άλλο θέμα.

Υπάρχει ένας κίνδυνος από τη Ρωσία, η οποία παραδοσιακά —και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι Σοβιετικοί— ήξερε πάρα πολύ καλά πώς να ασκεί αυτό που σήμερα λέμε «υβριδικό πόλεμο»: να προκαλεί τριβές στις κοινωνίες, να επενδύει σε πολιτικά κόμματα και ούτω καθεξής, ώστε να μην υπάρχουν ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες. Κάποια στιγμή δεν το κατάφερε, αλλά πάντα είχαμε την ασπίδα προστασίας των ΗΠΑ.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες υπήρχε και μια συναίνεση, που δεν υπάρχει πια, μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών, με τους λεγόμενους διεθνιστές στο κέντρο. Νομίζω ότι ο κ. Ρούμπιο προέρχεται από αυτή την παράδοση. Αλλά πόσοι είναι πια; Και εφόσον δεν υπάρχει αυτό το δίχτυ ασφαλείας, βλέπουμε ότι η Ευρώπη, παρότι προσπαθεί, δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί.

Εφόσον επικρατήσει μια νέα διεθνής τάξη, βασισμένη σε αυτό που υποστηρίζει το άρθρο της Wall Street Journal, δηλαδή στις σφαίρες επιρροής, τι θα σήμαινε μια τέτοια εξέλιξη για την Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο; Θα μπορούσε να ενισχύσει τις αναθεωρητικές διεκδικήσεις της Τουρκίας και να αποδυναμώσει το Διεθνές Δίκαιο ως βασικό εργαλείο προάσπισης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων;

Θα μπορούσε να γίνει αυτό. Άλλωστε, αυτό συμβαίνει στην πράξη. Απλώς νομίζω ότι η Ελλάδα δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να κάνει περισσότερα από αυτά που κάνει ήδη. Θέλω να πω, ακριβώς λόγω της γεωγραφίας μας, των ιστορικών προβλημάτων και των προκλήσεων που έχουμε με την Τουρκία, καθώς και του γεγονότος ότι πρέπει να λύσουμε το βασικό ζήτημα, που έχει να κάνει με τις θαλάσσιες ζώνες, για να προχωρήσουμε, και επειδή η Ευρώπη είναι τόσο αδύναμη και επειδή το ίδιο το ΝΑΤΟ αμφισβητείται από την ίδια την Αμερική, τι κάνεις;

Το κάνουν και οι Πολωνοί, το κάνουν και οι Έλληνες, το κάνουν και άλλες χώρες. Αναγκάζεσαι να δημιουργήσεις ιδιαίτερες σχέσεις, όπου υπάρχει ταύτιση συμφερόντων, με άλλες χώρες: με τις Ηνωμένες Πολιτείες, μεμονωμένα με τη Γαλλία, με το Ισραήλ, και ενδεχομένως μπορεί να γίνει αυτό και με άλλες χώρες. Δηλαδή, είναι ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης αυτού που θεωρούμε ότι είναι ο αναθεωρητισμός της Τουρκίας.

Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και η ίδια η Τουρκία προβληματίζεται για τις εξελίξεις. Βρίσκεται και η ίδια μπροστά σε ένα τεράστιο δίλημμα για το πού πάει ο κόσμος και πώς μπορεί η σημερινή ή η αυριανή ηγεσία της Τουρκίας να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της χώρας, η οποία έχει μια πολύ πιο σύνθετη γεωγραφία από αυτήν που έχουμε εμείς.

* Ο Δημήτρης Τριανταφύλλου είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Από το 2010 έως το 2023 διετέλεσε καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και διευθυντής του Κέντρου Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Kadir Has της Κωνσταντινούπολης. 

Πηγή: liberal.gr