Του Γιώργου Βουλγαράκη
Η 90ή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, εκατό χρόνια μετά την πρώτη διοργάνωσή της, θα αποτελέσει για την κυβέρνηση κάτι περισσότερο από ένα βήμα εξαγγελιών. Θα είναι η στιγμή κατά την οποία θα κληθεί να εξηγήσει όχι μόνο τι έκανε μέχρι σήμερα, αλλά και γιατί όσα έκανε δικαιολογούν μια νέα πολιτική εντολή.
Ο δείκτης εφαρμογής προεκλογικού προγράμματος του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) της προσφέρει ένα ισχυρό επιχείρημα. Από τις 156 δεσμεύσεις που εξετάστηκαν, το 20,5% έχει εφαρμοστεί πλήρως, το 28,8% μερικώς και το 42,3% βρίσκεται σε εξέλιξη. Συνολικά, δηλαδή, στο 91,6% των δεσμεύσεων έχει καταγραφεί κάποιος βαθμός προόδου.
Τα στοιχεία έχουν σημασία. Αποδεικνύουν ότι η κυβερνητική συνέπεια μπορεί να ελεγχθεί και ότι η πολιτική αντιπαράθεση δεν είναι υποχρεωμένη να εξαντλείται σε γενικές εντυπώσεις. Δεν απαντούν, όμως, από μόνα τους στο ερώτημα που θα κρίνει την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Μια κυβέρνηση αξιολογείται για όσα έκανε, επανεκλέγεται όμως για όσα πείθει ότι μπορεί ακόμη να προσφέρει.
Η διάκριση αυτή γίνεται κρισιμότερη όταν μια παράταξη διεκδικεί τρίτη συνεχόμενη κυβερνητική θητεία. Όσο μεγαλώνει ο χρόνος παραμονής στην εξουσία, τόσο δυσκολότερο γίνεται να παρουσιαστεί η συνέχιση της ίδιας πορείας ως επαρκής πολιτική πρόταση. Η κοινωνία δεν ζητά μόνο αποδείξεις αξιοπιστίας. Αυτό που περιμένει να ακούσει είναι έναν νέο λόγο για να ανανεώσει την εμπιστοσύνη της.
Η προεξόφληση του μέλλοντος
Η εκλογική συμπεριφορά μοιάζει, ως έναν βαθμό, με την προεξόφληση που γίνεται στις αγορές. Οι πολίτες δεν αξιολογούν μόνο τα ήδη καταγεγραμμένα αποτελέσματα, αλλά σταθμίζουν τις προσδοκίες, τους κινδύνους και τις δυνατότητες της επόμενης ημέρας.
Η τήρηση των προεκλογικών δεσμεύσεων έχει ασφαλώς πολιτική αξία. Αποτελεί, όμως, την εκπλήρωση της εντολής που δόθηκε στην προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση και όχι, από μόνη της, επαρκή λόγο για την ανανέωσή της. Είναι η αναγκαία βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί μια νέα κυβερνητική πρόταση.
Χωρίς μετρήσιμα αποτελέσματα, ο λόγος για το μέλλον στερείται αξιοπιστίας. Χωρίς νέο σχέδιο, ο απολογισμός περιορίζεται σε μια υπεράσπιση του παρελθόντος.
Το δίδαγμα του 2015
Η κυβέρνηση Σαμαρά – για παράδειγμα, είχε να επιδείξει το 2015 επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, πρωτογενές πλεόνασμα και επάνοδο της χώρας στις αγορές. Οι συνθήκες ήταν, ασφαλώς, πολύ διαφορετικές από τις σημερινές. Η κοινωνία είχε εξαντληθεί από τα χρόνια της ύφεσης, της ανεργίας και της μνημονιακής πίεσης.
Το πολιτικό δίδαγμα, ωστόσο, παραμένει χρήσιμο. Η καταγραφή ενός επιτεύγματος δεν αρκεί, όταν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν αναγνωρίζει στο προτεινόμενο σχέδιο τις δικές του προσδοκίες για την επόμενη ημέρα.
Η σταθερότητα λειτούργησε ως εξαιρετικά ισχυρό επιχείρημα το 2023, απέναντι στον κίνδυνο μιας νέας περιόδου πολιτικής αβεβαιότητας. Όταν, όμως, παγιώνεται, παύει σταδιακά να αποτελεί αυτοτελή υπόσχεση. Μετατρέπεται σε αυτονόητη απαίτηση. Η πολιτική σταθερότητα είναι η βάση πάνω στην οποία οικοδομείται ένα σχέδιο. Δεν μπορεί όμως να είναι ολόκληρο το σχέδιο.
Οι δύο εικόνες της ίδιας χώρας
Στην Ελλάδα συνυπάρχουν σήμερα δύο πραγματικότητες.
Η πρώτη αποτυπώνεται στους δείκτες: δημοσιονομική σταθερότητα, ψηφιοποίηση του κράτους, επενδυτική δραστηριότητα, βελτίωση της διεθνούς εικόνας της χώρας και πρόοδος σε επιμέρους τομείς της δημόσιας διοίκησης.
Η δεύτερη βιώνεται στην καθημερινότητα: ακρίβεια, στεγαστικό κόστος, πίεση στα νοικοκυριά, δυσκολίες στη δημόσια υγεία, αβεβαιότητα για τη νέα γενιά και καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης.
Οι δύο εικόνες δεν αλληλοαναιρούνται. Η μία, όμως, δεν αρκεί για να διαγράψει την άλλη. Ο πολίτης μπορεί να αναγνωρίζει ότι η χώρα έχει προοδεύσει και ταυτόχρονα να θεωρεί ότι η δική του ζωή δεν έχει βελτιωθεί στον ίδιο βαθμό.
Το κυβερνητικό έργο αποτυπώνεται σε δείκτες και ποσοστά. Η καθημερινότητα, όμως, μετριέται στον λογαριασμό, στο ενοίκιο, στον μισθό. Η πολιτική οφείλει να κάνει αυτές τις δύο πραγματικότητες να συναντηθούν.
Η απουσία ισχυρού αντιπάλου δεν αποτελεί λευκή επιταγή
Η πρώτη δημοσκόπηση μετά τη θερινή περίοδο καταγράφει τη Νέα Δημοκρατία στο 26,5%, με το δεύτερο κόμμα στο 14,5% και κανέναν άλλο πολιτικό σχηματισμό σε διψήφιο ποσοστό πέραν του ΠΑΣΟΚ, που βρίσκεται στο 10%. Η ίδια έρευνα, όμως, δείχνει ότι το 65% θεωρεί πως η χώρα κινείται προς λάθος κατεύθυνση και ότι το 68% αισθάνεται λίγο ή καθόλου αισιόδοξο για τη ζωή του κατά τους επόμενους έξι μήνες.
Αυτό είναι ίσως το κρισιμότερο στοιχείο της συγκυρίας. Η κυβέρνηση διατηρεί καθαρό προβάδισμα, χωρίς να έχει απέναντί της μια εναλλακτική πρόταση που να πείθει ευρύτερα την κοινωνία. Την ίδια στιγμή, όμως, η κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένει ισχυρή.
Η απουσία αξιόπιστου αντιπάλου δεν ισοδυναμεί με θετική εντολή. Μπορεί να καθυστερήσει την εκλογική έκφραση της φθοράς, δεν την εξαφανίζει. Αντίθετα, δημιουργεί τον κίνδυνο της χαλάρωσης, της αυταρέσκειας και της μεταρρυθμιστικής κόπωσης.
Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να στηρίζει μακροπρόθεσμα την κυριαρχία της στην αδυναμία των αντιπάλων της. Οφείλει να γίνεται η ίδια αυστηρότερος κριτής του έργου της, να αναγνωρίζει όσα δεν λειτούργησαν και να διορθώνει εγκαίρως πολιτικές που δεν απέδωσαν.
Το σχέδιο της επόμενης περιόδου
Η επόμενη εκλογική αναμέτρηση δεν θα διεξαχθεί με τους όρους του 2023. Έκτοτε, τα προβλήματα έχουν αλλάξει και οι προσδοκίες της κοινωνίας είναι διαφορετικές. Δεν αρκεί, επομένως, η προβολή του κυβερνητικού έργου ούτε η απαρίθμηση όσων βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη.
Η κυβέρνηση οφείλει να αναγνωρίσει με ειλικρίνεια τις αστοχίες, τις καθυστερήσεις και τις παραλείψεις της, να εξηγήσει γιατί ορισμένες παρεμβάσεις δεν απέδωσαν και να προχωρήσει σε μια γενναία αυτοκριτική. Κυρίως, όμως, πρέπει να δεσμευτεί απέναντι στους πολίτες για συγκεκριμένες λύσεις, με σαφές χρονοδιάγραμμα και μετρήσιμα αποτελέσματα. Η αξιοπιστία της επόμενης πρότασης διακυβέρνησης θα κριθεί όχι μόνο από όσα υπόσχεται, αλλά και από το κατά πόσο έχει κατανοήσει όσα δεν κατάφερε.
Η Νέα Δημοκρατία διαθέτει πολιτικό κεφάλαιο και έναν απολογισμό που της επιτρέπουν να διεκδικήσει εκ νέου την εμπιστοσύνη των πολιτών. Αυτά, όμως, μπορούν να αποτελέσουν μόνο την αφετηρία της νέας πρότασής της. Για να γίνει πειστική, πρέπει να ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες της κοινωνίας και να περιγράφει με σαφήνεια την Ελλάδα που επιδιώκει να οικοδομήσει.
Το έργο αποδεικνύει την ικανότητα μιας διακυβέρνησης. Αυτό που την εκλέγει όμως είναι η πρόταση της για το μέλλον.
Πηγή: liberal.gr

