Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Αν είχε νικήσει η αριστερά το 1949

Του Κώστα Στούπα

Οι νεοέλληνες είμαστε αγνώμονες προς όσους θυσιάστηκαν και μέχρι αυτοζημίας γενναιόδωροι με όσους μας έβλαψαν — όλα στο όνομα μιας μονομερούς «εθνικής συμφιλίωσης».

Στις 29 Αυγούστου του 1949, τελείωσε ο ελληνικός εμφύλιος με τη νίκη του Εθνικού Στρατού. Χάρη σε αυτή τη νίκη η Ελλάδα έμεινε μεταπολεμικά στον ελεύθερο κόσμο και αναδείχθηκε, για μια περίοδο, σε μία από τις 30 πλουσιότερες χώρες του πλανήτη.

Από τη μεταπολίτευση και μετά, οι τελετές ευγνωμοσύνης προς τους νικητές βαφτίστηκαν «γιορτές μίσους» και σπανίζουν. Η άλλη πλευρά, αντίθετα, συνεχίζει τις τελετές και στήνει αγάλματα σε όσους προσπάθησαν να αρπάξουν την εξουσία με τη βία, κόντρα στη θέληση της πλειοψηφίας.

Νικητές και ηττημένοι, οι νεότεροι σπάνια αναρωτιούνται πώς θα ήταν η ζωή τους — και η χώρα — αν το ’49 είχαν επικρατήσει οι ομάδες του Ζαχαριάδη και του ΚΚΕ.

Ας το κάνουμε

Το πιθανότερο είναι πως, μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ στις αρχές του ’90, όσες Ελληνίδες και Έλληνες θα είχαν απομείνει στη χώρα, αντί να υποδέχονται μετανάστες( κυρίως παραδουλεύτρες, εργάτριες του σεξ και χαμάληδες…) από τις εξαθλιωμένες κομμουνιστικές δικτατορίες, θα έψαχναν οι ίδιοι το ψωμί τους σε γειτονικές χώρες — στην Τουρκία και στην Ιταλία.

Κι αν είχε επικρατήσει ένα απομονωτικό μοντέλο σαν της Αλβανίας, ίσως εμείς οι μπούμερς να ήμασταν και μερικά εκατοστά κοντύτεροι, λόγω ελλιπούς διατροφής.

Η Ελλάδα θα έχανε το τρένο που καθόρισε τη μεταπολεμική της πορεία: Δόγμα Τρούμαν, Σχέδιο Μάρσαλ, δυτικές επενδύσεις, ΝΑΤΟ και, αργότερα, ΕΟΚ και Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα που ξέρουμε χτίστηκε σε μεγάλο βαθμό πάνω σε αυτή την επιλογή.

Η ναυτιλία μας μάλλον θα μετακόμιζε οριστικά στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη. Ωνάσηδες και Νιάρχοι δύσκολα θα γύριζαν τα κεφάλαιά τους σε μια οικονομία κρατικών επιχειρήσεων.

Διαφορετική μοίρα και για τον τουρισμό. Μύκονος, Σαντορίνη, Ρόδος, Κρήτη δύσκολα θα γίνονταν οι παγκόσμιες μηχανές που ξέρουμε. Μέχρι το 1990 θα θυμίζαμε περισσότερο τις ακτές της Βουλγαρίας ή της Γιουγκοσλαβίας παρά την Ισπανία και την Ιταλία.

Το πραγματικό σεισμικό γεγονός, όμως, θα ήταν γεωπολιτικό.

Μια κομμουνιστική Ελλάδα θα άλλαζε ολόκληρο τον χάρτη του Ψυχρού Πολέμου. Η Σοβιετική Ένωση — ή, ανάλογα με την έκβαση της ρήξης Τίτο–Στάλιν, η Γιουγκοσλαβία — θα αποκτούσε μέσω της Ελλάδας αυτό που επιδίωκε επί αιώνες η ρωσική γεωπολιτική: πρόσβαση στις θερμές θάλασσες και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Τουρκία θα γινόταν το σημαντικότερο νοτιοανατολικό φυλάκιο των ΗΠΑ. Και το Αιγαίο δεν θα ήταν πεδίο ελληνοτουρκικών αντιπαραθέσεων, όπως σήμερα. Θα ήταν σύνορο δύο κόσμων: από τη μία η κομμουνιστική Ελλάδα, από την άλλη η Τουρκία του ΝΑΤΟ. Οι διαφορές με την Τουρκία θα είχαν ίσως επιλυθεί σε βάρος μας.

Υπάρχει και μια ακόμη δύσκολη παράμετρος: η Μακεδονία. Η σχέση του ΚΚΕ με τον Τίτο, το Μακεδονικό και τα σχέδια για μια βαλκανική ομοσπονδία θα μπορούσαν να ανοίξουν εξελίξεις που σήμερα δύσκολα διανοούμαστε. Δεν σημαίνει αυτόματα ότι η Ελλάδα θα έχανε εδάφη. Σημαίνει όμως ότι η Θεσσαλονίκη και η πρόσβαση της Γιουγκοσλαβίας στο Αιγαίο θα ήταν από τα μεγαλύτερα γεωπολιτικά ζητήματα της περιοχής.

Και μετά θα ερχόταν το 1989.

Με την κατάρρευση του κομμουνισμού, η Ελλάδα θα έμπαινε στη δεκαετία του ’90 φτωχότερη, με απαρχαιωμένη παραγωγική βάση και ελάχιστο ιδιωτικό πλούτο. Θα ακολουθούσαν ιδιωτικοποιήσεις, ξένες επενδύσεις και μια κοπιώδης προσπάθεια ένταξης σε ΕΕ και ΝΑΤΟ — από πολύ πιο πίσω.

Η μεγάλη ειρωνεία είναι πως θεωρούμε αυτονόητα όσα έχουμε. Δεν είναι. Καμιά φορά μόνο το «αν» μάς δείχνει πόσο διαφορετικά θα μπορούσε να είχε γραφτεί η ιστορία μας.

Το μόνο, ίσως, όφελος από μια νίκη των κομμουνιστών το ’49 θα ήταν ένα μετά τη πτώση της Σοβιετίας: η πλήρης αποκομμουνιστικοποίηση της χώρας και η εχθρότητα του πληθυσμού προς οτιδήποτε αριστερό – όπως ακριβώς συνέβη στις περισσότερες μετασοβιετικές χώρες.

Πηγή: liberal.gr