Του Γιώργου Βουλγαράκη
Το 1984, ο Ντέιβιντ και η Τζέιν Χόρνσμπι, δύο Βρετανοί καθηγητές αγγλικών που ζούσαν στη Ρόδο, θέλησαν να ιδρύσουν ένα ιδιωτικό φροντιστήριο ξένων γλωσσών.
Η ελληνική διοίκηση απέρριψε την αίτησή τους, επειδή η νομοθεσία επέτρεπε τη χορήγηση της σχετικής άδειας μόνο σε Έλληνες πολίτες. Η προϋπόθεση αυτή κρίθηκε αντίθετη προς το ευρωπαϊκό δίκαιο και, το 1989, το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε τις αποφάσεις με τις οποίες είχε απορριφθεί το αίτημά τους.
Οι Χόρνσμπι είχαν κερδίσει. Στα χαρτιά τουλάχιστον.
Η διοίκηση δεν εφάρμοσε τις αποφάσεις και το ζευγάρι δεν μπόρεσε να λειτουργήσει το φροντιστήριο. Αναγκάστηκε να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο εξέδωσε το 1997 μια απόφαση που έμελλε να γίνει σημείο αναφοράς για ολόκληρη την Ευρώπη (ΕΔΔΑ, αρ. προσφυγής 18357/91, απόφαση της 19.3.1997).
Το Δικαστήριο έκρινε ότι το δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη θα ήταν κενό περιεχομένου αν ένα κράτος μπορούσε να αφήνει ανεφάρμοστη μια τελεσίδικη και δεσμευτική δικαστική απόφαση. Η εκτέλεση της απόφασης, τόνισε, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της δίκης και όχι ξεχωριστή διαδικασία. Όπως τόνιζε, «η δικαστική νίκη ολοκληρώνεται μόνο όταν εφαρμοστεί η απόφαση».
Η Δικαιοσύνη δεν τελειώνει στην αίθουσα του δικαστηρίου
Συνήθως θεωρείται ότι η απονομή της Δικαιοσύνης ολοκληρώνεται τη στιγμή που ο δικαστής δημοσιεύει την απόφασή του. Η δικαστική νίκη παίρνει πολλές μορφές, από τη δικαίωση ενός πολίτη μέχρι την ακύρωση μιας διοικητικής πράξης ή την επιδίκαση μιας αποζημίωσης.
Στην πραγματικότητα, εκεί αρχίζει ένα άλλο στάδιο, λιγότερο ορατό αλλά εξίσου κρίσιμο.
Η διοίκηση οφείλει να εκδώσει τη νέα πράξη που της επιβάλλει η απόφαση, ο δημόσιος φορέας να καταβάλει την αποζημίωση που επιδικάστηκε. Στις σχέσεις ιδιωτών ισχύει το ίδιο. Ο οφειλέτης πρέπει να πληρώσει, το ακίνητο να αποδοθεί, ο εργαζόμενος να επανέλθει στη θέση του ή να λάβει όσα του οφείλονται.
Αν τίποτε από αυτά δεν συμβεί, η δικαστική απόφαση παραμένει ένα έγγραφο που περιγράφει ποιος έχει δίκιο χωρίς να αλλάζει την πραγματικότητα.
Ο πολίτης αντιμετωπίζει τότε έναν νέο παραλογισμό. Έχει ήδη πληρώσει δικηγόρους, υπομείνει καιρό και κερδίσει τη δίκη. Πρέπει τώρα να αφιερώσει χρόνο και να δαπανήσει επιπλέον χρήματα για να εφαρμοστεί η απόφαση που εξέδωσε το ίδιο το κράτος.
Όταν η ίδια η διοίκηση αρνείται να συμμορφωθεί
Το πρόβλημα γίνεται θεσμικά βαρύτερο όταν ο ηττημένος διάδικος είναι το Δημόσιο.
Το άρθρο 95 του Συντάγματος είναι σαφές. Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις και η παραβίαση αυτής της υποχρέωσης γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο.
Από το 2002 υπάρχει και ειδική διαδικασία (Ν. 3068/2002, ΦΕΚ Α΄ 274), μέσω τριμελών συμβουλίων των ανώτατων δικαστηρίων, τα οποία μπορούν να ελέγχουν τη συμμόρφωση της διοίκησης και να λαμβάνουν μέτρα όταν αυτή καθυστερεί ή αρνείται να εφαρμόσει μια απόφαση.
Το γεγονός, όμως, ότι χρειάστηκε να δημιουργηθεί ειδική διαδικασία, για να υποχρεώνεται το κράτος να σέβεται τις αποφάσεις των δικών του δικαστηρίων, αποκαλύπτει από μόνο του το μέγεθος του προβλήματος.
Η μη συμμόρφωση βέβαια, δεν εκδηλώνεται πάντοτε ως ανοιχτή άρνηση. Μπορεί να πάρει τη μορφή μιας νέας πράξης που επαναλαμβάνει σχεδόν το ίδιο περιεχόμενο με εκείνη που ακυρώθηκε. Μπορεί να κρύβεται πίσω από την επίκληση έλλειψης πιστώσεων, την ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ υπηρεσιών ή την απλή αδράνεια.
Ο πολίτης έχει απέναντί του έναν αντίπαλο με περισσότερους πόρους και ανεξάντλητη διοικητική αντοχή. Η σχέση δεν είναι ισότιμη.
Μια απόφαση που δεν επέστρεψε τα παιδιά
Η εκτέλεση μιας απόφασης δεν αφορά μόνο χρήματα, άδειες και περιουσιακές διαφορές. Μπορεί να αφορά την ίδια την οικογενειακή ζωή.
Τον Απρίλιο του 2016, ένας – διαζευγμένος πατέρας δύο ανήλικων παιδιών τα πήρε, λέγοντας στη μητέρα τους ότι θα τα πήγαινε στην παιδική χαρά. Δεν τα επέστρεψε. Τα κράτησε στο σπίτι των γονιών του και, σύμφωνα με όσα καταγράφηκαν στην υπόθεση, ο ίδιος και μέλη της οικογένειάς του εμπόδιζαν τη μητέρα να τα παραλάβει.
Η Χρυσοβαλάντω Τζιουμάκα προσέφυγε στα ελληνικά δικαστήρια και εξασφάλισε αποφάσεις που της ανέθεταν την επιμέλεια και υποχρέωναν τον πατέρα να της παραδώσει τα παιδιά.
Οι αποφάσεις υπήρχαν χωρίς να εφαρμοστούν αποτελεσματικά.
Το 2024, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε (ΕΔΔΑ, αρ. προσφυγής 31022/20, απόφαση της 9.4.2024) ότι οι ελληνικές αρχές δεν κατέβαλαν τις αναγκαίες προσπάθειες για την έγκαιρη εφαρμογή τους και ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα της μητέρας στην οικογενειακή ζωή.
Ασφαλώς, η εκτέλεση μιας απόφασης επιμέλειας απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Τα παιδιά δεν είναι περιουσιακά στοιχεία και κάθε ενέργεια πρέπει να λαμβάνει υπόψη το συμφέρον και την ψυχική τους κατάσταση. Η ευαισθησία, όμως, δεν μπορεί να μετατρέπεται σε αδράνεια. Στις οικογενειακές υποθέσεις ο χρόνος είναι ακόμη πιο καθοριστικός, επειδή δημιουργεί νέες πραγματικότητες και δεσμούς που αργότερα δύσκολα ανατρέπονται.
Το κόστος της δεύτερης δικαστικής μάχης
Παρόμοιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν πολίτες και επιχειρήσεις απέναντι σε ιδιώτες οφειλέτες.
Μια επιχείρηση μπορεί να έχει στα χέρια της τελεσίδικη απόφαση για μια ανεξόφλητη απαίτηση και να ανακαλύψει ότι ο οφειλέτης έχει μεταβιβάσει την περιουσία του, αδειάσει τους λογαριασμούς του ή δημιουργήσει ένα δίκτυο εταιρειών που δυσκολεύει τον εντοπισμό των πραγματικών περιουσιακών στοιχείων.
Αρχίζει τότε ένας δεύτερος κύκλος εξόδων, κατασχέσεων και νέων δικαστικών διαδικασιών. Όσο περισσότερο διαρκεί, τόσο μειώνεται η πραγματική αξία της απαίτησης και τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να μην εισπραχθεί ποτέ.
Η αδυναμία εκτέλεσης επιβαρύνει την οικονομία εξίσου με την αργή εκδίκαση. Όταν οι συμφωνίες δεν μπορούν να επιβληθούν αποτελεσματικά, οι πιστωτές γίνονται πιο επιφυλακτικοί. Το κόστος χρηματοδότησης αυξάνεται και η εμπιστοσύνη στις συναλλαγές περιορίζεται.
Από τη δικαστική νίκη στην πραγματική δικαίωση
Η συνταγματική υποχρέωση υπάρχει ήδη. Αυτό που λείπει είναι η εφαρμογή της.
Κάθε δικαστική απόφαση που αφορά τη διοίκηση χρειάζεται να συνδέεται με συγκεκριμένο όργανο και σαφή προθεσμία συμμόρφωσης, με πραγματική ευθύνη όταν η αδράνεια είναι αδικαιολόγητη. Χρειάζεται επίσης ένα δημόσια προσβάσιμο σύστημα παρακολούθησης, όπου να φαίνονται οι αποφάσεις που παραμένουν ανεφάρμοστες, οι φορείς που καθυστερούν και ο χρόνος που απαιτείται για τη συμμόρφωσή τους.
Στις ιδιωτικές διαφορές απαιτούνται ταχύτερες διαδικασίες εκτέλεσης και καλύτερη πρόσβαση των αρμόδιων οργάνων στις αναγκαίες πληροφορίες, με αποτελεσματικότερη προστασία απέναντι στις προσχηματικές μεταβιβάσεις περιουσίας, πάντοτε με σεβασμό στα δικαιώματα του οφειλέτη, χωρίς όμως η προστασία αυτή να μετατρέπεται σε επιβράβευση της ασυνέπειας.
Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δοκιμάζεται όταν εκδίδεται η απόφαση, το κύρος της όμως, δοκιμάζεται όταν έρχεται η ώρα να εφαρμοστεί.
Η ποιότητα ενός συστήματος Δικαιοσύνης δεν κρίνεται μόνο από την ορθότητα των αποφάσεών του. Κρίνεται από ολόκληρη τη διαδρομή που πρέπει να διανύσει ο πολίτης: αν μπορεί να γνωρίζει ποιος νόμος ισχύει, αν θα δικαστεί σε εύλογο χρόνο και αν, όταν τελικά δικαιωθεί, η απόφαση θα εφαρμοστεί. Η πολυνομία, η καθυστέρηση και η αδυναμία εκτέλεσης δεν είναι τρία διαφορετικά προβλήματα. Είναι τρεις όψεις της ίδιας θεσμικής αποτυχίας.
Ο πολίτης που κέρδισε τη δίκη και εξακολουθεί να περιμένει αισθάνεται ότι το κράτος του αναγνώρισε ένα δικαίωμα χωρίς να καταφέρει να του το κατοχυρώσει . Και μια δικαστική απόφαση που δεν αλλάζει τίποτε στην πραγματικότητα, δεν αποτελεί λύση του προβλήματος. Αποτελεί απλώς την επίσημη αναγνώρισή του.
Το άρθρο ολοκληρώνει την τριλογία για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Το πρώτο μέρος (Εδώ) «Ποιος θα κωδικοποιήσει τους κώδικες;», και το δεύτερο (Εδώ) «Το κόστος του χρόνου: Γιατί η αργή Δικαιοσύνη φρενάρει την Ελλάδα».
Πηγή: liberal.gr

