Του Θοδωρή Γιάνναρου
Τους παράγοντες που οδήγησαν στην ταχύτατη εξάπλωση της μεγάλης πυρκαγιάς από τη νότια Βοιωτία έως τον Κιθαιρώνα και το όρος Πατέρα αναλύει, σε συνέντευξή του στο Liberal, ο πυρομετεωρολόγος Θοδωρής Γιάνναρος. Όπως εξηγεί, οι ισχυροί άνεμοι, η τοπογραφία, η πυκνή και αδιαχείριστη βλάστηση, αλλά και οι πολυάριθμες καύτρες δημιούργησαν συνθήκες εξαιρετικά γρήγορης και έντονης εξάπλωσης.
Ο κ. Γιάνναρος προειδοποιεί ότι η κλιματική κρίση οδηγεί στην απώλεια των παραδοσιακών «νυχτερινών φρένων» της φωτιάς, καθώς οι νύχτες γίνονται θερμότερες και ξηρότερες.
Παράλληλα, υπογραμμίζει την ανάγκη να αξιοποιηθούν επιχειρησιακά η πυρομετεωρολογία και η ανάλυση πυρικής συμπεριφοράς, επισημαίνοντας ότι η διαθέσιμη επιστημονική γνώση πρέπει πλέον να περάσει από τα ερευνητικά προγράμματα στο πεδίο.
«Tο ότι βρισκόμαστε στην εποχή των megafires δεν είναι κάτι μοιρολατρικό, ώστε να σταυρώσουμε τα χέρια και να κάνουμε μια προσευχή. Πρέπει να σταματήσουμε να συζητάμε συνεχώς το πρόβλημα, όπως δυστυχώς κάνουμε πολύ συχνά σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και να αρχίσουμε να δρούμε. Υπάρχει συσσωρευμένη γνώση», σημειώνει ο Θ. Γιάνναρος
Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο
Κύριε Γιάνναρε, η πυρκαγιά ξεκίνησε στη νότια Βοιωτία και μέσα σε λίγα 24ωρα διέσχισε μια μεγάλη και δύσβατη περιοχή, φθάνοντας στον Κιθαιρώνα και στο όρος Πατέρα. Πώς εξηγείται πυρομετεωρολογικά αυτή η τόσο γρήγορη εξάπλωση και ποιον ρόλο διαδραμάτισαν οι άνεμοι, αλλά και η ξηρότητα της καύσιμης ύλης;
Δεν μπορεί να δοθεί μια απλή απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Αν θέλουμε να περιγράψουμε τι συνέβη, θα μπορούσαμε να το περιγράψουμε ως εξής: Η πυρκαγιά ξεκίνησε βόρεια του Αγίου Βασιλείου, στη Βοιωτία. Εξαιτίας των θυελλωδών ανέμων, εξαπλώθηκε ταχύτατα μέχρι το παραλιακό μέτωπο και, από εκεί και πέρα, η εξάπλωσή της ακολούθησε την τοπογραφία της περιοχής και τη βλάστηση. Σε συνδυασμό, φυσικά, με την επίδραση των ισχυρών ανέμων, οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις ευθυγραμμίζονταν με τα ορογραφικά χαρακτηριστικά, είχαμε αυτήν την πολύ γρήγορη εξάπλωση.
Επιπρόσθετα, κατά διαστήματα και λόγω της αφθονίας της βλάστησης, υπήρχε ακραία πυρική συμπεριφορά. Παρατηρήσαμε κατά περιόδους τη δημιουργία μιας συμπαγούς επαγωγικής στήλης, δηλαδή αυτού του πολύ πυκνού καφέ νέφους καπνού που ανέβαινε πάνω από τη φωτιά. Εξαιτίας αυτού, είχαμε πάρα πολλές κηλιδώσεις, δηλαδή καύτρες που παράγονταν, μεταφέρονταν με τον άνεμο και ξεκινούσαν νέες εστίες φωτιάς μακριά από τα κύρια μέτωπα εξάπλωσης.
Αυτή είναι μια πολύ απλοϊκή περιγραφή του πώς εξαπλώθηκε η φωτιά. Φυσικά, μόλις οριοθετηθεί, θα εξετάσουμε και εμείς τα διαθέσιμα δορυφορικά δεδομένα, προκειμένου να ανακατασκευάσουμε τη χρονική εξέλιξή της και να αντλήσουμε περισσότερα στοιχεία σχετικά με την ταχύτητα εξάπλωσης, τον ρυθμό ανάπτυξής της, τα θερμικά φορτία που ανέπτυξε κ.λπ.
Από εκεί και πέρα, για να δούμε λίγο τη μεγάλη εικόνα, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι όλο αυτό είναι και αποτέλεσμα των επιλογών που έχουμε κάνει εδώ και πολλές δεκαετίες ως προς το πώς διαχειριζόμαστε το τοπίο. Από τη στιγμή που η φωτιά άρχισε να καίει ένα αδιαχείριστο και πάρα πολύ πυκνόφυτο πευκοδάσος, γεμάτο από κάτω με καύσιμη ύλη, ήταν δεδομένο ότι θα ανέπτυσσε αυτήν την τρομερή δυναμική.
Με βάση και τα νεότερα δορυφορικά δεδομένα που δημοσίευσε το meteo.gr, φαίνονται δύο κύριες ζώνες ενεργών εστιών, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση θερμών σημείων στο όρος Πατέρα, βορειοανατολικά των Μεγάρων. Ποια από τις δύο ζώνες θεωρείται σήμερα πιο επικίνδυνη και ποια μετεωρολογικά ή τοπογραφικά δεδομένα θα μπορούσαν να οδηγήσουν το μέτωπο προς τα Μέγαρα, τη Νέα Πέραμο ή τα Βίλια;
Οι πυρομετεωρολογικές συνθήκες είναι σίγουρα βελτιωμένες σε σύγκριση με τις προηγούμενες ημέρες, οπότε πιστεύω ότι θα μπορέσουν πολύ σύντομα να την οριοθετήσουν, να σταματήσουν δηλαδή την ενεργό εξάπλωσή της και, στη συνέχεια, να δουλέψουν μέσα στην περίμετρό της.
Η εξασθένηση των ανέμων φαίνεται πως δημιούργησε όντως ένα «παράθυρο» για πιο αποτελεσματικές πυροσβεστικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, η Αττική παραμένει στην κατηγορία κινδύνου 4, ενώ αναμένεται και άνοδος της θερμοκρασίας τις επόμενες ημέρες. Θα λέγατε ότι πρόκειται για μια ουσιαστική καμπή ως προς τον περιορισμό της πυρκαγιάς;
Υπάρχει όντως ένα χρονικό παράθυρο σήμερα, για να μπορέσει να οριοθετηθεί η πυρκαγιά. Από εκεί και πέρα, το γεγονός ότι η Αττική βρίσκεται και σήμερα στην κατηγορία κινδύνου πυρκαγιάς 4 δεν μας εκπλήσσει καθόλου. Βρισκόμαστε στον Αύγουστο, ακόμη και με τις σχεδόν κανονικές, θα έλεγα, θερμοκρασίες με τις οποίες έχει κυλήσει το καλοκαίρι.
Ακόμη και με αυτό το σχεδόν κανονικό καλοκαίρι, η βλάστησή μας είναι ήδη πολύ πιο εύφλεκτη από ό,τι ήταν στο ξεκίνημα του καλοκαιριού, την 1η Ιουνίου, γιατί κουβαλάει μνήμη. Οι πυρομετεωρολογικές συνθήκες έχουν σωρευτική επίδραση. Επομένως, ακόμη και με αυτές τις μέσες συνθήκες εφλεκτότητας, ακόμη και άνεμοι 4 μποφόρ – όχι δηλαδή εντάσεις 7, 8 ή 9 μποφόρ που είχαμε τις προηγούμενες ημέρες – μπορούν να δημιουργήσουν πρόβλημα.
Χρειάζεται πάρα πολύ μεγάλη προσοχή για το σύνολο των επόμενων ημερών, μέχρι και το τέλος του Αυγούστου. Δεν θα πρέπει να το ξεχνάμε αυτό. Ο Αύγουστος, δυστυχώς, είναι «παραδοσιακά» ο μήνας κατά τον οποίο έχουμε καταγράψει πάρα πολύ μεγάλες και καταστροφικές πυρκαγιές στη χώρα μας.
Παρατηρήσαμε ότι, ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας, η φωτιά παρέμεινε ενεργή, με συνεχείς αναζωπυρώσεις, ενώ και σήμερα το πρωί εξακολουθούσαν να καταγράφονται πολλές θερμές εστίες. Γιατί δεν λειτουργεί επαρκώς το συνήθως ευνοϊκότερο «νυχτερινό παράθυρο», όπως το αποκαλούν οι επιστήμονες;
Θα δανειστώ μια φράση από μια μελέτη που δημοσιεύθηκε πριν από λίγα χρόνια στο Nature, η οποία έλεγε ότι χάνουμε τα «νυχτερινά φρένα της φωτιάς». Δυστυχώς, η κλιματική κρίση δημιουργεί μια ανισοτροπία. Η ανισοτροπία είναι η εξής: πέρα από το ότι έχουμε πλέον θερμότερες ημέρες, έχουμε ακόμη πιο θερμές και ακόμη πιο ξηρές νύχτες.
Επομένως, αυτό που οι παλαιότεροι γνώριζαν και έλεγαν, ότι το βράδυ θα πέσει η θερμοκρασία, θα ανέβει η υγρασία και αυτό θα πατήσει φρένο στην εξάπλωση της φωτιάς, δυστυχώς το χάνουμε χρόνο με τον χρόνο. Οι νύχτες μας είναι πολύ πιο ζεστές και πολύ πιο ξηρές και, επομένως, η φωτιά μπορεί να διατηρεί την έντασή της ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Με βάση την επιστημονική σας εμπειρία, πόσο έγκαιρα μπορεί σήμερα η πυρομετεωρολογία να προβλέψει μια αιφνίδια αλλαγή στην κατεύθυνση του μετώπου και πώς θα μπορούσαν αυτές οι υπερτοπικές προγνώσεις να ενσωματωθούν καλύτερα στις αποφάσεις εκκένωσης και στα μηνύματα του 112;
Νομίζω ότι βρισκόμαστε σε ένα πάρα πολύ καλό σημείο. Λαμβάνοντας, όμως, υπόψη τη διεθνή εμπειρία – και κυρίως αναφέρομαι στην εμπειρία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, όπου υπάρχει ένα πολύ ανεπτυγμένο πρόγραμμα πυρομετεωρολογίας εδώ και αρκετές δεκαετίες – θεωρώ ότι αυτό που περιγράψατε, δηλαδή η παροχή εξειδικευμένης πυρομετεωρολογικής πληροφόρησης σε ενεργά συμβάντα πυρκαγιών, είναι απολύτως εφικτό.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, υπάρχει ο ρόλος του μετεωρολόγου πεδίου, του Incident Meteorologist (IMET). Σε μεγάλα περιστατικά πυρκαγιών γίνεται dispatch, φεύγει, δηλαδή, από την υπηρεσία του ένας εξειδικευμένος μετεωρολόγος –στις δασικές πυρκαγιές, πυρομετεωρολόγος– και μεταβαίνει στο πεδίο. Πολλές φορές έχει μαζί του μετεωρολογικό σταθμό και όλα όσα χρειάζεται, ώστε να υποστηρίζει τους ανθρώπους που διαχειρίζονται μια πυρκαγιά.
Από εκεί και πέρα, βέβαια, θέλω να τονίσω ότι δεν είναι μόνο η πυρομετεωρολογία. Στην πραγματικότητα, αυτό για το οποίο με ρωτάτε είναι η ανάλυση της φωτιάς και του τρόπου με τον οποίο εξαπλώνεται: πού πηγαίνει, πώς θα φτάσει εκεί και, άρα, πού και πότε μπορούμε να παρέμβουμε.
Αυτό προϋποθέτει πυρομετεωρολογία, ειδικούς στα δασικά καύσιμα και έναν άνθρωπο που ονομάζεται Αναλυτής Πυρικής Συμπεριφοράς (Fire Behavior Analyst), ο οποίος θα συνθέσει όλη αυτή την πληροφορία για να δώσει την εικόνα: «Εδώ βρισκόμαστε τώρα, τις επόμενες έξι ώρες περιμένουμε η φωτιά να εξελιχθεί έτσι». Στη συνέχεια, σε συνεργασία με τους ανθρώπους που βρίσκονται στο επιχειρησιακό κομμάτι και λαμβάνουν τις αποφάσεις, μπορούν να ληφθούν οι αντίστοιχες αποφάσεις για το πώς θα γίνει καλύτερη διαχείριση της πυρκαγιάς.
Αυτό δεν θα έλεγα ότι υπάρχει γενικώς στην Ευρώπη. Σε κάποιον βαθμό υπάρχει στην Ισπανία και λίγο λιγότερο στην Πορτογαλία. Είναι περισσότερο διαδεδομένο στην Αμερική και στην Αυστραλία.
Πώς πρέπει να μάθουμε να ζούμε από εδώ και στο εξής με τα megafires, εφόσον πράγματι βρισκόμαστε σε αυτήν την εποχή;
Ο όρος megafire, ή «μεγαπυρκαγιά» στα ελληνικά, είναι ένας σχετικά καινούργιος όρος, ο οποίος χρησιμοποιείται διεθνώς. Παρότι δεν υπάρχει αυστηρός επιστημονικός ορισμός, χρησιμοποιείται για πυρκαγιές που καταλήγουν να κάψουν πάνω από 100.000 στρέμματα. Αντίστοιχα, εάν κάψουν πάνω από ένα εκατομμύριο στρέμματα, αν δεν κάνω λάθος, κατατάσσονται ως gigafires. Είναι δηλαδή όπως λέμε megabyte και gigabyte· έτσι χρησιμοποιείται το «mega» μπροστά.
Η χρήση του συγκεκριμένου όρου είναι σημαντική, ωστόσο ας μη χάνουμε τη μεγάλη εικόνα. Η δική μου εκτίμηση, από τα δορυφορικά δεδομένα που έχουν αναλύσει άλλοι συνάδελφοι και τα οποία έτυχε να δω, είναι ότι θα ξεπεράσουμε τα 100.000 στρέμματα, από ό,τι φαίνεται. Επομένως, η πυρκαγιά θα καταταχθεί ως μεγαπυρκαγιά.
Το αν θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτές είναι απολύτως στο χέρι μας. Με την κλιματική κρίση έχουμε στήσει το σκηνικό, δυστυχώς, αλλά εμείς οι ίδιοι μπορούμε να αποφασίσουμε αν θα ανεβάσουμε πάνω σε αυτό το σκηνικό το έργο της φωτιάς και πόσο καταστροφικό θα το αφήσουμε να είναι. Οι πυρκαγιές ξεκινούν κατά 95% από την ανθρώπινη δραστηριότητα, ενώ διαχρονικά, όπως σας είπα και προηγουμένως, έχουμε λάβει λανθασμένες αποφάσεις για το πώς διαχειριζόμαστε τον τόπο –και όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά σε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο.
Επομένως, το ότι βρισκόμαστε στην εποχή των megafires δεν είναι κάτι μοιρολατρικό, ώστε να σταυρώσουμε τα χέρια και να κάνουμε μια προσευχή. Πρέπει να σταματήσουμε να συζητάμε συνεχώς το πρόβλημα, όπως δυστυχώς κάνουμε πολύ συχνά σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και να αρχίσουμε να δρούμε. Υπάρχει συσσωρευμένη γνώση.
Φυσικά, η γνώση και η τεχνολογία συνεχίζουν να προχωρούν. Αντί, όμως, να συνεχίσουμε να χρηματοδοτούμε έρευνα για την έρευνα, η οποία δεν φτάνει ποτέ στο πεδίο, πρέπει να αρχίσουμε να εφαρμόζουμε όσα έχουν ήδη αναπτυχθεί, να τα δοκιμάζουμε, να βλέπουμε τι λειτουργεί και τι όχι και, αντίστοιχα, να θωρακιζόμαστε.
* O Θοδωρής Γιάνναρος – Πυρομετεωρολόγος, κύριος ερευνητής στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών (meteo.gr)
Πηγή: liberal.gr
