Της Σωτηρίας Δημητρίου

Η «μαλβινική» γλώσσα, το προσωπείο που έχτισε η ίδια, οι αιχμηρές της θέσεις για τον έρωτα και τα media, και η διαδρομή μιας γυναίκας που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική δημοσιογραφία και τηλεόραση.

Στις 7 Ιουνίου 2002 έφυγε από τη ζωή η Μαλβίνα Κάραλη, μία από τις πιο ιδιαίτερες και αναγνωρίσιμες φωνές της ελληνικής δημοσιογραφίας, της τηλεόρασης και της συγγραφής. Το πραγματικό της όνομα ήταν Μαρία-Ελένη Σακκά. Στη δημόσια μνήμη, όμως, έμεινε ως Μαλβίνα. Μια γυναίκα που δεν περιορίστηκε ποτέ στον ρόλο της δημοσιογράφου, της συγγραφέα ή της τηλεοπτικής παρουσίας.

Αντιθέτως, δημιούργησε ένα εντελώς προσωπικό ύφος, αιχμηρό, θεατρικό, σαρκαστικό, συχνά προκλητικό. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά της γνωρίσματα ήταν η γλώσσα της. Μιλούσε χωρίς να στρογγυλεύει τις γωνίες, χωρίς να συμμορφώνεται με την ευκολία της δημοσιογραφικής ουδετερότητας και κυρίως, χωρίς να ενδιαφέρεται για το αν θα γίνει αποδεκτή από όλους.

 

Η «μαλβινική» γλώσσα

Σε συνέντευξή της στο περιοδικό «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», της 9ης Νοεμβρίου 1989, ο Αντώνης Σ. Ανδρικάκης την παρουσίαζε ως τη γυναίκα «του ραδιοφώνου, της τηλεοράσεως, των σεναρίων, αλλά κυρίως τη γυναίκα, που τολμά να λέει τα πράγματα με το όνομά τους και να παίρνει θέση στην εποχή του χαμαιλέοντα».

Τα λόγια της σήμερα ίσως διαβάζονται ως προκλητικά ή υπερβολικά. Αλλά αυτό ακριβώς, ήταν που την ξεχώριζε. Όπως ισχυριζόταν και η ίδια, δεν ενδιαφερόταν να ακουστεί «σωστή» με τον συμβατικό τρόπο και δε διεκδικούσε την καθολική αποδοχή.

Μιλούσε σαν να απευθυνόταν σε έναν άνθρωπο κάθε φορά, με την ένταση μιας προσωπικής εξομολόγησης. Όπως έλεγε στον «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ» για την τηλεοπτική της παρουσία:

«Πίσω από την κάμερα δεν υπάρχει παρά ένας άνθρωπος που σ’ αυτόν απευθύνομαι, αρνούμενη τη γενική και αόριστη έννοια του “κοινού”».

Η σχέση της με τη δημοσιογραφία υπήρξε εξίσου αντιφατική και γοητευτική. Από τη μία, υπήρξε από τις πιο αναγνωρίσιμες δημοσιογραφικές φωνές της εποχής της. Από την άλλη, δεν έκρυβε την απόστασή της από τη συμβατική δημοσιογραφική γλώσσα:

«Μιλάω λοιπόν με τη γλώσσα μου, που μπορεί να είναι η χειρότερη του είδους, αλλά είναι η δική μου και δεν μ’ ενδιαφέρει να μιλήσω την τρέχουσα γλώσσα της συνήθους δημοσιογραφίστικης τηλεοπτικής ευεξίας».

Το «προσωπείο»

Στην ίδια συνέντευξη, στην ερώτηση «Τι αποσιωπάς;», απαντούσε με τρόπο που αποτύπωνε απόλυτα το πως αντιλαμβανόταν η ίδια τη δημόσια εικόνα της, αλλά και την ανάγκη της να κατασκευάζει η ίδια το πρόσωπο με το οποίο εμφανιζόταν στους άλλους:

«Δεν αποσιωπώ για να μην τονίζω. Αυτά που κρύβεις φαίνονται. Αλλά ο λόγος είναι έτσι κι αλλιώς σαθρό όργανο απόκρυψης. Προτιμώ να κρύβω με κινήσεις κι ενδείξεις φορώντας μαύρα γυαλιά, ας πούμε. Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Τίποτα από μένα δεν φαίνεται. Νομίζουν πως είμαι διαφανής, αλλά δοκιμάζουν εκπλήξεις.

»Έχω κατασκευάσει ένα πρόσωπο που εγώ θέλω, για να μην μπορεί ο κάθε ηλίθιος να βρει τις Αχίλλειες πτέρνες μου. Αυτό που κρύβεται μπορεί να είναι ένα χειρότερο πρόσωπο κι απ’ αυτό που φαίνεται, αλλά αυτό το ξέρω μόνο εγώ και δύο άνθρωποι ή μάλλον ένας άνθρωπος τώρα πια. Γιατί όλα αυτά; Γιατί είμαι ένα παιδάκι του Μπωντλαίρ που, όταν το ρωτούσαν γιατί τα κάνει όλα αυτά, απαντούσε: “Για να ξαφνιάζω τους ηλίθιους”.

Απαντούσε με «έρωτα» στις κακές κριτικές

Ακόμα και στην τοποθέτησή της για τις κακές κριτικές, η Μαλβίνα μετέτρεπε την απάντηση σε προσωπική θέση για τη ζωή, τον έρωτα και τη δημιουργία:

«Σε ανθρώπους με ασαφή κι εκτός ουσίας επιχειρήματα συνιστώ να ερωτευτούν επειγόντως. Και το συνιστώ με πραγματική αγάπη σαν να διαδίδω ένα μυστικό. Μόνο ο έρωτας φωτίζει με άλλο τρόπο τα πράγματα. Ο έρωτας και τα έργα των δημιουργών. Ποτέ ο λόγος μιας “δημοσιογράφου”, μιας μεσαζούσης, ακόμα κι αν είμαι εγώ αυτή. Δυστυχώς». 

Ο έρωτας φαίνεται να ήταν για εκείνη το μεγάλο ζητούμενο, πάνω και από τη δουλειά και την επιτυχία:

«Ό,τι ονειρεύτηκα στη ζωή μου δεν είχε ποτέ σχέση με δουλειές, έχει πάντα να κάνει με άνθρωπο. Ίσως, αυτό να είναι και η απάντηση στο γιατί η γλώσσα μου είναι αυτή που είναι. Καλή ή κακή, αλλά πάντως μακριά απ’ τη γλώσσα που αρέσει στους πολλούς.

»Ίσως να το κάνω εκ του ασφαλούς, αφού δε μ’ ενδιαφέρει να αρέσω. Η έκφραση δε με αφορά ούτε μέσα από γραφές ούτε μέσα από δημοσιογραφίες. Αν μου ‘λεγες τι θα ήθελες, να ήσουν ο Ντοστογιέφσκυ – που είναι η τρέλα μου – ή να ζήσεις έναν ολοκληρωμένο έρωτα, αλλά ολοκληρωμένο, με τέλειο τρόπο, θα σου έλεγα έναν έρωτα. Ύστερα πιστεύω πως για τα μεγάλα έργα είναι οι άντρες – οι γυναίκες μπορούν να τα εμπνεύσουν, να βοηθάνε τον άλλον να φτάσει στο μέγιστο της εκφραστικής του ακρίβειας και βέβαια να μεγαλώνουν τα παιδιά τους…»

Οι ερωτικές σχέσεις

Οι απόψεις της για τους άνδρες, τις γυναίκες και τον έρωτα διατυπώνονταν με τρόπο απόλυτο, συχνά αιχμηρό. Τότε έμοιαζαν ριζοσπαστικές. Σήμερα, αρκετές από αυτές θα προκαλούσαν σίγουρα αντιδράσεις:

«Αν κάποιος αγαπημένος σου ζητούσε να κάνεις ό,τι θέλει αυτός;»

«Θα ήταν η υπέρτατη δικαίωση της ζωής μου. Κάποιος που ξεστομίζει μια τέτοια πρόταση δεν είναι ποτέ ένας τυχαίος. Αλλά οι σημερινοί άντρες είναι παγιδευμένοι μέσα στα σκουπίδια του ’60. Θέλουν ή την απελευθέρωση, αυτό δηλαδή που πεθαίνει μια σχέση, ή την κτητική επιβολή, σκέτη.

»Ερωτική διεκδίκηση δεν υπάρχει πια, τη θεωρούν κάτι σαν λέπρα. Γι’ αυτό και όσο πάνε οι άνθρωποι χάνουν τα χαρακτηριστικά του φύλου τους. Έχουν αντιστρέψει τους ρόλους ή τους έχουν αφανίσει. Γέμισε ο κόσμος άφυλους. Δε βλέπεις; 

»Δεν μου αρέσουν οι γυναίκες κυνηγοί. Ο άντρας είναι εκείνος που ψάχνει, που παίρνει την πρωτοβουλία. Το αντίθετο είναι αφύσικο. Η φράση “είμαι αυτός που δίχως χάρτη μπορώ και σε βρίσκω παντού” με συγκινεί». 

Ο ιδανικός άντρας

Στην ίδια συνέντευξη, η Μαλβίνα Κάραλη περιέγραφε τον «ιδανικό άντρα» με τον χαρακτηριστικό και απολύτως προσωπικό τρόπο της:

«Ταλαντούχος οπωσδήποτε. Πετυχημένος για να μην έχει περισσότερα κόμπλεξ απ’ όσα χρειάζονται. Οξυδερκής, ποιητικός και μη ανταγωνιστικός, όμορφος και λίγο μπαμπάς. Και να λέει ωραία λογάκια. Το χειρότερο σ’ έναν άντρα: γιάπις, επιχειρηματίας, άνετος πάντα και με όλα. Ατάλαντος, πτυχιούχος του σεξ. Επιδέξιος. Τσάμπα μάγκας».

Ανάμεσα στα πιο ενδιαφέροντα σημεία εκείνης της συνέντευξης είναι και η αναφορά της στα μέσα ενημέρωσης και στη δημοσιότητα. Πολύ πριν η αυτοπροβολή γίνει καθημερινότητα μέσα από τις ψηφιακές πλατφόρμες, η Μαλβίνα σχολίαζε με απαισιοδοξία αυτό που έβλεπε να έρχεται:

«Μας μίντια; Καταστροφή! αυτό που είχε πει ο Γουόρχολ: “Στο εξής ο καθένας μας θα είναι διάσημος για ένα τέταρτο”. Μελλοντικά ούτε οι Φράνσις Μπαίηκον δεν θα μπορούν να ξεχωρίσουν μέσα στα σκουπίδια. Για να τους ανακαλύψεις πρέπει να έχεις Άγιο».

«Ήταν γενναία μέχρι την τελευταία ώρα»

Την επομένη του θανάτου της, στις 8 Ιουνίου 2002, «ΤΑ ΝΕΑ» αποχαιρετούσαν τη Μαλβίνα με τον τίτλο: «Ήταν γενναία μέχρι την τελευταία ώρα». Το δημοσίευμα ξεκινούσε με μια φράση που συμπύκνωνε τον τρόπο με τον οποίο την έβλεπαν όσοι την παρακολουθούσαν και όσοι την αγαπούσαν:

«Γενναία και ωραία, όπως πάντοτε, άφησε την τελευταία της πνοή χθες στη 1.30 το πρωί στο νοσοκομείο “Ερρίκος Ντυνάν” η γνωστή δημοσιογράφος Μαλβίνα Κάραλη, μετά την πολύμηνη μάχη που έδωσε με τον καρκίνο.

Η διαδρομή

»Πολυμαθής και δραστήρια, η Μαλβίνα Κάραλη διακρίθηκε ως δημοσιογράφος, σεναριογράφος και συγγραφέας. Ξεκίνησε τη δημοσιογραφική της καριέρα το 1976 ως αρθρογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά. Για πολλά χρόνια εργάστηκε στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση ως παραγωγός και παρουσιάστρια εκπομπών.

»Ως σεναριογράφος έχει βραβευθεί με δύο κρατικά βραβεία για τις ταινίες “Ξένια” και “Κρυστάλλινες Νύχτες”, ενώ επελέγη τέσσερις φορές από το ευρωπαϊκό “Script Fund” για τη συγγραφή σεναρίων. Συγγραφέας τεσσάρων βιβλίων η Μαλβίνα, τα τελευταία χρόνια καταπιάστηκε με ένα από τα αγαπημένα της θέματα, τη μαγειρική, με μια σειρά πέντε βιβλίων υπό το γενικό τίτλο “Η κουζίνα της Μαλβίνας”.

Πηγή: tovima.gr