Του Αλέξανδρου Σκούρα

Αν ψάχνουμε το πιο υποτιμημένο επίτευγμα της σημερινής οικονομικής πολιτικής, δεν θα το βρούμε σε κάποιο ποσοστό του ΑΕΠ ούτε σε έναν δείκτη εμπιστοσύνης. Θα το βρούμε στα αεροδρόμια, στα ναυπηγεία, στα φυλάκια του Αιγαίου. Η δημοσιονομική πειθαρχία των τελευταίων ετών δεν είναι απλώς μια λογιστική επιτυχία. Είναι η προϋπόθεση για το ότι η Ελλάδα ξαναστέκεται σοβαρά στα πόδια της στο μόνο πεδίο όπου η αποτυχία δεν συγχωρείται ποτέ: την άμυνα.

Κατά τα χρόνια των μνημονίων το χάσμα με την Τουρκία άνοιξε επικίνδυνα. Ενώ εμείς παλεύαμε με χρεοκοπία και capital controls, η Άγκυρα εξοπλιζόταν και δοκίμαζε τα όρια σε Κύπρο, Συρία, Λιβύη. Κανένα αφηρημένο «γεωπολιτικό ρίσκο» δεν περιγράφει αυτό που συνέβη: μια χώρα σε βαριά κρίση, με αποδυναμωμένη οικονομία, προσπαθούσε να κρατήσει όρθια μια αποτρεπτική ισορροπία απέναντι σε έναν αντίπαλο πολλαπλάσιο σε έκταση, πληθυσμό και βιομηχανική βάση.

Από το 2019 και μετά, με την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, κάτι βασικό άλλαξε. Η χώρα σταμάτησε να αντιμετωπίζει την οικονομική πολιτική ως παιχνίδι εντυπώσεων και ξέφυγε, έστω σταδιακά, από τη λογική του «λεφτά υπάρχουν». Η ανάπτυξη παραμένει χαμηλότερη από αυτό που θα χρειαζόμασταν. Όμως η συνδυασμένη επίδραση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, της εξόδου από την ενισχυμένη εποπτεία και της ανάκτησης αξιοπιστίας στις αγορές έδωσε ξανά χώρο στην άμυνα. Η Ελλάδα μπόρεσε να ενισχύσει αποφασιστικά την Πολεμική Αεροπορία, το Πολεμικό Ναυτικό και τις ειδικές δυνάμεις της. Δεν μιλάμε πλέον για έναν στρατό που «δεν αντέχει άλλα». Μιλάμε ξανά για πραγματική αποτροπή.

Και εδώ κρύβεται η ουσία. Η Τουρκία είναι πολύ μεγαλύτερη χώρα. Δεν έχουμε ούτε λόγο ούτε τη δυνατότητα να «ισοφαρίσουμε» σε απόλυτους αριθμούς. Δεν χρειαζόμαστε ένοπλες δυνάμεις ικανές να διεξαγάγουν επιθετικό πόλεμο στην Ανατολία. Χρειαζόμαστε ένα στρατιωτικό ισοδύναμο του «μην το δοκιμάσεις». Μια ισχύ τέτοια ώστε κάθε επιτελείο στην Άγκυρα να ξέρει ότι οποιαδήποτε περιπέτεια στο Αιγαίο ή στον Έβρο θα έχει κόστος πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Αυτό λέγεται αποτροπή. Και η αποτροπή πληρώνεται σε σκληρό νόμισμα.

Πολλοί στην Ελλάδα μπερδεύουν ακόμα την οικονομία με ένα λογιστικό παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Αν κόψεις λίγο από εδώ, βάζεις λίγο από εκεί, κάπως θα βγει. Αυτή η νοοτροπία είναι επικίνδυνη όταν μιλάμε για κοινωνικές παροχές. Είναι όμως κυριολεκτικά αυτοκτονική όταν μιλάμε για άμυνα. Η χώρα σήμερα δαπανά για την άμυνα ποσοστό του ΑΕΠ που βρίσκεται σταθερά στις πρώτες θέσεις της NATO. Αυτό δεν είναι ένα ωραίο στατιστικό για να το δείχνουμε σε συνέδρια. Είναι η τιμή του εισιτηρίου για να μπορούμε να ζούμε σε μια χώρα που τα σύνορά της δεν αμφισβητούνται στην πράξη.

Η άλλη όψη του νομίσματος όμως είναι σκληρή. Το σημερινό επίπεδο δαπανών δεν είναι δεδομένο. Δεν είναι «κατάκτηση» με την έννοια που φαντάζεται η παλιά πολιτική τάξη, σαν να πρόκειται για κάποιο επίδομα που το εξασφαλίσαμε και τώρα απλώς το υπερασπιζόμαστε. Είναι μια ισορροπία εξαιρετικά εύθραυστη. Χτίστηκε σε μια περίοδο όπου η Ελλάδα είχε ακόμη δημογραφικό μαξιλάρι και μια οικονομία που, παρά τα χάλια της, μπορούσε να ανακάμψει σχετικά γρήγορα.

Σήμερα δεν ισχύει τίποτα από τα δύο. Και η Ελλάδα και η Τουρκία έχουν υπογεννητικότητα. Αλλά η δική μας δημογραφική εικόνα είναι πολύ πιο σκοτεινή. Λιγότεροι Έλληνες σημαίνει λιγότεροι στρατεύσιμοι, λιγότερο ανθρώπινο κεφάλαιο, λιγότεροι εργαζόμενοι που παράγουν πλούτο. Όσο μειώνεται ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας, τόσο γίνεται δυσκολότερο να χρηματοδοτείς μια σύγχρονη, τεχνολογικά προηγμένη αποτρεπτική ισχύ. Δεν υπάρχει ιστορικό παράδειγμα χώρας που να καταφέρνει να παραμείνει στρατιωτικά σοβαρή με μια οικονομία στάσιμη και έναν πληθυσμό που συρρικνώνεται.

Εδώ έρχεται η στιγμή που η δημόσια συζήτηση συνήθως εκτροχιάζεται. Μόλις ακουστεί η λέξη «ανάπτυξη», ξεκινά το γνωστό ρεφρέν: «νεοφιλελεύθερες εμμονές», «λογιστές της τρόικας», «οι κακοί της αγοράς». Είναι μια βολική καρικατούρα, αλλά στην προκειμένη περίπτωση είναι και επικίνδυνη. Οι προ-αναπτυξιακές πολιτικές δεν είναι κάποιο ιδεολογικό χόμπι της φιλελεύθερης σχολής. Είναι όρος εθνικής επιβίωσης. Αν θέλουμε να διατηρήσουμε στο διηνεκές τις σημερινές δυνατότητες της άμυνας, χρειαζόμαστε ένα ΑΕΠ πολύ μεγαλύτερο από το σημερινό. Χρειαζόμαστε περισσότερες ιδιωτικές επενδύσεις, υψηλότερη παραγωγικότητα, λιγότερο κράτος σε ρόλο πατερούλη και περισσότερο κράτος σε ρόλο θεσμικού εγγυητή.

Η άμυνα δεν είναι «δημόσιο αγαθό» στον ουρανό, αποκομμένο από την πραγματική οικονομία. Η φρεγάτα, το μαχητικό, ο επαγγελματίας οπλίτης, ο μηχανικός που συντηρεί τα οπλικά συστήματα, ο πιλότος που εκπαιδεύεται στο εξωτερικό, όλα αυτά είναι πραγματικό χρήμα, πραγματικός χρόνος, πραγματική δουλειά. Αν η οικονομία δεν τρέχει, κάθε ευρώ που πηγαίνει στην άμυνα θα γίνεται όλο και πιο δύσκολο να βρεθεί. Θα αρχίσει ξανά ο πειρασμός του λαϊκισμού: «κόψτε κάτι από τα εξοπλιστικά», «δεν κινδυνεύουμε», «να τα δώσουμε σε μισθούς και συντάξεις». Έχουμε ζήσει ήδη αυτό το έργο. Ξέρουμε πού οδηγεί.

Ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας την Αθήνα και τη Σπάρτη, εξηγεί ότι η ισχύς δεν μετριέται μόνο σε στρατιώτες και καράβια αλλά και σε πλούτο και αντοχή στον χρόνο. Η αποτροπή δεν είναι σαν μια φωτογραφία, είναι σαν ταινία μεγάλου μήκους. Αν ο αντίπαλος βλέπει ότι σε δέκα ή είκοσι χρόνια η οικονομία σου θα είναι πολύ μικρότερη από τη δική του, ότι ο πληθυσμός σου θα γερνάει γρήγορα και ότι κάθε κρίση θα σε βρίσκει πιο αδύναμο, τότε κάποια στιγμή θα αρχίσει να παίζει με τα όρια. Δεν χρειάζεται να πιστεύει ότι θα κερδίσει εύκολα. Αρκεί να πιστέψει ότι αξίζει να δοκιμάσει.

Γι’ αυτό η συζήτηση για τη φορολογία, τη γραφειοκρατία, την παιδεία, τις ιδιωτικοποιήσεις και την αγορά εργασίας δεν είναι τεχνοκρατική λεπτομέρεια για ειδικούς. Είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος με τις φρεγάτες και τα Rafale. Αν επιμένουμε σε ένα κράτος που στραγγαλίζει την επιχειρηματικότητα, τιμωρεί την εργασία, αποθαρρύνει την επένδυση και επιδοτεί τη μετριότητα, τότε απλώς μεταθέτουμε την επόμενη κρίση ασφαλείας λίγα χρόνια αργότερα.

Η Ελλάδα έκανε τα τελευταία χρόνια ένα σημαντικό βήμα: απέδειξε ότι η δημοσιονομική σοβαρότητα μπορεί να συνυπάρχει με μια ενεργητική πολιτική άμυνας. Τώρα πρέπει να κάνει το επόμενο, πιο δύσκολο βήμα. Να παραδεχτεί ότι χωρίς βαθιά φιλοαναπτυξιακή στροφή, χωρίς πραγματική φιλελεύθερη μεταρρύθμιση της οικονομίας, αυτή η ισορροπία δεν θα κρατήσει. Η επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε «κοινωνικό κράτος» και «νεοφιλελευθερισμό». Είναι ανάμεσα σε μια χώρα που μπορεί να προστατεύσει τα σύνορά της και σε μια χώρα που θα ελπίζει ότι ο γείτονας δεν θα ξυπνήσει στραβά.

Με απλά λόγια: αν θέλουμε σοβαρή άμυνα, πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά την ανάπτυξη. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Πηγή: iefimerida.gr