Του Μπάμπη Παπαδημητρίου

Κακά νέα έφερε η εκτίμηση της Εurostat για την εξέλιξη του πληθωρισμού τον Ιανουάριο που πέρασε. Ο ελληνικός ετήσιος ρυθμός ανόδου των τιμών ήταν στο 2,8% έναντι 1,7% της Eυρωζώνης. Τον περυσινό Ιανουάριο η Ευρωζώνη έτρεχε με 2,5% και η Ελλάδα με 3,1%. Το χάσμα μεταξύ μας άνοιξε από 0,6 της μονάδας, σε 1,1 εκατοστιαία μονάδα. Ο ελληνικός πληθωρισμός κινείται κατά 65% ταχύτερα από τον μέσο Eυρωζωνικό. Είναι δυστυχώς πολύ κοντά σε σχεδόν διπλάσιο ποσοστό.

Το δείχνουν και οι προσδοκίες των καταναλωτών για την εξέλιξη των τιμών. Στην καθιερωμένη έρευνα του ΙΟΒΕ (σελ.17) μόνον 1 στους 100 καταναλωτές περιμένουν μείωση τιμών. Αντιθέτως, 76% περιμένει άνοδο: είτε με τον ίδιο ρυθμό (40%), είτε με ταχύτερο (25%).

Οι προσδοκίες είναι σπουδαία δύναμη διαμόρφωσης πληθωριστικού (ή αποπληθωριστικού) κλίματος και «βοηθούν» στην αποδοχή των ανατιμήσεων, όταν και όπως εμφανιστούν. Την ίδια «δουλειά» κάνουν, δυστυχώς και ανεξαρτήτως της ακρίβειας των στοιχείων που προβάλουν, τα εκατοντάδες ρεπορτάζ και οι γνώμες «ειδικών», όταν μιλούν όχι απλώς για την αναντίρρητη ακρίβεια αλλά για την επερχόμενη επιδείνωσή της.

Όλα μα όλα τα παραπάνω φουντώνουν τον πληθωρισμό.

Προφανώς, οι τιμές δεν θα πέσουν επειδή θα μειωθούν οι αμοιβές, ούτε άλλωστε μπορεί να γίνει κάτι στην πλευρά μιας από τις πιο βασικές συνισταμένες που συντηρούν τον ταχύ πληθωρισμό: το κόστος εργασίας. Πλην όμως, στο κόστος εργασίας περιλαμβάνονται και άλλα «υλικά ανόδου» πλην της πραγματικής αύξησης των αμοιβών των μισθωτών.

Όταν επιχειρηματίες και έμποροι, πιστεύουν ότι οι καταναλωτές είναι διατεθειμένοι να «ανεχτούν» τη «διόρθωση» των ζητούμενων τιμών, δεν υπάρχει ούτε μια στο εκατομμύριο να μη δοκιμάσουν την αγορά με τσίμπημα των περιθωρίων τους.

Ειδικά στην Ελλάδα μας, οι πολλαπλοί μεσάζοντες διευκολύνουν και πολλαπλασιάζουν τον πληθωρισμό επειδή οι μεσολαβούντες από τον παραγωγό μέχρι τον τελικό καταναλωτή υπολογίζουν το δικό τους «κέρδος» πάνω στο ποσό που έχουν πληρώσει για να αγοράσουν, προτού πωλήσουν στον επόμενο κρίκο της αλυσίδας.

Σε αντίθεση, δηλαδή, με τον ΦΠΑ, ο οποίος δεν επιβαρύνει κανέναν κρίκο της εμπορικής αλυσίδας, αφού σε κάθε βήμα αφαιρείται και μεταφέρεται στον τελικό καταναλωτή, το «τι θα βγάλω εγώ» από την εμπορική συναλλαγή, δημιουργεί αύξουσα επιβάρυνση.

Αγοράζει ο «Α» και πληρώνει 10 ευρώ. Προσθέτει 30% κέρδος και πουλά στον «Β» 13 ευρώ. Ο «Β» πουλά στον «Γ» αφού προσθέσει κι αυτός ένα 30% περιθώριο, άρα στα 17 ευρώ. Επί του οποίου ο «Δ» θα βάλει το δικό του κέρδος 30% θα προσθέσει και το 24% του ΦΠΑ και θα βάλει καρτελάκι τιμής στα 28 ευρώ.

Κάπως έτσι φθάνουν τα προϊόντα στην τριπλάσια τιμή!

Βεβαίως, οι έμποροι κατανοούν ότι οι καταναλωτές είναι πλέον (επιτέλους) «ευαίσθητοι» στις απανωτές αυξήσεις και επιδιώκουν να αγοράσουν φθηνότερα από τον ίδιο προμηθευτή (δύσκολο) ή να αλλάξουν προμηθευτή (ευκολότερο) ή, στο τέλος-τέλος, να περιορίσουν το δικό τους ποσοστό κέρδους (ολοένα και πιο συχνό).

Στην όμορφη χώρα μας συμβαίνει και κάτι ακόμη, εξίσου πληθωριστικό. Τα εμπορικά κυκλώματα τροφοδοσίας των καταναλωτών υποχρεώνονται, συνεχώς πιο στενόχωρα, να πληρώσουν περισσότερους φόρους, κυρίως επειδή δεν μπορούν να αποκρύψουν τις πραγματικές πωλήσεις τους. Το πρώτο βήμα είναι η μεταφορά στο τέλος του μήνα του καθαρού ΦΠΑ. Το άλλο βήμα όμως είναι το πιο «φαρμακερό».

Όταν γίνεται ο λογιστικός υπολογισμός των κερδών, πρέπει να πληρώσουν φόρο κερδών. Και, όταν, για όσους ζουν από τη δουλειά τους, πρέπει να πάρουν από εκείνα για τα έτοιμα, όταν δηλαδή παίρνουν «μέρισμα» από την επιχείρησή τους, πληρώνουν ένα ακόμη 5%. Είναι προφανές ότι αυτό το 27% είναι μέσα στην τελική τιμή.

Με άλλα λόγια, όταν η κυβέρνηση καυχάται ότι πήρε «2+ δισεκατομμύρια από τη φοροδιαφυγή» καλά θα κάνει να έχει κατά νου, ότι το ποσό αυτό το έχουν πληρώσει οι πολίτες – καταναλωτές και δεν το πληρώνουν κάποιοι «κακοί» φοροφυγάδες που τους τσίμπησαν οι ηλεκτρονικές παγίδες της ΑΑΔΕ.

Στο μεταξύ όμως, μια ακόμη (ίσως η χειρότερη) επίπτωση του πληθωρισμού είναι ότι, επειδή ο πληθωρισμός είναι νομισματικό και όχι λογιστικό φαινόμενο, το δικό μας 10ευρω, αξίζει λιγότερα από το 10ευρω των Γάλλων, αφού ο πληθωρισμός στη Γαλλία ήταν και πάλι χαμηλός τον Ιανουάριο, μόλις 0,4% ετησίως. Κάτι κάνουν πιο σωστά οι φίλοι μας: από τον παραγωγό και τον έμπορο, μέχρι τον καταναλωτή.

Βεβαίως, για να μη βιαστείτε να βγάλετε ατελή συμπεράσματα, πρέπει να σας πω ότι η διαφορά μας με τη Γαλλία είναι πως το 1 «γαλλικό» ευρώ του 2020 «αξίζει» 84 λεπτά του ευρώ το 2025, ενώ από το «ελληνικό ευρώ» έμειναν 82 λεπτά.

Μικρές διαφορές στα χαρτιά, μεγάλες στο πορτοφόλι.

Πηγή: liberal.gr