Της Λίδας Μπόλα
Στη σειρά των δημοσκοπήσεων, που αποτυπώνουν στην αρχή της νέας χρονιάς, τη Νέα Δημοκρατία να κερδίζει έδαφος, την ώρα, που η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη χωρίς να καταφέρνει να βγει στην «αντεπίθεση», προστίθεται και αυτή της Interview. Σύμφωνα με την δημοσκόπηση, στην πρόθεση ψήφου η ΝΔ φθάνει το 26,9%, με το ΠΑΣΟΚ στο 12,7%. Στην τρίτη θέση η Πλεύση Ελευθερίας με 6,3% και ακολουθούν Ελληνική Λύση με 5,4%, το ΚΚΕ με 5,0%, ΜέΡΑ25 με 3,5%, Φωνή Λογικής με 3,4% και ΣΥΡΙΖΑ 3,0%.
Έπονται, Κίνημα Δημοκρατίας με 2,7%, ΝΙΚΗ με 2,0%, Νέα Αριστερά με 1% ενώ το «άλλο κόμμα» φτάνει το 11,4% και οι αναποφάσιστοι το 16,7%. Στην εκτίμηση ψήφου, η Interview ανεβάζει τη ΝΔ αρκετά πάνω από το 30%, στο 32,3% με το ΠΑΣΟΚ στο 15,2%. Ακολουθούν Πλεύση Ελευθερίας 7,6%, Ελληνική Λύση 6,5%, ΚΚΕ 5,3%, ΜέΡΑ25 4,4%, Φωνή Λογικής 4,1%, ΣΥΡΙΖΑ 3,5%, Κίνημα Δημοκρατίας 2,9%, Νίκη 2,4%, Νέα Αριστερά 1,1% και Άλλο Κόμμα 14,7%.
Για το κυβερνητικό επιτελείο τα ανοδικά ποσοστά, που η ΝΔ καταγράφει σε όλες τις δημοσκοπήσεις, μετά το τέλος των αγροτικών κινητοποιήσεων, ενισχύουν την επιλογή επανόδου σε ένα κυβερνητικό αφήγημα, που επιμένει σε συγκεκριμένες πολιτικές με σαφή προσανατολισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο τελευταίο υπουργικό συμβούλιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να μιλήσει εκ νέου για θεσμικές μεταρρυθμίσεις -παρουσιάζοντας την πρόταση της κυβέρνησης για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού- για πολυδιάστατο εκσυγχρονισμό και αντιμετώπιση του «βαθέος κράτους», αλλά και για παρεμβάσεις που προωθούνται για την επίλυση θεμάτων της καθημερινότητας -όπως η στέγη- και την ενίσχυση των εισοδημάτων, που παραμένει στην αιχμή των προτεραιοτήτων της κυβέρνησης.
Στο Μέγαρο Μαξίμου εκτιμούν ότι παρά τη ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού, η επιλογή να προταχθεί το κυβερνητικό έργο και κυρίως, η στρατηγική κυβερνητικού σχεδίου για το μέλλον, μπορεί να αποτελέσει το «δυνατό χαρτί», καθώς θα αναδεικνύει ότι αυτή την ώρα δεν υπάρχει συγκροτημένη πρόταση διακυβέρνησης από την αντιπολίτευση, που επιμένει να περιορίζεται σε ένα καταγγελτικό λόγο με μοναδικό στόχο την πτώση του Κυριάκου Μητσοτάκη, όπως κυβερνητικά στελέχη λένε χαρακτηριστικά. Με αυτό το σκεπτικό, υπογραμμίζουν, η πολιτική σταθερότητα που εν μέσω διεθνών αναταράξεων αναδεικνύεται ως εθνική αναγκαιότητα, μπορεί να διασφαλιστεί μόνο από μια ισχυρή κυβέρνηση, εννοώντας μια αυτοδύναμη Νέα Δημοκρατία.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ενδιαφέρον εστιάζεται και στα νέα κόμματα, που αναμένεται να κάνουν την εμφάνισή τους στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Η δημοσκόπηση της Interview, στον απόηχο των δηλώσεων της Μαρίας Καρυστιανού για τις αμβλώσεις, έθεσε το ερώτημα πόσο έτοιμη είναι η κ. Καρυστιανού να κάνει ενεργό βήμα στην πολιτική. Το 70% απάντησε ότι τη θεωρεί «λίγο ή καθόλου έτοιμη» και το 27% εκτιμά ότι είναι «πολύ ή αρκετά έτοιμη».
Από την δημοσκόπηση προκύπτει ότι οι τελευταίες της δηλώσεις επηρέασαν τη δημόσια εικόνα της, όχι όμως ανάλογα και την δυνητική ψήφο προς το κόμμα της. Το 48% των ερωτηθέντων απάντησε ότι η εικόνα της είναι χειρότερη σε σύγκριση με λίγες ημέρες νωρίτερα, το 37% ότι παραμένει αμετάβλητη, ενώ το 14% ότι έχει βελτιωθεί. Το ποσοστό, πάντως, όσων δηλώνουν ότι είναι «πολύ πιθανό» να αλλάξουν την επιλογή τους υπέρ ενός ενδεχόμενου κόμματος Καρυστιανού διαμορφώνεται στο 13,8% από 14,5% στην προηγούμενη μέτρηση, ενώ συνολικά, το 37% δηλώνει ότι θα μπορούσε να μεταβάλει την επιλογή του υπέρ ενός κόμματος της Μαρίας Καρυστιανού.
Στο κυβερνητικό επιτελείο εκτιμούν ότι η «δεξαμενή» στην οποία η κ. Καρυστιανού απευθύνεται, δεν «αγγίζει» το εκλογικό ακροατήριο της Νέας Δημοκρατίας. Παρόλ’ αυτά, η επιλογή να απαντούν πλέον πολιτικά στις τοποθετήσεις της, είναι σαφής. Με ανάρτησή της η Μαρία Καρυστιανού τοποθετήθηκε για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, καλώντας τον πρωθυπουργό να γνωστοποιήσει τα θέματα που θα συζητήσει με τον Ταγίπ Ερντογάν, στην επικείμενη συνάντησή τους, τον Φεβρουάριο.
Στην ανάρτησή της αναφέρει ότι «η διατήρηση της εθνικής κυριαρχίας και η άσκηση των δικαιωμάτων της χώρας από το διεθνές δίκαιο είναι αδιαπραγμάτευτες», προειδοποιώντας ότι «οποιαδήποτε απεμπόλησή τους, είναι εθνική προδοσία». Σημειώνει, μάλιστα ότι πρέπει «οι Έλληνες πολίτες να κρίνουν την ανάγκη ή μη διενέργειας της συνάντησης αυτής», προκαλώντας ερωτήματα για το αν προτάσσει τη διενέργεια δημοψηφίσματος και για μια συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν, όπως είχε υπονοήσει και για το θέμα των αμβλώσεων.
Στην ανάρτηση Καρυστιανού απάντησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, λέγοντας ότι «Με τη λογική της κυρίας Καρυστιανού, θα έπρεπε το κράτος να δίνει κάθε 2-3 μήνες, στην καλύτερη περίπτωση κάποια εκατομμύρια ευρώ για να διοργανώνει δημοψηφίσματα», σχολιάζοντας ότι «κάτι τέτοιο είναι και ενάντια σε οποιαδήποτε έννοια κοινοβουλευτικής δημοκρατίας». Διευκρινίζοντας ότι σε κάθε περίπτωση η κ. Καρυστιανού προς το παρόν δεν αποτελεί συνομιλητή του πρωθυπουργού, «με ξεχωριστή υποχρέωση ενημέρωσης», όπως είπε, υπενθύμισε τη λαϊκή παροιμία «να μην απλώνεις τα πόδια σου πέρα από το πάπλωμά σου», καλώντας την κ. Καρυστιανού «για ζητήματα εθνικής πολιτικής, να είναι πιο προσεκτική […] δεν είναι όλα αντικείμενο εντυπωσιασμού και δηλώσεων», όπως είπε, συμπληρώνοντας ότι «όταν κάνει κόμμα ας εκφράσει τις απόψεις της. Και αν οι απόψεις της, ειδικά επί των εθνικών θεμάτων, είναι αυτές που φαίνεται ότι έχει, τότε δεν την βλέπω να μακροημερεύει πολιτικά».
Πάντως, στη δημοσκόπηση της Interview αποτυπώνεται υπεροχή της κ.Καρυστιανού έναντι του Αλέξη Τσίπρα, καθώς στο ερώτημα ποιος από τους δύο θα μπορούσε να επικρατήσει του Κυριάκου Μητσοτάκη στις εκλογές, το 53% απαντά «κανείς από τους δύο», το 34% απαντά η Μαρία Καρυστιανού και το 13% ο Αλέξης Τσίπρας.
Για τον πρώην πρωθυπουργό, αρχίζουν να εμφανίζονται σημάδια υποχώρησης, με αποτέλεσμα αναλυτές να επισημαίνουν τον κίνδυνο να έχει χαθεί το «μομέντουμ». Είναι χαρακτηριστικό ότι το 49% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι αξιολογούν το rebranding που επιχείρησε ως αδιάφορο, το 35% ότι εξελίσσεται χειρότερα από ό,τι είχε σχεδιαστεί και το 14% ότι «πάει καλά». Στη δυνητική ψήφο που επιχειρεί η μέτρηση, το 9,9% των ερωτηθέντων απαντά ότι είναι πολύ πιθανό να αλλάξει την ψήφο του υπέρ ενός κόμματος Τσίπρα, ποσοστό που φθάνει συνολικά στο 24,5% αν προσμετρηθεί το «λίγο» και «αρκετά».
Πηγή: liberal.gr
