Του Κώστα Στούπα

Πριν από λίγες ημέρες, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπένζαμιν Νετανιάχου, σε συνέντευξή του στον Economist, διακήρυξε μια ιστορική στροφή: τη σταδιακή απεξάρτηση της χώρας από την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια μέσα στην επόμενη δεκαετία. Ξεκαθάρισε ότι ο στόχος είναι η μείωση της εξάρτησης «μέχρι το μηδέν».

Η δήλωση αυτή δεν συνιστά ρήξη, αλλά μετάβαση. Ο Νετανιάχου τόνισε ότι το Ισραήλ εκτιμά βαθιά τη διαχρονική υποστήριξη των ΗΠΑ – κάτι που, όπως είπε, μετέφερε και στον Ντόναλντ Τραμπ – υπογραμμίζοντας όμως ότι η χώρα «έχει ωριμάσει» και διαθέτει πλέον προηγμένες αμυντικές δυνατότητες.

Το σχέδιο συνοδεύεται από ισχυρό οικονομικό αποτύπωμα: επένδυση 350 δισ. σέκελ (περίπου 110 δισ. δολάρια) για την ανάπτυξη αυτόνομης αμυντικής βιομηχανίας. Παράλληλα, το ισχύον μνημόνιο συνεργασίας με τις ΗΠΑ (2018–2028) προβλέπει βοήθεια 38 δισ. δολαρίων, λειτουργώντας ως ομαλή γέφυρα μετάβασης.

Το Ισραήλ είναι μικρότερο σε έκταση και πληθυσμό από την Ελλάδα. Κι όμως, διαθέτει περίπου διπλάσιο ΑΕΠ και πολλαπλάσια στρατιωτική και τεχνολογική ισχύ.

Πώς κατάφερε να αναπτύξει τόσο εξελιγμένα οπλικά συστήματα και να φιλοξενεί εκατοντάδες εταιρείες τεχνολογίας παγκόσμιας κλάσης;

Καταρχάς, χρησιμοποίησε τα φορολογικά κίνητρα ως εργαλείο εθνικής στρατηγικής, πλήρως ευθυγραμμισμένο με την άμυνα, την τεχνολογία και τις εξαγωγές. Καθοριστικό πλαίσιο αποτέλεσε ο Νόμος Ενθάρρυνσης Κεφαλαιουχικών Επενδύσεων, ο οποίος παρείχε χαμηλούς συντελεστές εταιρικού φόρου (5%–12%) σε τεχνολογικές και αμυντικές επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό, αντί του κανονικού συντελεστή. Για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, ο εταιρικός φόρος στο Ισραήλ διαμορφώνεται στο 23%.

Τα κίνητρα αυτά ήταν μόνιμα, προβλέψιμα και πολυετή. Παράλληλα, θεσπίστηκαν γενναιόδωρες φοροαπαλλαγές για έρευνα και ανάπτυξη: οι σχετικές δαπάνες εκπίπτουν άμεσα, ενώ οι επιχορηγήσεις και συγχρηματοδοτήσεις δεν φορολογούνται ως έσοδο.

Κεντρικό ρόλο έπαιξε η Israel Innovation Authority, η οποία λειτουργεί ως στρατηγικός επενδυτής τεχνολογίας και όχι ως απλός διαχειριστής επιδοτήσεων. Ιδιαίτερη σημασία είχε και το ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς για πολυεθνικές: εταιρείες όπως Intel, Microsoft και Google εγκατέστησαν ερευνητικά κέντρα, μεταφέροντας τεχνογνωσία και κεφάλαιο στο εγχώριο οικοσύστημα.

Στην άμυνα, το κράτος αποδέχθηκε χαμηλότερη φορολογική απόδοση βραχυπρόθεσμα, προκειμένου να δημιουργήσει βιομηχανική και τεχνολογική αυτάρκεια μακροπρόθεσμα. Οι εξαγωγές όπλων και λογισμικού απέδωσαν πολλαπλάσια.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, θεωρούμε ότι επειδή έχουμε εταιρικό φόρο περίπου 22%, διαθέτουμε ελκυστικό περιβάλλον. Ένα από τα μεγαλύτερα ελληνικά προβλήματα, όμως, είναι η υπερφορολόγηση των μισθωτών και των ελεύθερων επαγγελματιών.

Όποιος δηλώνει εισόδημα άνω των 40.000 ευρώ ετησίως φορολογείται με συντελεστή 44%. Στην πράξη, έχει συνέταιρο το κράτος. Με τέτοια φορολογική επιβάρυνση, είναι απίθανο η χώρα και οι επιχειρήσεις να προσελκύσουν υψηλής ειδίκευσης προσωπικό – ακριβώς αυτό που απαιτούν οι επενδύσεις στην καινοτομία.

Στην Ελλάδα φορολογούμε τα γαλάρια για να ταΐζουμε τα τσαγκάδια…

Πηγή: liberal.gr