Του Κώστα Στούπα
Στην Ελλάδα έχει παγιωθεί μια ιδιότυπη αντίφαση: σχεδόν όλοι δηλώνουμε υπέρ των μεταρρυθμίσεων, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι αυτές αφορούν κάποιον άλλον. Η κοινωνική συναίνεση στην αλλαγή εξαντλείται συχνά στο επίπεδο της ρητορικής, ενώ στην πράξη κάθε μεταρρύθμιση που αγγίζει κατεστημένα συμφέροντα ή εδραιωμένες πρακτικές αντιμετωπίζεται ως απειλή.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μία από τις μεγαλύτερες –και συχνά υποτιμημένες– επιτυχίες των τελευταίων κυβερνήσεων είναι η επίτευξη διατηρήσιμων δημοσιονομικών πλεονασμάτων, τα οποία συμβάλλουν στη μείωση του δημόσιου χρέους χωρίς να οδηγούν την οικονομία σε ύφεση. Πρόκειται για μια τομή σε σχέση με το παρελθόν, όπου η δημοσιονομική προσαρμογή ταυτιζόταν σχεδόν αποκλειστικά με κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας.
Καθώς η χώρα έχει απομακρυνθεί από τη ζώνη της άμεσης χρεοκοπίας, πληθαίνουν οι φωνές που ερμηνεύουν τα πλεονάσματα όχι ως ένδειξη σταθεροποίησης, αλλά ως απόδειξη μιας «αριστερής» φορομπηχτικής πολιτικής. Η ανάγνωση αυτή αγνοεί ότι τα πλεονάσματα δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά προϋπόθεση αξιοπιστίας σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον αυξημένης δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των αγροτών, οι οποίοι ήταν από τους πρώτους που διεκδίκησαν μερίδιο από τα πλεονάσματα. Οι όποιες επιτυχίες τους είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα λειτουργήσουν ως καταλύτης και για άλλους κλάδους, ενισχύοντας μια δυναμική διεκδικήσεων που δοκιμάζει τα όρια της δημοσιονομικής αντοχής.
Η κυβέρνηση, πιεζόμενη τόσο από το εσωτερικό όσο και από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, δεν δίστασε να συγκρουστεί ακόμη και με «σκληρούς πυρήνες» της εκλογικής της βάσης. Η τεκμαρτή φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών μπορεί πράγματι να περιλαμβάνει αδικίες· ωστόσο, ακόμη μεγαλύτερη αδικία αποτελεί το γεγονός ότι περίπου τα δύο τρίτα αυτών δηλώνουν εισοδήματα αντίστοιχα με μισθούς χωρών της υποσαχάριας Αφρικής, σε μια ευρωπαϊκή οικονομία.
Το πιο ουσιαστικό πλήγμα στην εγχώρια μαύρη οικονομία δεν προήλθε πάντως από τη φορολογική πολιτική καθαυτή, αλλά από την ηλεκτρονικοποίηση των συναλλαγών και από εργαλεία όπως η ψηφιακή κάρτα εργασίας, η οποία περιόρισε δραστικά τη μαύρη απασχόληση και την υποδηλωμένη εργασία.
Δεν λείπουν όσοι κατηγορούν την κυβέρνηση για «σοσιαλδημοκρατισμό». Άλλοι, πιο ρεαλιστές, υποστηρίζουν ότι αν μια κεντροδεξιά κυβέρνηση δεν επιχειρήσει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, στο οποίο όλοι θα συμμετέχουν στα οφέλη της ανάπτυξης, τότε αυτό θα επιχειρηθεί αργότερα από μια κυβέρνηση της αριστεράς, με σαφώς υψηλότερη φορολογία.
Σε κάθε περίπτωση, σπάνια στην πολιτική ιστορία της χώρας μια κυβέρνηση ξεκίνησε εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις πλήττοντας ευθέως τους σκληρούς πυρήνες της εκλογικής της βάσης.
Αντίθετα, στο πρόσφατο παρελθόν, κυβερνήσεις που πράγματι τσάκισαν τη μεσαία τάξη το έκαναν χωρίς αυτή να αποτελεί τον βασικό κορμό των ψηφοφόρων τους. Αυτή η διαφορά εξηγεί και γιατί οι σημερινές μεταρρυθμίσεις είναι πολιτικά πιο δύσκολες, αλλά ίσως και πιο ουσιαστικές.
Παρ΄ όλα αυτά η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνεχίζει να κινείται γύρω από τον σκληρό πυρήνα του 30%, που πάνω κάτω είναι και η δύναμη του ΝΑΙ στο δημοψήφισμα του 2015.
Πηγή: liberal.gr
