“Απατεώνες και τζέντλεμεν”
Του Τ. Αλεξανδρόπουλου απάτη θηλυκό 1. παραπλανητική πράξη με σκοπό την δυσανάλογη ωφέλεια 2. (νομικός όρος) ποινικό αδίκημα κατά το οποίο κάποιος αποσπά ξένη περιουσία για να ωφεληθεί ο ίδιος ή τρίτοι 3. (μεταφορικά) ψέμα, πλάνη 4. (συνεκδοχικά) αυτός που κάνει απάτες, ο απατεώνας Πηγή: wiktionary.org Μια εβδομάδα μετά το δημοσίευμά μου “Λεφτά υπάρχουν” στον […]
