Του Δημήτρη Καμπουράκη

Ο Γιούγκερ είπε το 2015 στον Τσίπρα να φορολογήσει τους εφοπλιστές για να σώσει τις συντάξεις κι εκείνος αρνήθηκε. Γελάτε, έτσι; Συγγνώμη που θα σας χαλάσω τον γεμάτο ειρωνεία καγχασμό που αναθρώσκει εντός σας, αλλά επί του προκειμένου ο Αλέξης είχε δίκιο. Όχι διότι δεν πρέπει να πληρώνουν φόρους οι εφοπλιστές, αλλά διότι σωτηρία συντάξεων που στηρίζεται στην φορολόγησή τους δεν διαφέρει από πυργάκι στην άμμο και μάλιστα μέρα με ισχυρό μελτέμι.

Μόλις οι καραβοκύρηδες μας θα μάθαιναν ότι με νόμο είχαν μεταβληθεί σε ΕΦΚΑ, θα κατέβαζαν ασκαρδαμυκτί και μεσοπέλαγα την γαλανόλευκη, για να σηκώσουν σημαία Παναμά, Λιβερίας ή νησιών Μάρσαλ. Πατριώτες είναι μεν, αλλά πώς νομίζετε ότι έκαναν τα λεφτά τους; Με πατριωτισμό μόνο; Γεμάτα σημαίες είναι τα σεντούκια τους, σαν κι κείνα των προγόνων τους που δίπλα-δίπλα είχαν την σημαία με το σταυρό και αυτή με την νεκροκεφαλή.

Να μην παρεξηγηθώ. Ο καγχασμός όλων μας προς τον Αλέξη δεν είναι αβάσιμος. Όταν έχεις γίνει πρωθυπουργός υποσχόμενος από τα μπαλκόνια ότι θα φορολογήσεις τους πλούσιους για να σώσεις τους φτωχούς (αυτά που λέει και σήμερα), δεν μπορείς μετά να μετατρέπεσαι σε υπερασπιστή των εφοπλιστάδων πάνω στον χασάπικο πάγκο που πετσοκόβονται οι συντάξεις του κοσμάκη. Αυτά τα λέμε από πριν, αλλιώς την κρίσιμη στιγμή ξευτιλιζόμαστε.

Και ο Αλέξης θα ξευτιλιστεί διπλά αν αρνηθεί ότι ο Γιούκερ του έκανε την πρόταση, αντί να υπερασπιστεί την τότε απάντηση του. Διότι θα ερωτηθεί και έχω μια υποψία ότι θα το μπαλαμουτιάσει προς την κατεύθυνση της άρνησης. Δεν τον βλέπω άνετο στο να εξηγήσει ότι το εφοπλιστικό κεφάλαιο είναι πρακτικά ανέγγιχτο. Του χαλάει και το σημερινό του παραμύθι.

Ούτε θ’ ακουστεί λογικό στ’ αυτιά των αριστερών οπαδών του, ο αρχηγός ν’ αγαπά τους εφοπλιστές, αλλά να μισεί τους βιομήχανους και τους τραπεζίτες. Και τέλος πάντων, το ριμπράντιγκ πολλά μπορεί ν’ αλλάξει σ’ έναν άνθρωπο, εκτός από το χούι του να λέει ψέματα ευκολότερα κι απ’ όσο αναπνέει (όπως έλεγε γι αυτόν η συγχωρεμένη η Φώφη).

Όσον αφορά την φορολόγηση των εφοπλιστών, καλό είναι να είμαστε πραγματιστές. Η ναυτιλία είναι ταυτόχρονα εθνικό καμάρι και κοινωνικός ερεθισμός. Χωρίς αυτήν η Ελλάδα χάνει ένα από τα ελάχιστα παγκόσμια υπερόπλα της, και από την άλλη, η εικόνα των δισεκατομμυριούχων με σχεδόν εθελοντική φορολογία και εισφορές, προκαλεί πολιτική και κοινωνική δυσφορία.

Το ακόμη πιο ειρωνικό είναι ότι πολλοί εφοπλιστές πράγματι πληρώνουν τεράστια ποσά, αλλά όχι απαραίτητα με τον τρόπο που φαντάζεται ο μέσος πολίτης. Επενδύσεις, δωρεές, ιδρύματα, χορηγίες, ασφαλιστικές υπηρεσίες, αγορές ακινήτων, θέσεις εργασίας, εισροή συναλλάγματος. Γι’ αυτό και το κράτος μας (όπως όλα τα ναυτικά κράτη της υφηλίου) αντιμετώπιζε πάντα τη ναυτιλία όχι σαν κάποιον συνηθισμένο φορολογούμενο, αλλά σαν ένα προσοδοφόρο οικοσύστημα που πρέπει να κρατήσει εδώ.

Άρα η απάντηση είναι τραγικά ρεαλιστική. Τον εφοπλιστή τον φορολογείς τόσο ώστε να μη σε μισήσει η κοινωνία, αλλά όχι τόσο ώστε να σηκώσει άγκυρα, να φύγει και να πάει αλλού. Απλώς, καλό είναι να τα εξηγούμε εκ των προτέρων αυτά, όσο δυσκολοχώνευτα κι αν φαίνονται στον μισθωτό και τον συνταξιούχο που δεν μπορούν να πάρουν την έδρα τους και να την πάνε στα νησιά Κέιμαν.

Αν όμως δεν τα χουμε εξηγήσει, την κρίσιμη στιγμή θα δούμε τον ανθρωπάκο να μας μουντζώνει, καθώς χαϊδεύοντας του τ’ αυτιά, τον είχαμε κάνει να πιστέψει ότι του ανήκει δικαιωματικά μια άγκυρα ή μια προπέλα ενός κατάφορτου γκαζάδικου που πλέει προς Σαγκάη…

Πηγή: liberal.gr