Του Γιώργου Βουλγαράκη
Τρεις διαφορετικές διαστάσεις του σύγχρονου κόσμου -η ανθρώπινη, η γεωπολιτική και η οικονομική- συγκλίνουν σε ένα κοινό ερώτημα: ποιος θέτει όρια στην εξουσία, ανεξαρτήτως μορφής;
Η απάντηση ανήκει στον ιστορικό πυρήνα του Φιλελευθερισμού, ο οποίος γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεται σήμερα να επαναπροσδιοριστεί και να συμπεριλάβει τα νέα δεδομένα.
Ο Φιλελευθερισμός επικράτησε, όπου επικράτησε, επειδή ήταν η μόνη πολιτική φιλοσοφία που έθεσε ως θεμελιώδη αρχή τον περιορισμό της εξουσίας, ανεξαρτήτως του ποιος την ασκεί.
Το Σύνταγμα, η διάκριση των εξουσιών, το κράτος δικαίου, τα ατομικά δικαιώματα λειτουργούν με μια ρεαλιστική υπόθεση: κάθε συγκέντρωση εξουσίας τείνει να καταχραστεί τον εαυτό της, και ο μόνος τρόπος να προστατευτεί ο πολίτης είναι να θεσμοθετηθούν όρια πριν ακόμα χρειαστούν.
Αυτή η παραδοχή εξηγεί γιατί οι φιλελεύθερες δημοκρατίες αποδείχθηκαν πιο ανθεκτικές στον χρόνο από τα απολυταρχικά ή ολοκληρωτικά μοντέλα που δοκιμάστηκαν ιστορικά.
Το κλασικό φιλελεύθερο οικοδόμημα διαμορφώθηκε σε μια εποχή όπου η κύρια απειλή για την ατομική ελευθερία προερχόταν αποκλειστικά από το κράτος. Τα ατομικά δικαιώματα γεννήθηκαν ως ασπίδα του πολίτη απέναντι στη μοναρχική εξουσία και, αργότερα, απέναντι στα ολοκληρωτικά καθεστώτα.
Σήμερα η εξουσία που περιορίζει την αυτονομία του ατόμου δεν εμφανίζεται αποκλειστικά με κρατική μορφή. Εκδηλώνεται και μέσα από ιδιωτικά κέντρα συγκέντρωσης ισχύος, ψηφιακές πλατφόρμες με μονοπωλιακή επιρροή και αλγοριθμικές διαδικασίες που προβλέπουν, κατηγοριοποιούν και ενίοτε χειραγωγούν τη συμπεριφορά, τις περισσότερες φορές αθόρυβα. Πολλές από αυτές έχουν αυτονομηθεί ακόμα και απέναντι στο ίδιο το κράτος, που προσαρμόζεται με δυσκολία στη νέα τάξη πραγμάτων.
Μια πλατφόρμα που γνωρίζει τις συνήθειες εκατομμυρίων ανθρώπων καλύτερα από όσο οι ίδιοι τις γνωρίζουν, ένας αλγόριθμος που διαμορφώνει τι θα διαβάσει και τι θα πιστέψει ένας πολίτης, ένα κρατικό σύστημα αξιολόγησης που μετατρέπει τη συμπεριφορά σε πρόσβαση ή αποκλεισμό, αυτές είναι ορισμένες μόνο από τις προκλήσεις μιας πραγματικότητας που είναι ακόμα προς διαμόρφωση.
Με αυτά τα δεδομένα, η κλασική αντιπαράθεση κράτους και ατόμου δεν αρκεί πια για να περιγράψει το πεδίο από το οποίο εξαρτάται η ελευθερία. Στον 19ο και τον 20ό αιώνα ο φιλελευθερισμός οικοδομήθηκε ως θεωρία περιορισμού του κράτους, επειδή το κράτος ήταν τότε ο προνομιακός φορέας αυθαιρεσίας. Η μετατόπιση της απειλής δεν αναιρεί την αρχή, απαιτεί όμως την επέκτασή της.
Ο Φιλελευθερισμός κατ’ ακολουθία, που δεν αναγνωρίζει αυτή τη μετατόπιση, κινδυνεύει να παραμείνει πιστός στις αρχές του αλλά αναξιόπιστος και αναποτελεσματικός στην ουσία του. Αν αυτό συμβεί θα σηματοδοτήσει τον θάνατο του σημαντικότερου και ανθεκτικότερου φιλοσοφικού ρεύματος των τελευταίων αιώνων.
Το ζητούμενο λοιπόν είναι περισσότερη προσήλωση στην ατομική ελευθερία με τη σύγχρονη μορφή της. Είναι η επέκταση της ίδιας φιλελεύθερης λογικής σε νέους φορείς ισχύος που δεν υπήρχαν όταν διατυπώθηκαν οι κλασικές αρχές.
Τα νέα δικαιώματα της ψηφιακής εποχής, το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, στη λήθη, το δικαίωμα να μη γνωρίζει κανείς τα πάντα για έναν άνθρωπο χωρίς τη συναίνεσή του, το δικαίωμα να μην κατηγοριοποιείται και να μην προβλέπεται αλγοριθμικά, είναι σήμερα ό,τι ήταν η ελευθερία του λόγου και η προστασία της ιδιοκτησίας για τον κλασικό φιλελευθερισμό.
Είναι η σύγχρονη συνέχεια της ίδιας ιδέας, ότι η εξουσία, όποια μορφή κι αν παίρνει, πρέπει να περιορίζεται ώστε να διασφαλίζεται η αυτονομία του ατόμου.
Μια δημοκρατία που προστατεύει επαρκώς τον πολίτη από την κρατική αυθαιρεσία αλλά τον αφήνει απροστάτευτο απέναντι σε ιδιωτικά κέντρα ισχύος ισοδύναμης ή μεγαλύτερης έντασης δεν έχει εξαλείψει τον κίνδυνο, τον έχει μετατοπίσει.
Μένει βέβαια ανοιχτό ποιος θα θέσει τα νέα αυτά όρια. Αν η απάντηση είναι πάλι το κράτος, μέσω ρύθμισης, η ένταση κράτους-ατόμου δεν εξαφανίζεται, μεταφέρεται απλώς ένα επίπεδο πιο πέρα, στο ποιος ελέγχει τον ρυθμιστή. Το ερώτημα αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη της μετατόπισης, την καθιστά όμως δυσκολότερη από μια απλή επέκταση αρχών.
Ο ισχυρισμός ότι ο φιλελευθερισμός είναι απλώς μία ιδεολογία ανάμεσα σε άλλες, εξίσου αμφισβητήσιμη και εξίσου ιστορικά τυχαία, δεν μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά. Έχει άλλωστε απαντηθεί ιστορικά.
Καμία άλλη πολιτική παράδοση δεν κατόρθωσε να συνδυάσει την οικονομική ευημερία με την προστασία της ατομικής αξιοπρέπειας, την καινοτομία με το κράτος δικαίου, την πρόοδο με τη διατήρηση θεσμικών αντίβαρων.
Οι εναλλακτικές του, όπου δοκιμάστηκαν, παρήγαγαν είτε στασιμότητα είτε καταστολή. Αυτό αποδεικνύει πως ο φιλελευθερισμός παραμένει, μέχρι σήμερα, το μόνο πλαίσιο που αντιμετωπίζει την εξουσία με τη δέουσα καχυποψία, όποια μορφή κι αν πάρει. Ό,τι δεν κατάφεραν οι ανοιχτοί του εχθροί, ναζισμός και ολοκληρωτισμός, το πέτυχε εν μέρει η άκριτη επίκλησή του από όσους τον επικαλούνται χωρίς να τον κατανοούν.
Το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό οικοδόμημα, παρά τις ατέλειές του, αποτελεί στην πράξη μια διαρκή προσπάθεια αναπροσαρμογής. Η ψηφιακή εποχή δοκιμάζει τον φιλελευθερισμό όπως τον δοκίμασε κάθε τεχνολογική και κοινωνική ανατροπή από τη βιομηχανική επανάσταση και μετά, χωρίς να τον αχρηστεύει. Η απάντηση δεν είναι η εγκατάλειψή του υπέρ φαινομενικά πιο σύγχρονων προτάσεων, αλλά η επέκτασή του σε πεδία που η ίδια η τεχνολογία δημιούργησε.
Ένας φιλελευθερισμός που θέτει όρια σε κάθε μορφή απρόσωπης εξουσίας, κρατική, εταιρική ή αλγοριθμική, εφαρμόζει την παράδοσή του με τη μεγαλύτερη δυνατή συνέπεια.
Αυτό πρέπει να είναι και το νέο περιεχόμενο του Φιλελεύθερου ρεύματος.
Πηγή: liberal.gr

