Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο παραλογισμός της φορολόγησης της επιτυχίας

Του Κωνσταντίνου Χαροκόπου

Στην Ελλάδα των υψηλών προσδοκιών και της διαρκούς αναζήτησης επενδύσεων, η κυβέρνηση φαίνεται πως ανακάλυψε έναν νέο, πρωτότυπο τρόπο για να τονώσει την ανάπτυξη: τον τριπλασιασμό της φορολογίας στις αμοιβές που συνδέονται άμεσα με την επιτυχία.

Σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 10 του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με τίτλο «Ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, της αποταμίευσης και των επενδύσεων…», οι αμοιβές από τη διανομή κερδών προς μέλη Δ.Σ., διευθυντές και εργαζομένους φορολογούνται με συντελεστή 15%, αντί για 5%, για το τμήμα που υπερβαίνει τις 60.000 ευρώ, όσον αφορά αμοιβές που καταβάλλονται από την 1η Ιανουαρίου 2027.

Το σκεπτικό της κυβέρνησης είναι, εκ πρώτης όψεως, γνωστό και επικοινωνιακά «βολικό». Πρόκειται, δηλαδή, για μια στοχευμένη παρέμβαση «κοινωνικής δικαιοσύνης» που αφορά λίγους υψηλόμισθους, τα γνωστά «golden boys», και υπόσχεται επιπλέον κρατικά έσοδα χωρίς να θίγει τους «κανονικούς» εργαζομένους. Όμως, η οικονομική πολιτική δεν πρέπει να ασκείται με κοινωνικούς αυτοσχεδιασμούς ούτε με όρους λαϊκισμού.

Η ουσία της συμμετοχής των εργαζομένων στα κέρδη μιας επιχείρησης εδράζεται σε μια θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης αγοράς: όταν η εταιρεία πηγαίνει καλά, ωφελούνται έμπρακτα και όσοι μοχθούν για την επιτυχία της. Πρόκειται για τον κλασικό τρόπο διασύνδεσης και ευθυγράμμισης των συμφερόντων μετόχων, διοίκησης και προσωπικού.

Θα περίμενε κανείς ότι μια κυβέρνηση που διακηρύττει πως επιδιώκει ισχυρή ανάπτυξη, προσέλκυση ταλέντων και καλύτερες αμοιβές θα προστάτευε και θα ενθάρρυνε αυτή τη διασύνδεση. Αντ’ αυτού, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: η επιτυχία επιβραβεύεται, αλλά μόνο μέχρι ένα όριο. Από εκεί και πέρα, ενεργοποιείται ο «φορολογικός ενθουσιασμός» του λαίμαργου κράτους και της λαϊκίστικης αρένας.

Το επιχείρημα ότι «επειδή κάποιος κερδίζει πολλά, πρέπει να πληρώσει περισσότερα» μπορεί να είναι πολιτικά δημοφιλές, αλλά οικονομικά είναι έωλο. Το ζήτημα δεν είναι αν οι υψηλά αμειβόμενοι έχουν τη δυνατότητα να καταβάλουν μεγαλύτερο φόρο, αλλά πώς η αλλαγή αυτή επηρεάζει τις αποφάσεις τους.

Σύμφωνα με τη ρύθμιση που προτείνει η Νέα Δημοκρατία, για κάθε πρόσθετο ευρώ αμοιβής πάνω από το όριο των 60.000 ευρώ, στον δικαιούχο θα μένουν πλέον 85 λεπτά αντί για 95. Έτσι, η επιχείρηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δίλημμα: είτε θα προσφέρει λιγότερο ελκυστικές καθαρές αποδοχές, αποδυναμώνοντας τα κίνητρα απόδοσης, είτε θα αναγκαστεί να αυξήσει σημαντικά το μικτό κόστος, προκειμένου να διατηρήσει το ίδιο καθαρό εισόδημα για τα στελέχη της. Θα πρέπει, επομένως, να βρει μια βιώσιμη ισορροπία ανάμεσα στην επιβράβευση των εργαζομένων και τη χρηματοοικονομική ευστάθεια της επιχείρησης, με το κράτος να παραμονεύει για να εισπράξει το δικό του μερίδιο.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να δίνει έναν τιτάνιο αγώνα για να προσελκύσει διεθνείς επενδύσεις, να ανακόψει το brain drain και να πείσει ότι το φορολογικό της περιβάλλον σταθεροποιείται. Παρεμβάσεις όπως η αύξηση ενός προνομιακού συντελεστή επί της παραγωγικότητας κατά 200% (από 5% σε 15%) στέλνουν ακριβώς το αντίθετο μήνυμα. Δημιουργούν την αίσθηση ενός κράτους που, με την πρώτη ευκαιρία, «τιμωρεί» την κερδοφορία και την αποδοτικότητα.

Επιπλέον, ανοίγει ένας επικίνδυνος δρόμος πολιτικής ασυνέπειας. Αύριο, όταν τεθεί επί τάπητος η ανάγκη περαιτέρω αύξησης ή κλιμάκωσης της φορολογίας και στα μερίσματα των επιχειρήσεων, η κυβέρνηση θα κληθεί να εξηγήσει γιατί το επιχείρημα «κερδίζει πολλά» θεωρείται σήμερα επαρκές για τα στελέχη, αλλά θα είναι ανεπαρκές αύριο για τους μετόχους.

Οι επιχειρήσεις καλούνται να μοιραστούν τα κέρδη τους με τους ανθρώπους τους. Όμως, μόλις το ποσό αυτό ξεπεράσει το όριο που οι γραφειοκράτες κρίνουν «αρκετό», το κράτος σπεύδει να οικειοποιηθεί μεγαλύτερο μερίδιο. Στο τέλος της ημέρας, η οικονομική ανάπτυξη δεν προέρχεται από τη φορολογική αφαίμαξη της επιτυχίας, αλλά από την απελευθέρωσή της. Καιρός είναι το οικονομικό επιτελείο να αντιληφθεί ότι η ευημερία δεν χτίζεται με αντικίνητρα στην παραγωγικότητα.

Πέραν του παραλόγου ότι σύμφωνα με τη ρύθμιση, ο απλός μέτοχος που έχει αγοράσει μετοχές μέσω του Χρηματιστηρίου θα πληρώνει χαμηλότερο φόρο από τον μέτοχο που τυγχάνει να είναι και στέλεχος μιας επιχείρησης και έχει συμβάλει αποφασιστικά στη μεγέθυνση των μεγεθών και στην κερδοφορία της. Δημιουργείται, δηλαδή, μια παράλογη διαφοροποίηση στη φορολόγηση του μερίσματος του μετόχου του «ταμπλό» σε σχέση με τον μέτοχο που είναι ταυτόχρονα και στέλεχος της επιχείρησης. Θα φορολογούνται για το ίδιο ποσό με διαφορετικό συντελεστή!

Πηγή: liberal.gr