Του Κώστα Στούπα
Το πιθανότερο είναι πως στις επόμενες εκλογές, είτε από την πρώτη είτε από τη δεύτερη αναμέτρηση, η Νέα Δημοκρατία θα είναι το κόμμα που θα επικρατήσει, είτε με αυτοδυναμία είτε ως ισχυρός εταίρος σε κάποια συγκυβέρνηση.
Αυτό δεν θα συμβεί επειδή δεν έχει κουραστεί μεγάλο μέρος της εκλογικής βάσης που της εξασφάλισε τις δύο τετραετίες, αλλά επειδή δεν υπάρχει στον ορίζοντα κάποιο κόμμα ή πρόσωπο που να υπόσχεται ισχυρότερες προσδοκίες ευημερίας και να δημιουργεί αίσθημα εμπιστοσύνης.
Εδώ και επτά χρόνια, τα κόμματα της αντιπολίτευσης εστιάζουν την πολιτική τους κυρίως στα αρνητικά της κυβέρνησης, σε φαινόμενα όπως οι υποκλοπές, τα Τέμπη ή τα πτυχία του Λαζαρίδη, αντί να προβάλλουν συγκεκριμένες αλλαγές που θα έκαναν ώστε να αποτρέψουν στο μέλλον παρόμοια φαινόμενα.
Σύσσωμη η αντιπολίτευση προβάλλει τα στοιχεία που δείχνουν πως, παρά τις αυξήσεις μισθών, η Ελλάδα παραμένει από τις χώρες με τη μικρότερη αγοραστική δύναμη στην Ευρώπη. Δεν καλλιεργεί όμως προσδοκίες, προτείνοντας τουλάχιστον φαινομενικά ρεαλιστικούς τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να αυξηθούν οι μισθοί και η αγοραστική δύναμη.
Υπάρχουν βέβαια υποσχέσεις, όπως εκείνες του ΚΚΕ και του Βελόπουλου για βασικό αρχικό μισθό στα 1.300 ευρώ και συντάξεις στα 2.000 ή 3.000 ευρώ. Είναι όμως ατεκμηρίωτες, ενώ τα πρόσωπα που τις διατυπώνουν, πέρα από ένα περιορισμένο εύρος κοινού, είναι τόσο αφερέγγυα ώστε κανείς δεν τις παίρνει πραγματικά στα σοβαρά.
Στον ορίζοντα υπάρχουν λοιπόν περιπτώσεις όπως του Ανδρουλάκη ή του Τσίπρα, δηλαδή συστημικές κεντροαριστερές λύσεις, και περιπτώσεις όπως της Καρυστιανού, του Βελόπουλου και της Ζωής Κωνσταντοπούλου, που εκφράζουν αντισυστημικές επιλογές και στάσεις ζωής.
Οι πρώτοι δεν έχουν καταφέρει να πείσουν πως μπορούν να κάνουν αυτό που κάνει ο Μητσοτάκης, δηλαδή να κρατούν τη χώρα στην ΕΕ και τη Δύση, εξασφαλίζοντας ανάπτυξη και μείωση της ανεργίας και του χρέους, με τη βοήθεια και των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων, καλύτερα απ’ ότι το κάνει ο ίδιος.
Στην περίπτωση του Ανδρουλάκη, βαραίνει τόσο η φθορά του «προϊόντος ΠΑΣΟΚ» όσο και η επικοινωνιακή του εικόνα στην εποχή της μεταπολιτικής.
Στην εποχή της μεταπολιτικής και του πολιτισμού της οθόνης ισχύει αυτό που υποστήριζε ο Neil Postman: πέρα από την προσδοκία για το τι θα μπει στην τσέπη του, ο πολίτης επιλέγει συχνά βάσει της εικόνας του ηγέτη, του επικοινωνιακού στυλ, της τηλεοπτικής παρουσίας και των συναισθημάτων που αυτός δημιουργεί. Δηλαδή, ο ψηφοφόρος από πολίτης έχει μετατραπεί σε καταναλωτή ενός πολιτικού προϊόντος.
Από την άλλη πλευρά, ο Αλέξης Τσίπρας διαθέτει όλα αυτά τα επικοινωνιακά χαρίσματα, αλλά η εμπειρία της τραγικής ασυνέπειας μεταξύ λόγων και πράξεων, καθώς και οι αποτυχίες της περασμένης δεκαετίας, έχουν δημιουργήσει μια υγειονομική τάφρο γύρω από το δυνητικό εύρος της επιρροής του.
Υγειονομική τάφρος υπάρχει και γύρω από τα όρια των αντισυστημικών κομμάτων. Αυτό ισχύει όσο διατηρείται η κανονικότητα και υλοποιείται το άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο. Όσο δηλαδή καταβάλλονται οι συντάξεις και λειτουργούν τα νοσοκομεία, τα σχολεία και η αστυνομία.
Η κυβέρνηση έχει φθαρεί όχι μόνο επειδή κάνει λάθη, αλλά και επειδή ο κόσμος κουράζεται να βλέπει τους ίδιους και τους ίδιους. Την ίδια στιγμή όμως έχει φθαρεί και η αντιπολίτευση.
Τα νέα πρόσωπα που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια και προκάλεσαν το ενδιαφέρον του κοινού ήταν ο Κασσελάκης και η Καρυστιανού. Ο πρώτος κάηκε, επειδή δεν κατάφερε να διαχειριστεί σωστά την εικόνα του πολιτικού προϊόντος που προσπάθησε να λανσάρει. Η δεύτερη εδοξάσθη κρυβόμενη. Όσο αναγκάζεται να εμφανίζεται δημοσίως ως πολιτικό πρόσωπο, τόσο φθείρεται. Το πιθανότερο είναι πως δεν θα καταφέρει να φτάσει έως τις επόμενες εκλογές ως κάτι περισσότερο από μια γραφική αντισυστημική καρικατούρα, σαν τις δεκάδες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια.
Ιδού, λοιπόν, το αποτέλεσμα των εκλογών…
Πηγή: liberal.gr
