Του Θανάση Διαμαντόπουλου
Τον Έλληνα πρωθυπουργό της τελευταίας επταετίας τον έχω πολύ συχνά αντιμετωπίσει με καχυποψία. Και με διάθεση, για πολλές από τις πολιτικές επιλογές ή συμπεριφορές του, από κριτική έως επικριτική. Τόσο στην αρθρογραφία μου, παλαιότερα στο Βήμα, τα δε τελευταία χρόνια κυρίως στο Liberal.gr, όσο και στο πρόσφατο βιβλίο μου για τους πρωθυπουργούς της Μεταπολίτευσης. Δεν θα έφτανε ολόκληρο το άρθρο, εάν έπρεπε έστω και σύντομη σύνοψη να κάνω όσων εξακολουθώ να του καταλογίζω ή του έχω κατά καιρούς προσάψει.
Απλώς όλως ενδεικτικά: Με ενόχλησαν κάποιες καθαρά ταξικές επιλογές του, όπως το ολοσχερώς αφορολόγητο της ενδοοικογενειακής μεταβίβασης μεγάλων περιουσιών, που ουσιαστικά υπονομεύει την όποια κοινωνική κινητικότητα είναι δυνατή σε μια ταξικά διαβαθμισμένη αλλά ανοικτή κοινωνία… Με δυσαρέστησε σε ορισμένα θέματα η ακραία και παράλογη αυστηρότητα του μητσοτακικού κράτους, όπως π.χ. το «τρελό» ανώτατο όριο ταχύτητας των 30 χιλιομέτρων εντός αστικού ιστού ή η κακουργηματική αντιμετώπιση ορισμένων οδικών αδικημάτων (βλέπε κάποιες ρυθμίσεις π.χ. -σημαντική βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις από πνευματικά καταπονημένο οδηγό- του άρθρου 290Α του νέου/«φλωρίδειου» Ποινικού Κώδικα…) Όπως με δυσαρέστησε, προς την αντίθετη κατεύθυνση, η χαλαρή μόνο καταπολέμηση της διάχυτης «μπαχαλοκρατίας»…
Τέλος, με συγκλόνισε -και ως πρώην θεμιστοπόλο και ως επί πολλές δεκαετίες δάσκαλο των θεσμών και της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος- η, παρά τη σχετική εντολή ανωτάτου δικαστηρίου, μηδέποτε αιτιολογηθείσα παρακολούθηση ηγετικού στελέχους αντιπολιτευτικού κόμματος… Μάλιστα, εν προκειμένω, σχεδόν μηδενική αξιοπιστία έδωσα στις πρωθυπουργικές διαβεβαιώσεις ότι η παρακολούθηση έγινε εν αγνοία του… Σε αυτά, δε, προσθέτω τα άκρως αρνητικά συναισθήματα που πολύ πρόσφατα μου δημιούργησε η όλως επιδερμική, και ως προς τη μεθόδευση και ως προς τις διακηρυσσόμενες στοχεύσεις της, ελάχιστα δε ουσιαστική πρόταση μιας συνταγματικής αναθεώρησης, που είναι αναγκαία, θα έπρεπε δε να είναι βαθιά και συστηματικά προετοιμασμένη, αντί να αρκείται σε «ρουκέτες»…
Επιπροσθέτως…
Ούτε την -πιθανότατη- εξαγορά επικοινωνιακής επιρροής, μέσω της λίστας Πέτσα ξεχνάω… Ούτε παραγνωρίζω τα λεγόμενα για προκλητικές και εξειδικευμένες νομικές διευκολύνσεις διαφόρων «προσκείμενων» οικονομικών μεγιστάνων, που τους απέφεραν υπερκέρδη… Ούτε απριόρι θεωρώ ολοσχερώς ανυπόστατες τις ευθύνες οι οποίες του αποδίδονται για καταστάσεις και πρακτικές που ακόμη και ηθικά στιγματίζουν την εθνική δημόσια ζωή, ενώ πιθανότατα οδηγούν και σε ανορθολογική διασπάθιση δημοσίου χρήματος…
Ωστόσο…
Πάντων τούτων καθώς και πάρα πολλών άλλων αρνητικών συνεκτιμωμένων…
Η απάντησή μου στο -μικρής σημασίας, βέβαια- ερώτημα του τίτλου είναι: «Αν δεν προκύψει κάτι ακόμη, κάτι δυσβάστακτα βαρύ για τον ίδιο και την κυβέρνησή του, πιθανότατα ναι, θα τον ψηφίσω»…
Και οι λόγοι αυτού του δυνητικού αλλά πιθανού προσανατολισμού της ψήφου μου είναι οι εξής, πέραν της οφθαλμοφανούς υπεροχής του Μητσοτάκη ως ηγετικής οντότητας και ως κυβερνητικής αξιοπιστίας έναντι των ανταγωνιστών του, μόνο η σκέψη των οποίων στον πρωθυπουργικό θώκο -ανήμπορων άλλωστε να συγκλίνουν, ώστε να προσφέρουν μια οποιαδήποτε, ακόμη και χαμηλής αξιοπιστίας, εναλλακτική κυβερνητική λύση- μου προκαλεί εφιάλτες. (Ειδικά μάλιστα μέσα στην παρούσα παγκόσμια συγκυρία θα μου προκαλούσε ένα τέτοιο συναίσθημα, ακόμη και αν δεχτώ πως αυτοί πιθανότατα θα επένδυαν περισσότερο στην καταπολέμηση της συναλλαγής και της διαφθοράς της δημόσιας εξουσίας):
Πρώτον μεν, επειδή κυρίαρχη ελληνική προτεραιότητα, δεδομένης της διεθνοπολιτικής ρευστότητας στην περιοχή μας, θεωρώ πως θα έπρεπε σήμερα να είναι μια, συνολική και αμοιβαία αποδεκτή, διευθέτηση των ελληνοτουρκικών επίδικων. Αυτό δηλαδή που οι κάθε λογής «Ελληναράδες» του καναπέ -οι οποίοι οποτεδήποτε διαχειρίστηκαν εξουσία είτε τα αντίθετα των υπεσχημένων τους έκαναν είτε μεγάλες εθνικές συμφορές επισώρευσαν- απαξιωτικά αποκαλούν «Πρέσπες του Αιγαίου»… Και που αποτελεί τη μόνη λογική και επωφελή εθνική διεθνοπολιτική στόχευση. Μια στόχευση επιδιώξιμη, όμως, μόνο από έναν πολιτικά ισχυρό ηγέτη… (Όπως ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1930 που υπέγραψε το -περιλαμβάνον τεράστιες παραχωρήσεις μας- ελληνοτουρκικό σύμφωνο φιλίας του 1930, το οποίο όμως μας διασφάλισε και την τόσο συμβατή προς τα συμφέροντά μας ερμηνεία από την Τουρκία της συνθήκης του Μοντρέ το 1936 και τη μη τουρκική αντίδραση στην ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στη χώρα μας το 1947…) Μάλιστα, δε, μια τέτοια τολμηρή διπλωματία μπορεί να προσδοκάται μόνο από έναν πολιτικό ηγέτη ευρισκόμενο στην τρίτη πρωθυπουργική θητεία του, κατά τεκμήριο επομένως λιγότερο περιδεή από κάθε άλλον μπροστά στον φόβο του πολιτικού κόστους…
Δεύτερον δε ο, έστω και μη αναμάρτητος ή μη άσφαλτος, σημερινός πρωθυπουργός της χώρας, έχοντας επιτύχει οικονομική ανάπτυξη, μείωση της ανεργίας και επιστροφή αρκετών συμπατριωτών μας από το εξωτερικό, μπορεί να εντάξει τις ατομικές βλέψεις των Ελλήνων σε ένα όραμα εθνικής ανάτασης της Ελλάδας, ικανό να προκαλέσει όσο γίνεται μεγαλύτερη κοινωνική εμπιστοσύνη στη δημόσια εξουσία. Αίσθημα απαραίτητο και για την περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη της πατρίδας μας, αφού ενθαρρύνει τις επενδύσεις, αλλά και τη -με αυτή συνδεόμενη- πολιτική σταθερότητα…
Πηγή: lineral.gr
