Της Μαρίνας Καραούσου

Η πρόταση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για καθιέρωση ασυμβίβαστου μεταξύ της ιδιότητας του υπουργού και του βουλευτή, όπως εκφράστηκε αυτήν την εβδομάδα, έχει σαφείς αναφορές στο γαλλικό μοντέλο – αν και τον περασμένο Οκτώβριο δήλωνε πως «δεν υπάρχει κανένα κοινοβουλευτικό σύστημα το οποίο να έχει ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή. Αυτά τα συστήματα παραπέμπουν σε προεδρικά συστήματα», ερωτηθείς τότε για το εάν ο εν λόγω κανόνας θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην Ελλάδα.

Εκτελεστική και νομοθετική εξουσία

Η Γαλλία είναι ημιπροεδρική δημοκρατία με πρωθυπουργό, ο οποίος είναι αρχηγός της κυβέρνησης και διορίζεται από τον πρόεδρο, που είναι ο άμεσα εκλεγόμενος αρχηγός του κράτους. Εκεί, το ασυμβίβαστο μεταξύ κυβερνητικής και κοινοβουλευτικής ιδιότητας δεν αποτελεί απλώς πολιτική πρακτική, αλλά συνταγματική επιταγή. Από το 1958 και την εγκαθίδρυση της Πέμπτης Δημοκρατίας, το σύστημα σχεδιάστηκε με γνώμονα τη σαφή διάκριση μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας.

Υπουργοί, γερουσιαστές, ευρωβουλευτές και βουλευτική ιδιότητα

Το άρθρο 23 του γαλλικού Συντάγματος προβλέπει ρητά ότι η ιδιότητα του μέλους της κυβέρνησης είναι ασυμβίβαστη με κάθε κοινοβουλευτική εντολή. Έτσι, ένας βουλευτής που διορίζεται υπουργός παύει αυτομάτως να ασκεί τα κοινοβουλευτικά του καθήκοντα. Το ίδιο ισχύει και για τους γερουσιαστές και τους ευρωβουλευτές.

Βουλευτής και αναπληρωτής βουλευτής

Η λειτουργικότητα αυτού του κανόνα στηρίζεται σε έναν κρίσιμο θεσμό: τον αναπληρωτή βουλευτή (suppléant). Κάθε υποψήφιος βουλευτής εκλέγεται μαζί με έναν αναπληρωτή τον οποίο έχει επιλέξει ο ίδιος προσωπικά (το ψηφοδέλτιο φέρει τα δύο ονόματα ώστε να γνωρίζουν οι ψηφοφόροι ποιος είναι ο αναπληρωτής κάθε υποψήφιου βουλευτή). Ο αναπληρωτής αναλαμβάνει την έδρα χωρίς καμία εκλογική διαδικασία εφόσον ο εκλεγμένος ενταχθεί στην κυβέρνηση (ή πεθάνει – αν παραιτηθεί διοργανώνονται νέες εκλογές στη συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια). Για όσο διάστημα αντικαθιστά τον εκλεγμένο βουλευτή, ο αναπληρωτής δεν είναι «προσωρινός» με περιορισμένες αρμοδιότητες αλλά ασκεί πλήρως τον κοινοβουλευτικό ρόλο συμμετέχοντας στις συνεδριάσεις, ψηφίζοντας και ελέγχοντας την κυβέρνηση.

Αν ο υπουργός αποχωρήσει από την κυβέρνηση, έχει τη δυνατότητα να επανέλθει στη βουλευτική του έδρα μετά από ένα μήνα, με τον αναπληρωτή να αποχωρεί (και να σταματά να λαμβάνει τον μισθό του βουλευτή). Η υπουργική θητεία λειτουργεί, έτσι, ως μια θεσμικά προβλεπόμενη διακοπή της κοινοβουλευτικής παρουσίας.

Η επιλογή αυτή συνδέεται άμεσα με τη θεώρηση του Σαρλ ντε Γκωλ, ο οποίος επιδίωξε να διασφαλίσει την αυτονομία της κυβέρνησης και του κοινοβουλίου, περιορίζοντας την αλληλοεπικάλυψη ρόλων.

Η ελληνική πρόταση: «αναστολή» και επιλαχόντες

Και στην ελληνική εκδοχή, όπως περιγράφεται, δεν γίνεται λόγος για πλήρη απώλεια της έδρας αλλά για «αναστολή» της βουλευτικής ιδιότητας. Εδώ βέβαια, ο βουλευτής που αναλαμβάνει υπουργικό αξίωμα θα αντικαθίσταται από τον πρώτο επιλαχόντα της εκλογικής του περιφέρειας και θα επανέρχεται στη Βουλή σε περίπτωση αποχώρησης από την κυβέρνηση.

Οι διαφορές με τη Γαλλία

Η διαφορά λοιπόν είναι πως, σε αντίθεση με τη Γαλλία, ο αναπληρωτής στην Ελλάδα δεν αποτελεί θεσμικά ενσωματωμένο «δίδυμο» του υποψηφίου με προδιαγεγραμμένο ρόλο, αλλά προϊόν εκλογικής κατάταξης, γεγονός που διαφοροποιεί τη φύση της αντικατάστασης.

Τα πρακτικά ζητήματα: αριθμός βουλευτών και «διπλά» γραφεία

Η εφαρμογή μιας τέτοιας ρύθμισης εγείρει ωστόσο πρακτικά ζητήματα. Όπως επισημάνθηκε στη δημόσια συζήτηση, η ταυτόχρονη ύπαρξη εν ενεργεία βουλευτών και «υπό αναστολή» βουλευτών που κατέχουν κυβερνητικά αξιώματα ενδέχεται να οδηγήσει σε de facto αύξηση του αριθμού των βουλευτικών γραφείων.

Με άλλα λόγια, πέραν των 300 βουλευτών που θα ασκούν κοινοβουλευτικά καθήκοντα, θα υπάρχουν και υπουργοί ή υφυπουργοί που διατηρούν πολιτική παρουσία και προοπτική επανεκλογής. Αυτό οδηγεί στη σκέψη, η οποία επίσης τέθηκε, ότι ενδεχομένως να απαιτηθεί μείωση του συνολικού αριθμού των βουλευτών, ώστε να αποφευχθεί μια άτυπη διεύρυνση του πολιτικού προσωπικού.

Παράλληλα, η ίδια η πρόταση εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση συνταγματικής αναθεώρησης.

Πηγή: tovima.gr