Του Γιώργου Καρελιά
Ο τρόπος που ένα παιδί βίωσε τις πολιτικές της Αλλαγής τη δεκαετία του 80 και μερικές χαρακτηριστικές αναμνήσεις από μία χρυσή εποχή κατά την οποία η εφαρμοσμένη πολιτική βελτίωσε ζωές.
Η επέτειος των 45 χρόνων από την εμφατική νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου του 1981 αποτελεί μία καλή ευκαιρία να αναπολήσουμε μία εποχή κατά την οποία οι σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές επηρέαζαν προς το καλύτερο τις ζωές των ανθρώπων, την καθημερινότητά τους και όχι μόνο.
Η επικράτηση της “Αλλαγής” ήταν, το δίχως άλλο, ένας θρίαμβος των “μη προνομιούχων” όπως όρισε, απολύτως επιτυχημένα, τη συγκεκριμένη ομάδα πολιτών ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ο θρίαμβος όμως δεν έμεινε μόνο στο αποτέλεσμα των εκλογών. Εξελίχθηκε σε θρίαμβο στο πεδίο της χειροπιαστής πραγματικότητας, αφού η ζωή των πολλών βελτιώθηκε ραγδαία, χωρίς φυσικά κανείς να ισχυρίζεται ότι τα πάντα ήταν τέλεια.
Παρακάτω θα διαβάσετε συγκεκριμένα, απολύτως προσωπικά βιώματα, που επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Είναι ο τρόπος που ένα παιδί που μεγάλωσε κατά τη δεκαετία του ‘80 βίωσε την Αλλαγή στο πετσί του, στο σπίτι του, κάθε μέρα, κάθε λεπτό.
Δωρεάν υγεία
Όταν αρρώσταινα, ως παιδί, η διαδικασία ήταν συγκεκριμένη. Η μάνα μου με πήγαινε στο ΙΚΑ της Ηλιούπολης όπου ζούσαμε, χωρίς φυσικά ραντεβού. Με μικρή αναμονή, με εξέταζε ο παιδίατρος ο οποίος, αφού έφτανε σε διάγνωση, συνταγογραφούσε τα απαραίτητα φάρμακα (αντιβιοτικά, σιρόπια για το βήχα, αντιπυρετικά και τα συναφή). Φαρμακείο υπήρχε ακριβώς κάτω από το υποκατάστημα του ΙΚΑ. Μπαίναμε, δίναμε τη συνταγή, μας έδιναν τα φάρμακα και φεύγαμε για το σπίτι. Δεν πληρώναμε δραχμή, δεν θυμάμαι ως παιδί τη μητέρα μου να πληρώνει στο φαρμακείο, τουλάχιστον για τα φάρμακα που χρειαζόμουν εγώ. Η συμμετοχή μας στα φάρμακα ήταν, πολύ απλά, μηδενική με ότι αυτό συνεπαγόταν για τον προϋπολογισμό των γονιών μου (που ήταν εργάτες, ράφτης ο μπαμπάς, μοδίστρα η μαμά).
Στην Υγεία το ΠΑΣΟΚ έκανε μία μικρή επανάσταση. Δημιούργησε το ΕΣΥ, ενοποίησε όλες τις υπηρεσίες υγείας της χώρας, έδωσε έμφαση στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, δημιούργησε κέντρα υγείας παντού, οργάνωσε το ΕΚΑΒ κτλ. Προφανώς και υπήρχαν προβλήματα, ωστόσο, τουλάχιστον σε ότι αφορά την πρωτοβάθμια φροντίδα, οι πολίτες έβρισκαν εύκολα τη λύση χωρίς να πονοκεφαλιάζουν. Και την έβρισκαν δωρεάν.

Το 1988 οι δικοί μου έκριναν ότι χρειάζομαι ορθοδοντική θεραπεία. Ο οδοντίατρος συμφώνησε και με παρέπεμψε στα κεντρικά του ΙΚΑ, στην οδό Πειραιώς τότε. Άρχισα πράγματι τη θεραπεία που κράτησε σχεδόν τρία χρόνια, όταν ολοκληρώθηκε είχε επέλθει ήδη κυβερνητική αλλαγή, το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν πια στην κυβέρνηση. Την ολοκλήρωσα κάπου στο 1992 χωρίς και πάλι να πληρώσουμε δραχμή. Οι γονείς σήμερα γνωρίζουν ότι η ορθοδοντική θεραπεία είναι μία πανάκριβη διαδικασία που στοιχίζει χιλιάδες ευρώ. Πολύ απλά, αν χρειαζόταν να πληρώσουμε και μάλιστα τέτοια ποσά (σε δραχμές κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες) δεν θα έκανα τη θεραπεία.
Ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο από εκείνη την εποχή: Ο πατέρας μου θέλησε να “λαδώσει” τη γιατρό μου για να επισπεύσει το χρόνο για τα επόμενα ραντεβού (η διαδικασία ήταν λίγο αργή, ομολογουμένως). Η γιατρός τον “απέκρουσε” έξαλλη. “Σας παρακαλώ κύριε, εδώ είναι ΙΚΑ, δεν πληρώνετε. Με προσβάλλετε μ’ αυτό που κάνετε”. Αξίζει, ίσως να μνημονεύσουμε το όνομα αυτής της ορθοδοντικού, 37 και πλέον χρόνια μετά. Ήταν η κα Βεργέτη, μία άξια δημόσια λειτουργός.
Ιδιοκατοίκηση: Σπίτι μου, σπιτάκι μου
Μέχρι τα 10 μου χρόνια μέναμε στο ενοίκιο. Οι γονείς είχαν από ένα ακίνητο ο καθένας στο όνομά του, ήταν όμως πολύ μικρά και δεν μας χωρούσαν. Εκτός αυτού επαγγελματικοί λόγοι της μαμάς μας παρακίνησαν να μετακομίσουμε, ενώ ήμουν ακόμη μωρό, στην Ηλιούπολη από τα Κάτω Πατήσια.
Νοικιάσαμε, συνολικά, δύο σπίτια μέσα σε 8 χρόνια, δύο τριάρια. Η έγνοια της μάνας μου ήταν να μην κάνω φασαρία, ιδιαίτερα τα μεσημέρια, για να μην μάς κάνουν παρατήρηση οι σπιτονοικοκύρηδες. Δυστυχώς δεν τις αποφύγαμε αυτές τις περιπτώσεις, θυμάμαι τουλάχιστον δύο, μία σε κάθε σπίτι. Μας έκαναν παρατήρηση γιατί έκανα θόρυβο κάποια μεσημέρια με μία μικρή μπάλα. Εχω στο μυαλό μου τη μάνα μου απαρηγόρητη, να με κυνηγάει. Ημουν παιδί, δεν καταλάβαινα το γιατί.
Οι γονείς, εργάτες όπως προαναφέρθηκε, έβαλαν ένα στόχο. Να αγοράσουμε δικό μας διαμέρισμα. Ηταν ένας στόχος, που λόγω συγκεκριμένων πολιτικών αλλά και του ευνοϊκού οικονομικού κλίματος, ήταν απολύτως εφικτός, σχεδόν για όλους. Ηταν, παράλληλα, ένας στόχος ζωής που εφόσον επιτυγχανόταν, σου άλλαζε το κοινωνικό στάτους. Ειρήσθω εν παρόδω, το κόστος του ενοικίου ήταν υπολογίσιμο αλλά όχι ακραίο. Το σπίτι στο οποίο μετακομίσαμε στις αρχές του 1984 το νοικιάσαμε, απ’ ότι θυμάμαι, στις 25 χιλιάδες δραχμές το μήνα. Οι δικοί μου είχαν εισοδήματα που σίγουρα ξεπερνούσαν εκείνη την εποχή τις 250.000 δραχμές μηνιαίως. Αρα για τη στέγασή μας δεν ξοδεύαμε παρά μόνο το 10% του εισοδήματός μας, ίσως και λιγότερο.

Θυμάμαι ένα απόγευμα του 1987. Η μαμά είχε τελειώσει τη δουλειά (εργαζόταν φασόν στο σπίτι) και σκούπιζε με την ηλεκτρική. Μου έδωσε μία εφημερίδα και μεταξύ σοβαρού και αστείου μου είπε να κοιτάξω τις αγγελίες ακινήτων. Μου εξήγησε τα εξής: “Εχουμε στην τράπεζα περίπου 3.500.000 δραχμές. Θα πάρουμε ένα δάνειο γύρω στο 1.500.000 και θα βάλουμε και γραμμάτια. Ψάξε σπίτια που στοιχίζουν μέχρι 7.000.000 δραχμές”. Δεν ξέρω γιατί με έκρινε άξιο τέτοιας εμπιστοσύνης στα 8 μου χρόνια, ίσως ήθελε απλώς να με απασχολήσει. Ρίχτηκα όμως με τα μούτρα γιατί πήρα το μήνυμα. Είχε έρθει η ώρα να αποκτήσουμε το δικό μας σπίτι. Οχι άλλες παρατηρήσεις από τους ιδιοκτήτες, θα έκανα (περίπου) ότι ήθελα.
Αυτός ο στόχος πραγματοποιήθηκε ένα χρόνο και κάτι αργότερα. Δεν ήταν εύκολο, όμως είχαμε στη διάθεσή μας τα μέσα για να το πετύχουμε. Είχαμε αποταμιεύσει (κάτι απολύτως εφικτό τη δεκαετία του 80 κατά την οποία τα επιτόκια των καταθέσεων ήταν διψήφια) και είχαμε εξασφαλίσει δανειοδότηση από την κρατική Στεγαστική Τράπεζα, όπως εκατοντάδες χιλιάδες άλλες οικογένειες. Το δάνειο ήταν περίπου 1.500.000 δραχμές. Θυμάμαι ότι όταν “καπαρώσαμε” το ακίνητο το οποίο θα αγοράζαμε, εγκρίθηκαν άλλες 500.000 δραχμές και ο φάδερ πανικοβλήθηκε. “Τι θα τα κάνουμε τώρα αυτά τα λεφτά;”. Τον καθησύχασαν ότι θα μπορούσε, προσωρινά, να τα αποταμιεύσει. Μ’ αυτά αγοράσαμε ηλιακό θερμοσίφωνα, τελευταίας τεχνολογίας.
Υπογράψαμε τα συμβόλαια αρχές Αυγούστου του 1988. Το έχω ξαναγράψει αλλά δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να το αναφέρω ξανά. Στις υπογραφές των συμβολαίων, που έγιναν σε συμβολαιογραφείο στο κέντρο της Αθήνας, είχαμε πάει και οι τρεις με τα καλά μας, λες και πηγαίναμε σε γάμο. Ο φάδερ φορούσε γραβάτα καλοκαιριάτικα, μέσα στο μεσημέρι! Ηταν μεγάλη η συγκίνηση και, δεν θα το κρύψω, η περηφάνια. Οι δικοί μου, μετά από 15 χρόνια κοινής πορείας στη ζωή, είχαν καταφέρει με τις δικές τους δυνάμεις να αγοράσουν ένα νεόδμητο ακίνητο στην Ηλιούπολη. Αυτό ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε για θρίαμβο των μη προνομιούχων.
Το ακίνητο ήταν 78 τετραγωνικά, στον πρώτο όροφο. Στοίχισε συνολικά 7.800.000 δραχμές, πληρώσαμε δηλαδή 100.000 δραχμές το τετραγωνικό. Θυμάμαι τον πατέρα μου να θερμοπαρακαλά τον εργολάβο από το τηλέφωνο γι’ αυτήν την τιμή. “Όχι 110.000, 100.000 άφησέ το και μην ανησυχείς, θα σε ξοφλήσω”. Με το δάνειο και τις αποταμιεύσεις μας πληρώσαμε γύρω στα 5.500.000 εκατομμύρια. Βάλαμε δύο χρόνια γραμμάτια τα οποία και ξοφλήσαμε, χωρίς πρόβλημα, εγκαίρως, στους προβλεπόμενους χρόνους. Μετακομίσαμε τον Απρίλιο του 1989 και η χαρά μας ήταν απερίγραπτη. Ακόμα δεν μπορώ να ξεχάσω το πρώτο πρωινό που ξημέρωσε στο νέο σπίτι, στο σπίτι ΜΑΣ. Οι ντουλάπες μύριζαν ξύλο, αυτή τη χαρακτηριστική μυρωδιά του καινούργιου.
Δεν ήμασταν οι μόνοι. Άνθρωποι του πολύ στενού συγγενικού μας περιβάλλοντος απέκτησαν (νεόδμητο) ακίνητο με περίπου τον ίδιο τρόπο, την ίδια περίοδο. Όλοι ήταν άνθρωποι του μεροκάματου που δούλευαν σκληρά στον ευρύτερο χώρο της βιοτεχνίας των ετοίμων ενδυμάτων που τότε ανθούσε. Μη προνομιούχοι που τα κατάφεραν με τον κόπο τους και την απαραίτητη κρατική αρωγή. Μ’ αυτόν τον τρόπο και μ’ αυτές τις πολιτικές άλλαξαν τις ζωές τους προς το καλύτερο.
Καλοκαιρινές διακοπές για πάντα
Στην Ελλάδα η ανάγκη για καλοκαιρινές διακοπές άρχισε να εμπεδώνεται κυρίως από τη Μεταπολίτευση και μετά. Μέχρι τότε ούτε σχετική κουλτούρα υπήρχε ούτε και η σχετική οικονομική δυνατότητα για τους μη έχοντες και κατέχοντες. Επί ΠΑΣΟΚ η συνήθεια αυτή άρχισε να αφορά πια μεγάλα τμήματα του πληθυσμού αφού εφαρμόστηκαν με επιτυχία σχετικές κρατικές πολιτικές.
Οι δικοί μου μέχρι τότε είχαν ταξιδέψει ελάχιστα μέσα στη χώρα (για εξωτερικό, ούτε λόγος). Μέσα από τα προγράμματα και τις εκδρομές της Εργατικής Εστίας βρήκαν τον τρόπο να το κάνουν. Με ιδιαίτερα χαμηλό κόστος, αφού για τα εισιτήρια και τη διαμονή πλήρωναν αστεία, συμβολικά ποσά. Μ’ αυτόν τον τρόπο άνθρωποι που μέχρι τότε ήξεραν μόνο τους τόπους καταγωγής τους και την Αθήνα όπου διέμεναν, έμαθαν τη χώρα τους. Οι δικοί μου, με την αφεντιά μου πάντα μαζί, έδωσαν ιδιαίτερη βάση στην Βόρεια Ελλάδα που μέχρι τότε δεν ήξεραν. Ταξιδέψαμε κατά σειρά στην Καβάλα, τη Θάσο, τη Δράμα, τη Θεσσαλονίκη, την Έδεσσα και τα Γιάννενα (σε διαφορετικές χρονιές). Μετά πιάσαμε τη Θεσσαλία. Τρίκαλα, Μετέωρα, Βόλο, Πήλιο. Οι εισφορές των δικών μου στο ταμείο τους έπιαναν πραγματικά τόπο!
Αλλά και χωρίς την κρατική αρωγή, η οικονομική μας κατάσταση ήταν τέτοια που μας επέτρεπε να “διακοπάρουμε” σε rooms to let της εποχής επί μεγάλο χρονικό διάστημα. Το καλοκαίρι του 1984 περάσαμε μία εβδομάδα στη Χαλκιδική, με αμιγώς δικά μας έξοδα. Δύο σερί χρονιές, το 1986 και το 1987 νοικιάσαμε δωμάτιο για 14 ημέρες κάθε φορά στους Ωρεούς της Εύβοιας. Το επίδομα αδείας του πατέρα (πάντα στην τσέπη με “ζεστά” μετρητά) τα επέτρεπε όλα αυτά. Τη μετάβαση, την παραμονή μας εκεί για δύο εβδομάδες, το φαγητό μας, τοπικές εκδρομές στη Σκιάθο και αλλού. Το κόστος ήταν υπολογίσιμο αλλά λογικό και μπορούσαμε να το καλύψουμε από την τσέπη μας. Χωρίς κάρτες, χωρίς πίστωση, χωρίς οποιαδήποτε βοήθεια. Ημασταν κύριοι της ζωής μας και τα χρήματα από την εργασία (και μόνο από αυτή) ήταν αρκετά για τέτοιου είδους μικρές “πολυτέλειες”.
Αυτός ήταν ένας ακόμη θρίαμβος, αποκλειστικά καλοκαιρινός, των “μη προνομιούχων” των οποίων οι ζωές είχαν αναβαθμιστεί μέσα σε λίγα χρόνια. Και είχαν αναβαθμιστεί γιατί εφαρμόζονταν οι απαραίτητες πολιτικές αναδιανομής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Οι πολιτικές της Αλλαγής.
Πηγή: news247.gr

