Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Από την οικογενειακή παραγωγή στην μονοκαλλιέργεια

Του Δημήτρη Καμπουράκη

Κατέβηκα στο χωριό μου, ψάχνοντας (ματαίως) για εργάτες που θα μαζέψουν τις ελιές μου. Ούτε για δείγμα. Λίγες δεκάδες ρίζες έχω, οικογενειακή κληρονομιά, και μάλιστα μισές-μισές με τον αδερφό μου. Φύγαμε κι οι δυο από το νησί, απόμειναν ορφανά τα δέντρα που κάποτε φρόντιζε ο πατέρας μου με προσωπική δουλειά. Αυτός τις κλάδευε, τις λίπαινε, τις πότιζε, τις μάζευε. Τώρα εμείς οι επίγονοι ψάχνουμε εναγωνίως εργατικά χέρια, αλλά πρόκειται για μάταιο κόπο. Μέχρι πριν μια πενταετία κουτσά στραβά τα βολεύαμε, στις μέρες μας απλώς δεν υπάρχουν άνθρωποι να δουλέψουν. Ο καρπός θα μείνει πάνω στα δέντρα. Προσέξτε, δεν διηγούμαι μια οικογενειακή ιστορία, την πλήρη αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου μιας ευλογημένης περιοχής περιγράφω.

Στα μικράτα μου, τα χωριά είχαν πολύ κόσμο. Μεγάλες οικογένειες με πάνω από δυο-τρία παιδιά η κάθε μία. Ήταν μια οικονομία που λειτουργούσε στη βάση της οικογενειακής αυτάρκειας. Το κάθε νοικοκυριό είχε τις ελιές του (για το λάδι του σπιτιού), το αμπέλι του (για το κρασί του), το περιβόλι του (για τα πορτοκάλια, μανταρίνια, λεμόνια του), το ποτιστικό του χωράφι (για τα κηπευτικά του), τα ζώα του για τα γαλακτοκομικά και το κρέας του (γαϊδούρι, κατσίκες, γουρούνι, πρόβατα, κότες, κουνέλια), το χωράφι για τα σιτηρά και τα όσπρια του.

Κάποια νοικοκυριά είχαν περισσότερα περιουσιακά στοιχεία, άλλα λιγότερα (πάντα υπήρχε ο πλούσιος, ο μέσος κι ο φτωχός), αλλά όλοι τα βόλευαν. Η περιουσία του νοικοκυριού συντηρούσε την οικογένεια με αυτοκατανάλωση, ενώ  ό,τι περίσσευε πουλιόταν. Άλλος έβγαζε περισσότερο λάδι απ’ τις ανάγκες του, άλλος πιο πολύ κρασί, άλλος περισσότερα πορτοκάλια, άλλος έκανε και μεροκάματα στους πιο εύπορους για να συμπληρώνει εισόδημα. Ήταν μια αγροτική κοινωνία φτωχή μεν, αλλά αυτάρκης και γερά δομημένη στη βάση της οικογενειακής παραγωγής και της προσωπικής δουλειάς. Το μοντέλο αυτό εξαφανίστηκε σταδιακά μέχρι τη δεκαετία του ’70-’80.

Οι νέοι άνθρωποι το 1960-70-80 προτίμησαν την οικοδομή στην πόλη παρά το χωράφι στο χωριό. Όσοι απόμειναν πίσω αλλά και όσοι κράτησαν από μακριά επαφή με την οικογενειακή περιουσία, σταδιακά άλλαξαν την ίδια την παραγωγική βάση στην κρητική ύπαιθρο. Χάθηκαν στη συντριπτική πλειοψηφία τους τα αμπέλια, τα περιβόλια, τα χωράφια που έβαζαν σιτηρά ή κηπευτικά και στη θέση τους φυτεύτηκαν ελιές. Η ελιά χρειάζεται πολύ λιγότερη φροντίδα απ’ ότι άλλες καλλιέργειες, είναι ιδανική για κάποιον που ζει κάπως μακριά αλλά μπορεί πότε-πότε να επιστρέφει στα πάτρια ή να τα διαφεντεύει μέσω τηλεφώνου. Είναι επίσης ιδανική για μια τοπική οικονομία που τα εργατικά της χέρια απομειώνονται, ενώ η οικονομική της απόδοση ήταν (μέχρι πρότινος) ικανοποιητική. Έτσι μέσα σε μια τριακονταετία φυτεύτηκαν εκατομμύρια ελαιόδεντρα, ουσιαστικά η ελιά έγινε μονοκαλλιέργεια στο νησί. Πάντα η Κρήτη έβγαζε λάδι, τώρα αποτελεί το 80% της αγροτικής παραγωγής της.

Μέχρι την πανδημία το πράγμα βολευόταν κυρίως με τους μετανάστες. Μετά το πράγμα ζόρισε απότομα. Χάθηκαν τα εργατικά χέρια ή έγιναν πανάκριβα, ενώ με την πληθωριστική κρίση ανέβηκε απότομα το κόστος παραγωγής. Μέσα σε μια πενταετία η καλλιέργεια της ελιάς έπαψε να είναι συμφέρουσα ως οικογενειακή παραγωγή. Και για όσους λίγους απόμειναν στα χωριά, πολύ περισσότερο για όλους εμάς που τις παλεύαμε από μακριά. Οπότε πάμε ραγδαία σε μια νέα μεγάλη αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου στο νησί. Πάμε σε μια ιδιόμορφη αλλά καίρια συγκέντρωση των περιουσιών σε λίγους. Αύριο η συνέχεια…

Πηγή: liberal.gr