Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Από το χωράφι στο ράφι: Πού πάνε τα λεφτά;

Του Γιώργου Βουλγαράκη

Ο παραγωγός πορτοκαλιών στην Πελοπόννησο πουλά τη σοδειά του σε τιμή που μόλις καλύπτει το κόστος της. Ο καταναλωτής στην Αθήνα αγοράζει το ίδιο πορτοκάλι στο σούπερ μάρκετ με τετραπλάσια τιμή.

Ανάμεσα στις δύο συναλλαγές μεσολαβούν λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα και μια αλυσίδα ενδιάμεσων σταδίων, όπου η αξία αλλάζει χέρια χωρίς να τη βλέπει κανείς. Η ίδια εικόνα επαναλαμβάνεται στις πατάτες, στις ντομάτες, στο γάλα. Ο αγρότης διαμαρτύρεται για τιμές που τον εξοντώνουν, ο πολίτης για τιμές που τον εξαντλούν, και έχουν δίκιο και οι δύο.

Στη  δημόσια συζήτηση η λέξη «αισχροκέρδεια» κυριαρχεί εδώ και χρόνια. Η καταγγελία, όμως, δεν εξηγεί την επίμονη παρουσία  του φαινομένου διαχρονικά, σε διαφορετικά προϊόντα και περιοχές

Για να εξηγηθεί η μεγάλη απόσταση μεταξύ τιμής παραγωγού και λιανικής, πρέπει να συνεκτιμηθούν το κόστος της διακίνησης, οι συνθήκες ανταγωνισμού και η διαπραγματευτική θέση όσων συμμετέχουν στην αλυσίδα τροφίμων.

Ένα μέρος της διαφοράς ανάμεσα στις δύο τιμές καλύπτει το κόστος μέχρι να φτάσει το προϊόν στον καταναλωτή. Η διαλογή, η τυποποίηση, η συσκευασία, η μεταφορά και η αποθήκευση έχουν πραγματικές δαπάνες, ενώ αρκετά προϊόντα απαιτούν και ψύξη. Στα ευπαθή προϊόντα προστίθενται οι απώλειες από αλλοιώσεις. Το κόστος αυτών των απωλειών επιμερίζεται στις ποσότητες που τελικά φτάνουν στο ράφι, αυξάνοντας την τιμή τους.

Στην τελική τιμή, αυτήν που βλέπει ο καταναλωτής στο ράφι, προστίθεται και ο ΦΠΑ. Επομένως, η διαφορά μεταξύ αγοράς και πώλησης δεν αποτελεί ολόκληρη κέρδος.

Η παράβλεψη αυτού του κόστους οδηγεί σε εύκολες αλλά προβληματικές λύσεις. Ένα πλαφόν – για παράδειγμα  που δεν καλύπτει το κόστος προμήθειας και διακίνησης,  ενδέχεται να περιορίσει την προσφορά, χωρίς να βελτιώσει την αμοιβή του αγρότη.

Η αντιμετώπιση των αθέμιτων πρακτικών προϋποθέτει στοιχεία για το πού δημιουργείται η επιβάρυνση και ποιος την εισπράττει.

Η ελληνική γεωργία στηρίζεται σε μικρές εκμεταλλεύσεις, ενώ η συνεταιριστική παράδοση επιβαρύνθηκε από κακοδιαχειρίσεις και κομματικές παρεμβάσεις. Ο μεμονωμένος παραγωγός διαθέτει περιορισμένα περιθώρια διαπραγμάτευσης με οργανωμένους αγοραστές. Όταν το προϊόν είναι ευπαθές και οι εναλλακτικές διάθεσης λίγες, η δυνατότητά του να απορρίψει μια ασύμφορη προσφορά περιορίζεται ακόμη περισσότερο.

Οι καθυστερήσεις πληρωμών, οι μονομερείς αλλαγές συμφωνιών και η μεταφορά εμπορικών επιβαρύνσεων προς τους προμηθευτές εντείνουν αυτή την αδυναμία. Ακόμη και όταν ο αγρότης δεν συναλλάσσεται απευθείας με το σούπερ μάρκετ, η πίεση που ασκείται στα επόμενα στάδια ενδέχεται να μεταφέρεται στην τιμή που λαμβάνει.

Οι μεγάλες αλυσίδες αγοράζουν και διακινούν μεγάλες ποσότητες, μειώνοντας έτσι το κόστος ανά προϊόν. Ο καταναλωτής ωφελείται όταν αυτή η μείωση οδηγεί σε χαμηλότερες τιμές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και ο παραγωγός πληρώνεται καλύτερα ή ότι υπάρχει επαρκής ανταγωνισμός σε όλα τα στάδια, από την παραγωγή μέχρι το ράφι.

Οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν επιχειρήσει διαφορετικές παρεμβάσεις. Η Ισπανία ενίσχυσε τη νομοθεσία για την αλυσίδα τροφίμων με αλλαγές το 2020 και το 2021. Προέβλεψε συμβατική τιμή προς τον  παραγωγό υψηλότερη από το πραγματικό κόστος παραγωγής, γραπτές συμβάσεις και ελέγχους από ειδική δημόσια υπηρεσία. Η εφαρμογή ενός τέτοιου κανόνα , προφανώς  απαιτεί αξιόπιστο υπολογισμό του κόστους και συστηματική εποπτεία.

Η Γαλλία ακολούθησε με τους νόμους EGalim, από το 2018. Ειδικότερα, ο EGalim 2 του 2021 προστατεύει από την εμπορική διαπραγμάτευση το μέρος της τιμής που αντιστοιχεί στη γεωργική πρώτη ύλη. Στόχος είναι να περιοριστεί η μεταφορά της πίεσης από τις διαπραγματεύσεις βιομηχανίας και λιανεμπορίου στον αγρότη. Η νομοθετική πρόβλεψη δεν αρκεί, βέβαια, για να εξασφαλίσει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Σε χώρες όπως η Ολλανδία και η Δανία, ισχυροί συνεταιρισμοί έχουν ενισχύσει τη θέση των παραγωγών στη μεταποίηση, στην εμπορία και στις εξαγωγές. Η συλλογική οργάνωση διευρύνει τις επιλογές διάθεσης και επιτρέπει στους αγρότες να διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο της αξίας. Συμπληρώνει τους κανόνες της αγοράς και τους ελέγχους, χωρίς να τους υποκαθιστά.

Η καλύτερη αμοιβή του παραγωγού και η χαμηλότερη τιμή για τον καταναλωτή αποτελούν δύο συνδεδεμένες επιδιώξεις. Δεν προκύπτουν, όμως, αναγκαστικά μαζί. Για να ωφεληθούν και οι δύο, η ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης των αγροτών πρέπει να συνδυάζεται με μείωση του περιττού κόστους και αποτελεσματικό ανταγωνισμό στη διακίνηση και στη λιανική.

Η Ελλάδα ενσωμάτωσε την ευρωπαϊκή οδηγία για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές με τον ν. 4792/2021. Διαθέτει επομένως πλαίσιο ελέγχων, κυρώσεων και προστασίας της εμπιστευτικότητας των καταγγελιών. Η αποτελεσματικότητά του κρίνεται στην εφαρμογή. Ο παραγωγός πρέπει να μπορεί να καταγγείλει μια παράβαση χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει τον αγοραστή του.

Η διαφάνεια αποτελεί επίσης προτεραιότητα. Συγκεντρωτικά στοιχεία για τιμές, κόστος και περιθώρια ανά προϊόν και στάδιο θα επέτρεπαν να εντοπίζονται ανεξήγητες επιβαρύνσεις. Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να έχουν πρόσβαση στα αναλυτικά δεδομένα, με προστασία της εμπορικής εμπιστευτικότητας. Η δημοσιοποίηση μόνο των τιμών δεν αρκεί για να διαπιστωθεί πόσο κερδίζει κάθε επιχείρηση.

Το δυσκολότερο έργο παραμένει η οργάνωση των παραγωγών. Η κοινή τυποποίηση, ψύξη, αποθήκευση και διάθεση μειώνει το κόστος και διευρύνει τις δυνατότητες διαπραγμάτευσης. Για να αποκτήσουν διάρκεια τέτοιες προσπάθειες, απαιτούνται χρηματοδότηση, επαγγελματική διοίκηση, ανεξάρτητος οικονομικός έλεγχος και λογοδοσία στα μέλη. Η εμπιστοσύνη αποκαθίσταται όταν οι παραγωγοί γνωρίζουν πώς διοικείται η κοινή τους επιχείρηση και πώς κατανέμονται τα έσοδά της.

Η αποτελεσματικότητα της αλυσίδας τροφίμων κρίνεται τόσο στην τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής όσο και στο εισόδημα που εξασφαλίζει ο αγρότης. Ούτε οι γενικές καταγγελίες ούτε η ψήφιση ενός ακόμη νόμου αρκούν. Έλεγχοι, ανταγωνισμός και οργανωμένοι παραγωγοί αποτελούν τις προϋποθέσεις για να περιοριστούν οι αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις και να παραμείνει βιώσιμη η παραγωγή. Η τιμή στο χωράφι καθορίζει τελικά αν θα υπάρχει αύριο κάποιος να το καλλιεργεί.

Πηγή: liberal.gr