Της Δέσποινας Κουτσομητροπούλου
Ό,τι αντιπροσωπεύει η Gucci για την Ιταλία και η Hermès για τη Γαλλία αντιπροσωπεύει ο οίκος Vakko για την Τουρκία. Μια αυτοκρατορία μόδας, πολυτέλειας και lifestyle που ίδρυσε ο ιδιοφυής επιχειρηματίας Βιτάλι Χάκο και η οποία μετρά σχεδόν έναν αιώνα ζωής. Σεφαραδίτης στην καταγωγή, μεγάλωσε σε ένα ταπεινό ξύλινο σπιτάκι, στη συνοικία Γεντικουλέ, σημαίνει Επταπύργιο, της Κωνσταντινούπολης, στις ακτές της θάλασσας του Μαρμαρά. Από μικρός μιλούσε και εξαιρετικά ελληνικά καθώς στο επάνω όροφο του «küçük ahşap ev» κατοικούσε μια οικογένεια Ελλήνων με τον πιτσιρικά να μεγαλώνει ανάμεσα τους.
Η ιστορία ξεκίνησε το 1934, στην καρδιά της κεμαλικής μεταμόρφωσης, όταν ο μόλις 21 ετών Βιτάλι Χάκο (Vitali Hakko), έχοντας φοιτήσει μόνο για έξι χρόνια στο γαλλικό, ιεαραποστολικό σχολείο των «Frères» στο Κουμκαπί, καθώς ο πατέρας του έμεινε άνεργος, ανοίγει μια «τρύπα» με καπέλα στο Σουλτάναχμέτ. Το μικρό καπελάδικό έφερε το όνομα Şen Şapka, «Το χαρούμενο καπέλο».
Η δεκαετία του 1930 στην Τουρκία σημαδεύτηκε από τις μεταρρυθμίσεις του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, οι οποίες άλλαξαν το ρου της ιστορίας της χώρας εκμοντερνίζοντας τα πάντα και κυρίως έβαλαν βαθιά δυτική σφραγίδα στην Κωνσταντινούπολη. Μέχρι τότε οι άνδρες φορούσαν φέσι, το ντύσιμο των γυναικών είχε ελάχιστα σύγχρονα χαρακτηριστικά και ο ιδιοφυής Χάκο είδε μια χρυσή ευκαιρία. Συνειδητοποίησε ότι οι αλλαγές θα σαρώσουν και την ενδυμασία, η οποία θα κληθεί να εκπέμψει τη σύγχρονη τουρκική ταυτότητα, σε μια χώρα που άλλαζε όχι μόνο θεσμούς και αλφάβητο, αλλά ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο ντυνόταν.
Το δυτικότροπο όραμά του, μετά και από τα ταξίδια του στο Παρίσι, το έκανε πράξη με τις περαντζάδες στο Βόσπορο και τα ραντεβού στα τσαϊχανέ να φορούν πια σύγχρονα καπέλα και μοντέρνα μεταξωτά μαντίλια. Ήταν μόνο η αρχή.
Από ένα ταπεινό μαγαζάκι, εκεί οπού αντηχούσε το κάλεσμα του μουεζίνη, ξεκίνησε αυτό που έμελλε να γίνει ο πρώτος πολυτελής οίκος μόδας στην Τουρκία. Ο Βιτάλι πήρε το «V» από το όνομα του και το «Α», από το όνομα του αδελφού του Άλμπερτ και τα ένωσε με το «kko» του Hakko, όπως ήταν το επώνυμό τους. Και γεννήθηκε ο Vakko.
Αφορμή γι’ αυτή τη φρέσκια επίσκεψη στα του οίκου στάθηκε το λανσάρισμα της Monogram Bag Collection, της καινούριας τσάντας του οίκου, κλασικής και κομψής. Η τσάντα έρχεται να προστεθεί στη σειρά Vakko Icons, με τις εμβληματικές και διαχρονικές δημιουργίες της φίρμας.
Πάμε πάλι πίσω στο Şen Şapka, με τα μελτέμια του Βοσπόρου και των αλλαγών. Τρία χρόνια αργότερα, το 1937, με την είσοδο του μεγαλύτερου αδελφού του Αλμπερτ, δημιουργείται το πρώτο εργαστήριο βαφής μεταξιού στην Τουρκία.
Σύντομα, η εταιρεία διευρύνει τη δραστηριότητά της, δημιουργώντας φουλάρια από τουρκικό μετάξι, βαμβάκι και μαλλί, εμπριμέ υφάσματα και, αργότερα, ολοκληρωμένες συλλογές prêt-à-porter. Παράλληλα, εισάγει στην τουρκική αγορά σύγχρονες πρακτικές λιανικής πώλησης, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μιας νέας καταναλωτικής κουλτούρας. Παζάρια τέλος λοιπόν.
Σταθμός στην πορεία της υπήρξε το 1962, όταν ο Hakko εγκαινίασε στο κοσμοπολίτικο Beyoğlu (Πέραν) ένα εντυπωσιακό οκταώροφο πολυκατάστημα, με καφέ και γκαλερί μόδας. Το 1969 ακολούθησε το πρώτο εργοστάσιο Vakko στο Merter, έκτασης 40.000 τ.μ., ενώ η εταιρεία συνέχισε την επέκτασή της με καταστήματα στην Άγκυρα το 1973 και στη Σμύρνη το 1979.
Την ίδια χρονιά έκανε και το πρώτο μεγάλο βήμα εκτός Τουρκίας, ανοίγοντας κατάστημα στην περίφημη Old Bond Street του Λονδίνου. Τα εγκαίνια συνοδεύτηκαν από επίδειξη μόδας στο Régine Club, σηματοδοτώντας τις διεθνείς φιλοδοξίες του οίκου.
Η ευρωπαϊκή καταξίωση ενισχύθηκε το 1981, με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Η Vakko παρουσίασε το καλλιτεχνικό και ενδυματολογικό πρότζεκτ Anatolian Sun, στο οποίο η πολιτιστική κληρονομιά της Ανατολίας συναντούσε τη σύγχρονη δυτική μόδα. Το σόου ταξίδεψε από τη Ρώμη και τη Βιέννη έως τις Βρυξέλλες, το Παρίσι και το Λονδίνο, συστήνοντας τη Vakko στο ευρωπαϊκό κοινό ως έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης τουρκικής μόδας. Αργότερα, διάσημα μοντέλα, όπως η Ζιζέλ Μπούντχεν στο απόγειο της, επιλέχθηκαν ως πρόσωπα του οίκου.
Σήμερα η εταιρία διατηρεί περισσότερα από 155 σημεία πώλησης, ενώ σε επενδυτική παρουσίαση αναφέρονται ως αγορές διεθνών πωλήσεων η Γερμανία, η Τσεχία, η Σλοβακία, η Ρουμανία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν και το Ομάν.
Τα ηνία κρατά πλέον ο γιός του Βιτάλι Χάκο, ο 71χρονος Τζεμ Χάκο, ο οποίος είχε εμφανιστεί ιδιαίτερα συγκινημένος στα εγκαίνια του πρώτου καταστήματος Vakko στην Αθήνα το 2025. Σπουδαγμένος σε Γαλλία και Ελβετία ήταν συγκινημένος για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς ότι υλοποίησε την επιθυμία του πατέρα του να ανοίξει κατάστημα στην Ελλάδα, ο οποίος αφηγούνταν με νοσταλγία και αγάπη ιστορίες από τους Έλληνες γείτονες του. Ένας άλλος είναι ότι αγαπάει την Αθήνα, η οποία τον συναρπάζει με την ιστορία της και τον ζεσταίνει με τους ανθρώπους της και τις εικόνες της. Στεγασμένο στο ιστορικό κτίριο του Κολωνακίου όπου έζησε η αείμνηστη ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη τα τελευταία χρόνια της ζωή της, στην οδό Ηρακλείτου 9, το Vakko Athens εκτείνεται σε πέντε επίπεδα.
Από ένα μικρό κατάστημα καπέλων σε έναν οίκο με διεθνή παρουσία, η Vakko έχτισε την ταυτότητά της πάνω στη συνάντηση Ανατολής και Δύσης, παράδοσης και σύγχρονου design, εξελισσόμενη σε ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά σύμβολα της τουρκικής πολυτέλειας και ευεξίας. Εκτός από την ανδρική και γυναικεία ένδυση, η φίρμα διαθέτει αξεσουάρ, κοσμήματα, αρώματα, νυφικά, αποκλειστικές σειρές ρούχων ξένων σχεδιαστών, είδη σπιτιού, ενώ δραστηριοποιείται και στο χώρο της γαστρονομίας με μπιστρό, σαλόνι τσαγιού, καφέ και σοκολατερί. Στράφηκε και στον χώρο της φιλοξενίας με σχολή hospitality, που συνεργάζεται με την κορυφαία της Λωζάνης, αλλά και το Vakko Hotel & Residence στην περιοχή Χάρμπιγιε.
Ενενήντα δύο χρόνια μετά, η εταιρία δεν σταμάτησε ποτέ να ενσαρκώνει το όραμα του Βιτάλι Χάκο, ο οποίος πίστευε ότι η μόδα είναι μια μορφή αυτοέκφρασης. Είναι ένας τρόπος να δημιουργείς τη δική σου ταυτότητα και να αναδεικνύεις την προσωπικότητά σου μέσα από όσα επιλέγεις να φορέσεις. Και να ζήσεις.
Πηγή: liberal.gr

