Του Κώστα Στούπα
Στα χρόνια της δημοσιογραφίας έμαθα ότι ο πιο επικίνδυνος τίτλος δεν είναι ο ψευδής. Είναι εκείνος που λέει στον αναγνώστη αυτό που θέλει να ακούσει. Στην πολιτική το λέμε λαϊκισμό. Στην ιατρική το λέμε εναλλακτικές θεραπείες, σαμανισμό ή ομοιοπαθητική. Στο χρηματιστήριο το λέμε «σίγουρη πληροφορία».
Πριν από πολλά χρόνια έζησα για ένα διάστημα ως παιδί σε ένα χωριό της Ηπείρου. Στα πανηγύρια εμφανίζονταν πάντα κάποιοι πλανόδιοι που πουλούσαν μαντζούνια για την υγεία και την ομορφιά. Οι άνθρωποι τότε ζούσαν δέκα με δεκαπέντε χρόνια λιγότερα απ’ ό,τι σήμερα, και οι γυναίκες του χωριού δεν ήξεραν τι θα πει αποτρίχωση.
Ο πλανόδιος με τα ελιξίρια δεν εξαφανίστηκε. Αναβαθμίστηκε. Έχει δαχτυλίδι φωτισμού, ακολούθους στα κοινωνικά δίκτυα και «κωδικό έκπτωσης». Τα κοινωνικά δίκτυα πολλαπλασίασαν την ικανότητα των ηλιθίων να δικτυώνονται μεταξύ τους και, όταν γίνονται πλειοψηφία, να καθίστανται επικίνδυνοι όχι μόνο για τον εαυτό τους αλλά για όλους.
Η υπόσχεση μένει ίδια εδώ και αιώνες: αποτέλεσμα χωρίς κόπο, χωρίς χρόνο, χωρίς ενοχλητικές ερωτήσεις. Πέντε κιλά λιγότερα με μια ένεση. Νεανική ορμή με λίγη τεστοστερόνη. Κοιλιακοί από μια συσκευή που γυμνάζει για λογαριασμό σου ενώ βλέπεις σειρές. «Ανανέωση» πλάσματος του αίματος σε αυτοσχέδιες κλινικές, για να αντέχει ο οργανισμός τις καταχρήσεις μιας άκρατης ηδονοθηρίας.
Για να καταλάβουμε γιατί όλα αυτά πουλάνε, πρέπει να επισκεφθούμε ένα εργαστήριο του Χάρβαρντ. Ο B.F. Skinner έβαζε αρουραίους σε ένα κουτί με έναν μοχλό. Πατούσαν, έπεφτε τροφή. Γρήγορα ανακάλυψε κάτι που σήμερα θα το ζήλευε κάθε διευθυντής μάρκετινγκ: η πιο επίμονη συμπεριφορά δεν δημιουργείται όταν η ανταμοιβή έρχεται πάντα, αλλά όταν έρχεται απρόβλεπτα. Αυτή είναι η λογική της φρουτιέρας στο καζίνο. Και του «like» στο κινητό.
Δύο δεκαετίες αργότερα, το 1954, οι James Olds και Peter Milner στο Μόντρεαλ έδωσαν στους αρουραίους έναν μοχλό που ερέθιζε με ηλεκτρόδιο απευθείας τα κέντρα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Κάποιοι τον πατούσαν χιλιάδες φορές την ώρα και, σε μεταγενέστερα πειράματα, αδιαφορούσαν ακόμη και για την τροφή. Δεν είχαν ανάγκη το τυρί. Είχαν ανάγκη το ερέθισμα. (Τελικά είναι τρομακτικό πόσο προβλέψιμοι είμαστε).
Τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα έχουν σήμερα τόσα ενισχυτικά γεύσης που τα φυσικά, θρεπτικά τρόφιμα μάς φαίνονται άνοστα. Το ίδιο συμβαίνει και με τα προγράμματα των κομμάτων.
Η ψυχίατρος Anna Lembke, στη «Γενιά της ντοπαμίνης», περιγράφει μια ζωή που μοιάζει πλέον με το κουτί του Σκίνερ. Φαγητό, οθόνες, αγορές, στοιχήματα, ουσίες, όλα σε απόσταση ενός αντίχειρα. Όσο περισσότερο πατάμε τον μοχλό, τόσο περισσότερο χρειαζόμαστε για να νιώσουμε το ίδιο. Η απόλαυση γίνεται καταναγκασμός και η απουσία της δυσφορία.
Υποθέστε τώρα ότι στη θέση των μοχλών του Σκίνερ βάζουμε κάλπες, όπου ψηφίζεις την υπόσχεση που προκαλεί τη μεγαλύτερη έκκριση ντοπαμίνης.
Να είμαστε δίκαιοι. Τα φάρμακα για την παχυσαρκία είναι επιστημονικό επίτευγμα και σώζουν ανθρώπους με πραγματική ιατρική ένδειξη. Η θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης έχει θέση στον τεκμηριωμένο υπογοναδισμό, με μετρήσεις και ιατρική παρακολούθηση. Το πρόβλημα είναι η μετατροπή τους σε καταναλωτικά προϊόντα, όπου την ένδειξη την ορίζει ο καθρέφτης και τη διάγνωση ο αλγόριθμος ή κάποιος ινφλουένσερ που αντικατέστησε τον πλανόδιο παπατζή.
Κι εδώ φτάνουμε στον λαϊκισμό. Όπως ο λαϊκιστής πολιτικός υπόσχεται παροχές χωρίς φόρους, έτσι και ο έμπορος της ομορφιάς υπόσχεται σώμα χωρίς κόπο και νεότητα χωρίς ηλικία. Και οι δύο πουλάνε το ίδιο πράγμα: την κατάργηση του κόστους. Και οι δύο στέλνουν τον λογαριασμό αργότερα.
Ο Σκίνερ είχε τουλάχιστον μια δικαιολογία. Τα ποντίκια του δεν διάβαζαν, δεν ρωτούσαν, δεν είχαν επιλογή. Εμείς έχουμε. Αν συνεχίζουμε να πατάμε τον μοχλό, δεν φταίει μόνο αυτός που τον έστησε. Φταίει και το χέρι που τον πατάει.
Πηγή: liberal.gr

