Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Παύλος Φύσσας ή Γιώργος Λυγγερίδης;

Του Κώστα Στούπα

Πριν λίγες μέρες, 18 Σεπτεμβρίου, συνέβησαν δύο πράγματα την ίδια μέρα. Στο Κερατσίνι συμπληρώθηκαν δεκατρία χρόνια από το βράδυ που ο Παύλος Φύσσας έπεσε μαχαιρωμένος στο πεζοδρόμιο. Και σε μια κατάθεση, προστατευόμενος μάρτυρας υποστήριξε πως διέκρινε  ανάμεσα στους κατηγορούμενους τον άνθρωπο που,  έδωσε το σύνθημα «πάμε, πάμε» λίγο πριν η φωτοβολίδα βρει τον Γιώργο Λυγγερίδη στου Ρέντη.

Σύμπτωση. Η Ελλάδα όμως δεν ξέρει να διαχειρίζεται συμπτώσεις. Ξέρει μόνο να διαλέγει στρατόπεδο.

Ο Φύσσας «ανήκει» στην Αριστερά. Ο Λυγγερίδης «ανήκει» στις δυνάμεις του νόμου και της τάξης. Δύο νεκροί, δύο σημαίες, δύο τελετουργικά μνήμης που φροντίζουν να μη συναντηθούν ποτέ. Κι όποιος βάλει τα δύο ονόματα στην ίδια πρόταση, θα ακούσει και από τις δύο όχθες το ίδιο ακριβώς επιχείρημα: «δεν είναι το ίδιο». Με το πρώτο ασχολείται το πανελλήνιο για χρόνια. Με τον δεύτερο οι στενοί συγγενείς που εκλιπαρούν για δικαιοσύνη.

Ας δούμε λοιπόν τι είχαν κοινό, αφού κανείς δεν το κάνει.

Άνδρες γύρω στα τριάντα. Σκοτώθηκαν στον δρόμο, σε γειτονιές της Αττικής. Και τους σκότωσαν οργανωμένες ομάδες που αυτοαποκαλούνταν κάτι άλλο: η μία «κόμμα», η άλλη «σύνδεσμος φιλάθλων».

Ομάδες με ιεραρχία, με συνθηματικά, με ανθρώπους που δίνουν σήμα και ανθρώπους που εκτελούν. Το ποινικό μας δίκαιο έχει όρο γι’ αυτό, και στις δύο δίκες ο όρος είναι ο ίδιος: εγκληματική οργάνωση.

Και κάτι πιο άβολο. Στο Κερατσίνι το κράτος ήταν παρόν, αστυνομικοί λίγα μέτρα μακριά, την ώρα που ο Φύσσας πέθαινε. Στου Ρέντη το κράτος δεν ήταν απλώς παρόν, ήταν ο στόχος. Ο Λυγγερίδης φορούσε τη στολή. Δηλαδή η ελληνική πολιτεία πρώτα απέτυχε να προστατέψει πολίτη ενώ τον έβλεπε, και δέκα χρόνια μετά απέτυχε να προστατέψει τον ίδιο της τον εαυτό.

Εδώ σταματά η ηθική και αρχίζει η οικονομία.

Η Χρυσή Αυγή δεν έπεσε από τον ουρανό. Ήταν προϊόν της κατάρρευσης του 2010–2012, μιας χώρας που έχασε το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της και μαζί κάθε αίσθηση ότι κάποιος την κυβερνά. Μπήκε στη Βουλή όχι επειδή γεμίσαμε ναζί, αλλά επειδή ένα κομμάτι του πληθυσμού έπαψε να πιστεύει ότι υπάρχει θεσμός που θα το υπερασπιστεί. Όταν το κράτος αδειάζει από την ουσία του, τη θέση του δεν την παίρνει το τίποτα. Την παίρνει η συμμορία (Προς τούτο «τρυφεροί» επαναστάτες των βορείων και νοτίων προαστίων (άνθρωποι από βούτυρο) προσέξτε τις εύχεστε).

Το ίδιο και οι οργανωμένες κερκίδες. Δεν είναι πάθος για την μπάλα, είναι επιχείρηση: πολιτική και οικονομική επιρροή, εισιτήρια, καντίνες, φύλαξη, διακίνηση, εξάρτηση από παράγοντες που τις χρειάζονται και τις πληρώνουν.

Επί δεκαετίες όλοι το ήξεραν, κανείς δεν το άγγιξε. Γιατί το κόστος της σύγκρουσης ήταν πολιτικό και άμεσο, ενώ το κόστος της ανοχής ήταν διάχυτο και μελλοντικό.

Αυτή είναι η κοινή ρίζα. Και στις δύο περιπτώσεις η πολιτεία εκχώρησε βία σε ιδιώτες — στη μία με πρόσχημα την ιδεολογία, στην άλλη το άθλημα.

Στον εμφύλιο οι ένστολες δυνάμεις του έθνους με την υποστήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας, επικράτησαν της αριστερής ανταρσίας. Ακολούθησε η εντυπωσιακότερη περίοδος των 200 χρόνων της νεοελληνικής υπόστασης. Σήμερα το κράτος εμφανίζεται φοβικό ακόμη  και να υπερασπιστεί τους λειτουργούς του.

Θέλουμε κράτος δικαίου, όχι παρακρατικές συμμορίες. Και κράτος δικαίου δεν είναι σύνθημα σε πανό. Είναι δικαστήριο που δικάζει σε εύλογο χρόνο, αστυνομία που δεν στέκεται να βλέπει, και πολιτική ηγεσία που δεν διαλέγει ποια συμμορία είναι η δική της.

Μέχρι τότε, θα τιμάμε τους νεκρούς μας χωριστά. Και θα τους παράγουμε από κοινού.

Πηγή: liberal.gr