Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Περισσότερη ψήφος, λιγότερα αντίβαρα

Του Αλέξανδρου Σκούρα

Σκεφτείτε το εξής παράδοξο. Μπορεί μια μεταρρύθμιση που κάνει ένα πολιτικό σύστημα περισσότερο δημοκρατικό να κάνει ταυτόχρονα την κεντρική κυβέρνηση ισχυρότερη; Η απάντηση δεν είναι τόσο αυτονόητη όσο φαίνεται. Και αξίζει να τη συζητήσουμε σήμερα, όταν στις ΗΠΑ η κουβέντα για την υπερβολική ισχύ της προεδρίας γίνεται σχεδόν πάντα με αφορμή τον Ντόναλντ Τραμπ.

Η πρόσφατη σύγκρουση για τους δασμούς είναι χαρακτηριστική. Ο Τραμπ χρησιμοποίησε έκτακτες οικονομικές εξουσίες για να επιβάλει δασμούς μεγάλης έκτασης. Τον Φεβρουάριο, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο συγκεκριμένος νόμος δεν του έδινε αυτή την αρμοδιότητα. Αυτό είναι το καλό νέο. Τα αντίβαρα λειτουργούν. Το λιγότερο καλό νέο είναι ότι χρειάστηκε το Ανώτατο Δικαστήριο για να υπενθυμίσει κάτι που σε μια δημοκρατία περιορισμένων εξουσιών θα έπρεπε να είναι αυτονόητο. Ο πρόεδρος δεν αποκτά μια εξουσία απλώς επειδή θεωρεί ότι τη χρειάζεται.

Πώς όμως φτάσαμε σε μια εποχή όπου μια προεδρική υπογραφή μπορεί να διεκδικεί τέτοια εμβέλεια; Μια ενδιαφέρουσα απάντηση έδωσε πριν μερικά χρόνια ο ομοσπονδιακός δικαστής Ντάγκλας Γκίνσμπεργκ στον αείμνηστο φιλελεύθερο οικονομολόγο Ουόλτερ Γουίλλιαμς. Ο Γκίνσμπεργκ μας γυρίζει πίσω στο 1913 και στη 17η Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος. Μέχρι τότε οι γερουσιαστές δεν εκλέγονταν απευθείας από τους πολίτες. Τους επέλεγαν τα νομοθετικά σώματα των πολιτειών. Για να καταλάβουμε γιατί συνέβαινε αυτό θα πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τι ακριβώς ήταν η Γερουσία στα μάτια των ιδρυτών του αμερικανικού κράτους. Δεν ήταν απλώς μια δεύτερη Βουλή με λιγότερα μέλη και μεγαλύτερες θητείες. Είχε διαφορετική θεσμική αποστολή.

Η Βουλή των Αντιπροσώπων θα εξέφραζε όσο πιο άμεσα γινόταν τη λαϊκή βούληση. Η Γερουσία θα έβαζε μέσα στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τις ίδιες τις πολιτείες ως πολιτικές οντότητες. Για αυτό κάθε πολιτεία απέκτησε δύο γερουσιαστές, ανεξάρτητα από το πόσο μικρός ή μεγάλος είναι ο πληθυσμός της. Και για αυτό οι γερουσιαστές επιλέγονταν από τα πολιτειακά νομοθετικά σώματα. Ο Μάντισον ήταν αρκετά ξεκάθαρος. Η επιλογή αυτή έδινε στις πολιτειακές κυβερνήσεις ρόλο στη συγκρότηση της ομοσπονδιακής εξουσίας και δημιουργούσε έναν ακόμη μηχανισμό προστασίας της αυτονομίας τους. Ταυτόχρονα, η εξαετής θητεία και το μικρότερο μέγεθος της Γερουσίας είχαν στόχο να δημιουργήσουν ένα σώμα πιο σταθερό, πιο ψύχραιμο και λιγότερο ευάλωτο στις στιγμιαίες πολιτικές εξάρσεις. Αυτό ήταν το αμερικανικό σύστημα στην πιο καθαρή του μορφή. Όχι εμπιστοσύνη στην καλοσύνη των κυβερνώντων, αλλά σύγκρουση κινήτρων και εξουσιών. Η Βουλή απέναντι στη Γερουσία. Οι πολιτείες απέναντι στην Ουάσιγκτον. Το Κογκρέσο απέναντι στον πρόεδρο. Τα δικαστήρια απέναντι σε όλους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε τη 17η Τροπολογία.

Η αλλαγή ακούγεται αυτονόητα δημοκρατική. Έδωσε στους ψηφοφόρους άμεσο έλεγχο στην επιλογή των γερουσιαστών τους. Μόνο που το αμερικανικό Σύνταγμα δεν σχεδιάστηκε για να μεγιστοποιεί τη δημοκρατική συμμετοχή. Σχεδιάστηκε κυρίως για να περιορίζει την κρατική εξουσία και να προστατεύει τις ατομικές ελευθερίες. Με τη 17η Τροπολογία οι πολίτες κέρδισαν άμεση λογοδοσία. Οι πολιτειακές κυβερνήσεις όμως έχασαν έναν συγκεκριμένο μηχανισμό επιρροής στην Ουάσιγκτον. Ο γερουσιαστής δεν χρειαζόταν πλέον την εμπιστοσύνη του πολιτειακού νομοθετικού σώματος. Χρειαζόταν την ψήφο του εκλογικού σώματος. Και εδώ βρίσκεται το πραγματικά ενδιαφέρον σημείο. Μια θεσμική αλλαγή μπορεί να είναι δημοκρατικότερη και ταυτόχρονα να αφαιρεί ένα αντίβαρο που έκανε τη δημοκρατία πιο λειτουργική και δίκαιη.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η 17η Τροπολογία δημιούργησε την ισχυρή αμερικανική προεδρία. Θα ήταν ιστορικά υπερβολικό. Η συγκέντρωση εξουσίας στην Ουάσιγκτον και η συγκέντρωση εξουσίας στον Λευκό Οίκο δεν είναι το ίδιο πράγμα. Υπάρχει όμως μια προφανής σχέση. Όσο περισσότερες αποφάσεις παίρνονται στην Ουάσιγκτον, τόσο μεγαλύτερο είναι το πεδίο εξουσίας που μπορεί να διεκδικήσει οποιοσδήποτε πρόεδρος. Και όσο περισσότερο το Κογκρέσο εκχωρεί δύσκολες αποφάσεις στην εκτελεστική εξουσία, τόσο περισσότερο μεγαλώνει αυτό το πεδίο. Ούτε χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε το παλιό σύστημα. Η εκλογή γερουσιαστών από τα πολιτειακά κοινοβούλια συνοδευόταν από καταγγελίες διαφθοράς, πολιτικά παζάρια και αδιέξοδα. Η 17η Τροπολογία δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Το μάθημα λοιπόν δεν είναι ότι πρέπει να γυρίσουμε στο 1912.

Είναι ότι η δημοκρατία και το περιορισμένο κράτος δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Το να επιλέγουμε καλύτερα ποιος κυβερνά δεν απαντά στο εξίσου σημαντικό ερώτημα του πόση εξουσία πρέπει να έχει αυτός που κυβερνά. Και εδώ υπάρχει ένα τεστ θεσμικής συνέπειας που δουλεύει πάντα. Σκεφτείτε πόση εξουσία θα δίνατε στον πολιτικό που εμπιστεύεστε λιγότερο από όλους. Τόση εξουσία πρέπει να είστε διατεθειμένοι να δώσετε και σε εκείνον που εμπιστεύεστε περισσότερο.

Πηγή: liberal.gr