Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από την Ευρώπη

Του Γιώργου Βουλγαράκη

«Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από την Ευρώπη, το φάντασμα του κομμουνισμού», έγραφαν ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς στην εναρκτήρια φράση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου.

Σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, η φράση επιστρέφει μέσα από μια ειρωνική αντιστροφή. Το φάντασμα που ανησυχεί σήμερα την Ευρώπη δεν είναι εκείνο που περιέγραφαν οι συγγραφείς του Μανιφέστου. Είναι η αποσύνθεση του πολιτικού κέντρου και η μετακίνηση μεγάλου μέρους των ευρωπαϊκών κοινωνιών προς δυνάμεις που αμφισβητούν, από διαφορετικές κατευθύνσεις, τη μεταπολεμική πολιτική ισορροπία.

Οι εκλογές στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο υπερβαίνουν τα όρια μιας τοπικής εκλογικής αναμέτρησης. Αποτυπώνουν δύο διαφορετικές εκδοχές της ίδιας κρίσης εκπροσώπησης.

Στο ανατολικό κρατίδιο, το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία έλαβε πάνω από το 38%, ενώ η κεντροδεξιά Χριστιανοδημοκρατική Ένωση περιορίστηκε στο 4,9% και έμεινε εκτός του τοπικού κοινοβουλίου. Στο Βερολίνο, το αριστερό κόμμα Die Linke αναδείχθηκε πρώτη δύναμη με ποσοστό περίπου 26%, ενώ το CDU υποχώρησε στη δεύτερη θέση. Η ακροδεξιά κυριάρχησε στην περιφέρεια, η Αριστερά στην πρωτεύουσα και η παραδοσιακή κεντροδεξιά ηττήθηκε και στα δύο μέτωπα.

Θα ήταν λάθος να θεωρηθούν η AfD και η γερμανική Αριστερά πολιτικά ή ηθικά ισοδύναμες. Έχουν διαφορετικές καταβολές, διαφορετικό λόγο και διαφορετική σχέση με τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή τάξη. Η αναλογία περιορίζεται σε ένα κοινό πολιτικό αποτέλεσμα. Και στις δύο περιπτώσεις, οι παραδοσιακές δυνάμεις εξουσίας υποχωρούν έναντι των κομμάτων που υπόσχονται ρήξη με την υπάρχουσα πορεία.

Όλο και περισσότεροι ψηφοφόροι δεν αναζητούν πλέον μια καλύτερη εκδοχή της σημερινής διακυβέρνησης. Αμφισβητούν την ίδια την κατεύθυνσή της. Η ψήφος τους δεν λειτουργεί απλώς ως προειδοποίηση προς τα κόμματα εξουσίας. Αποτελεί σαφή απόσυρση εμπιστοσύνης από ένα πολιτικό σύστημα το οποίο θεωρούν ανίκανο να ανταποκριθεί στις ανάγκες τους.

Η περίπτωση της Γερμανίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή η χώρα αποτέλεσε επί δεκαετίες το πρότυπο της ευρωπαϊκής πολιτικής σταθερότητας. Το CDU, το SPD, οι Φιλελεύθεροι και αργότερα οι Πράσινοι συγκρότησαν ένα σύστημα στο οποίο οι κυβερνήσεις άλλαζαν χωρίς να αμφισβητούνται οι βασικές κατευθύνσεις της χώρας. Η κοινωνική οικονομία της αγοράς, η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η δημοσιονομική πειθαρχία και η ατλαντική συμμαχία διαμόρφωναν ένα ευρύ πεδίο συναίνεσης.

Σήμερα, αυτό το πεδίο συρρικνώνεται και η μετατόπιση δεν συνέβη ξαφνικά. Ωρίμασε μέσα σε μια παρατεταμένη περίοδο οικονομικής και κοινωνικής αβεβαιότητας. Η Γερμανία αντιμετωπίζει χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, υψηλό ενεργειακό κόστος και ισχυρές πιέσεις στη βιομηχανική της βάση. Επιχειρήσεις περιορίζουν την παραγωγή τους, θέσεις εργασίας χάνονται και η ανασφάλεια γύρω από τη μετανάστευση εντείνεται.

Στις ανατολικές περιοχές προστίθεται η αίσθηση ότι η επανένωση των δύο Γερμανιών δεν εξάλειψε τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Στο Βερολίνο, η στεγαστική κρίση, τα υψηλά ενοίκια και η επιδείνωση της ποιότητας ορισμένων δημόσιων υπηρεσιών έδωσαν στο ριζοσπαστισμό ένα συγκεκριμένο και πρόσφορο πεδίο παρέμβασης. Οι πολίτες ψηφίζουν διαφορετικά, επειδή βιώνουν διαφορετικές εκδοχές της ίδιας απογοήτευσης.

Η συντριβή του CDU αντανακλά βαθύτερα αίτια και δεν εξηγείται μόνο από την πόλωση. Ένα κόμμα που κυβέρνησε τη Γερμανία επί δεκαετίες δεν περιορίζεται κάτω από το 5% επειδή απέτυχε να επικοινωνήσει σωστά το πρόγραμμά του. Τιμωρείται επειδή έπαψε να πείθει ότι κατανοεί την πραγματικότητα των πολιτών και διαθέτει αξιόπιστο σχέδιο για να την αλλάξει. Η επίκληση της σταθερότητας χάνει τη δύναμή της όταν η ζωή γίνεται ακριβότερη και η προοπτική λιγότερο ασφαλής.

Ανάλογα όρια εμφανίζει και το λεγόμενο δημοκρατικό τείχος απέναντι στην AfD. Η άρνηση συνεργασίας με ένα κόμμα του οποίου οι θέσεις συγκρούονται με θεμελιώδεις αρχές της ευρωπαϊκής τάξης είναι θεμιτή και αναγκαία. Αποτελεί όμως μόνο μέρος της απάντησης. Όταν ένα κόμμα με τόσο υψηλά ποσοστά αποκλείεται από κάθε κυβερνητικό συνδυασμό, οι υπόλοιπες δυνάμεις οδηγούνται σε ολοένα πιο ετερόκλητους συνασπισμούς.

Αν οι κυβερνήσεις αυτές περιοριστούν στην απλή διεκπεραίωση της καθημερινότητας και στην εξισορρόπηση των εσωτερικών τους διαφορών, ενισχύουν το επιχείρημα της AfD ότι ένα κλειστό πολιτικό σύστημα συνασπίζεται για να αγνοήσει την εκλογική βούληση. Το δημοκρατικό τείχος έχει αξία μόνο όταν συνοδεύεται από πολιτικές που περιορίζουν τις αιτίες της ακροδεξιάς ανόδου. Διαφορετικά, εμποδίζει προσωρινά την AfD να κυβερνήσει, χωρίς να ανακόπτει την κοινωνική της διεύρυνση.

Η Ευρώπη αντιμετωπίζει έναν βαθύτερο κίνδυνο. Μεγάλα τμήματα των κοινωνιών της θεωρούν ότι το μεταπολεμικό σύστημα διακυβέρνησης δεν παράγει πλέον τα αποτελέσματα που υποσχέθηκε. Η οικονομική προοπτική παραμένει αβέβαιη, ο έλεγχος των συνόρων εμφανίζεται ανεπαρκής, η προσιτή κατοικία σπανίζει και η αίσθηση κοινωνικής δικαιοσύνης υποχωρεί. Όσο αυτές οι ανάγκες παραμένουν αναπάντητες, η αγανάκτηση θα μετατρέπεται σε σταθερή πολιτική ταυτότητα.

Η μίμηση της ακροδεξιάς ρητορικής, όπως και περιφρόνηση των ψηφοφόρων της, απλώς οδηγεί σε επιβεβαίωση των επιχειρημάτων της. Η απάντηση περνά μόνο μέσα από την ανάκτηση της ικανότητας της αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Το ευρωπαϊκό κέντρο χρειάζεται σαφή πολιτική για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα, την ενέργεια, τη μετανάστευση και την ασφάλεια. Χρειάζεται επίσης να αποδείξει ότι ακούει την κοινωνία πριν ζητήσει από τους πολίτες να εμπιστευθούν ξανά τους θεσμούς.

Το φάντασμα που πλανάται σήμερα πάνω από την Ευρώπη δεν είναι μόνο η AfD. Είναι η υποψία ότι το πολιτικό σύστημα έχει χάσει την ικανότητα να διορθώνει τον εαυτό του. Αν αυτή η υποψία παγιωθεί, το γερμανικό αποτέλεσμα δεν θα αποτελεί μια πρόσκαιρη εκλογική παρέκκλιση. Θα αποτελεί πρόγευση του ευρωπαϊκού μέλλοντος.

Πηγή: liberal.gr