Του Γιώργου Βουλγαράκη
Η εικόνα επαναλαμβάνεται κάθε καλοκαίρι. Γεμάτα αεροδρόμια, πλοία που αναχωρούν με πληρότητα, ουρές στα λιμάνια και δημοφιλείς προορισμοί που δυσκολεύονται να διαχειριστούν τον αριθμό των επισκεπτών τους. Με βάση αυτή την εικόνα, ο ελληνικός τουρισμός φαίνεται να κινείται από επιτυχία σε επιτυχία.
Παρ όλα αυτά, πίσω από την αυξημένη τουριστική κίνηση παρατηρείται μια σημαντική αλλαγή. Οι αφίξεις αυξάνονται, αλλά η κατανάλωση δεν ενισχύεται στον ίδιο βαθμό. Περισσότεροι επισκέπτες δεν σημαίνουν πλέον αυτομάτως περισσότερα έσοδα για την εστίαση, το λιανεμπόριο και τις τοπικές υπηρεσίες. Έν ολίγοις, η αύξηση του αριθμού των τουριστών δεν ωφελεί ισόρροπα το σύνολο μιας τοπικής οικονομίας.
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ουσιαστικά επιβεβαιώνουν ότι ο αριθμός των επισκεπτών δεν αρκεί για να περιγράψει την πραγματικότητα. Το 2024 η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση αυξήθηκε σημαντικά, αλλά η μέση δαπάνη ανά ταξίδι μειώθηκε κατά 7%, από 570,7 σε 530,6 ευρώ. Το 2025 σημειώθηκε ανάκαμψη στα 545,5 ευρώ, χωρίς να καλυφθεί πλήρως η προηγούμενη υποχώρηση. Παράλληλα, η μέση διάρκεια παραμονής συνέχισε να περιορίζεται.
Αυτή η καταγραφή είναι ανησυχητική, όχι τόσο διότι περιγράφει μια αποτυχημένη τουριστική πολιτική, αλλά διότι αποκαλύπτει την εικόνα ενός μοντέλου που αρχίζει να συναντά τα όριά του.
Ο σύγχρονος ταξιδιώτης δεν συμπεριφέρεται όπως πριν από λίγα χρόνια. Το κόστος μετακίνησης, διαμονής και καθημερινής ζωής έχει αυξηθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη. Πολλοί άνθρωποι ωστόσο, εξακολουθούν να έχουν τις διακοπές στις προτεραιότητες τους, αλλά με διαφορετικό τρόπο σε σχέση με το παρελθόν.
Επιλέγουν μικρότερη διάρκεια παραμονής, προσφορές και φτηνότερα ταξιδιωτικά πακέτα, αγορές από σούπερ μάρκετ και λιγότερες εξόδους. Ο προορισμός διατηρείται, οι δαπάνες περιορίζονται.
Αυτή η αλλαγή εξηγεί σε κάποιο βαθμό την αντίφαση της κοσμοπλημύρας στους προορισμούς και ταυτόχρονα τον περιορισμό των εισπράξεων. Η διεθνής τουριστική αγορά αλλάζει, από χρόνο σε χρόνο και η χώρα καλείται κατεπειγόντως να αναλύσει ακριβέστερα το διεθνές κοινό αναφοράς. Τι είδους ζήτηση προσελκύει, πόσο διαρκεί η παραμονή, ποιο μέρος της δαπάνης φτάνει στις τοπικές επιχειρήσεις και γιατί καθώς και πως επιδρά στην αγορά εργασίας.
Την ίδια στιγμή, η άλλη πλευρά της αγοράς δέχεται πίεση. Οι επιχειρήσεις φιλοξενίας και εστίασης αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος ενέργειας, πρώτων υλών, μεταφορών, μισθοδοσίας και χρηματοδότησης.
Η μετακύλιση ολόκληρου του κόστους στις τιμές έχει όρια, επειδή ο πελάτης είναι ήδη περισσότερο προσεκτικός. Έτσι, ακόμη και όταν ο τζίρος διατηρείται ή αυξάνεται οριακά, η πραγματική κερδοφορία δεν αυξάνεται αντιστοίχως.
Το ίδιο συμβαίνει με την εργασία. Σε αρκετούς δημοφιλείς προορισμούς οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό, την ώρα που χιλιάδες άνθρωποι αναζητούν απασχόληση.
Η αντίφαση εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από το κόστος στέγασης. Ένας εποχικός εργαζόμενος μπορεί να βρει δουλειά σε ένα νησί, αλλά να μην μπορεί να βρει κατοικία με κόστος συμβατό προς τον μισθό του. Η έλλειψη προσωπικού επηρεάζει την ποιότητα των υπηρεσιών, αυξάνει την πίεση σε όσους εργάζονται και περιορίζει την ικανότητα μιας επιχείρησης να εξυπηρετήσει περισσότερους πελάτες.
Στην Ελλάδα δυστυχώς, η τουριστική ανάπτυξη προχώρησε ταχύτερα από τις υποδομές που έπρεπε να την υποστηρίξουν. Τα δίκτυα ύδρευσης, η ενέργεια, η αποκομιδή των απορριμμάτων, οι δρόμοι, τα λιμάνια και οι υπηρεσίες υγείας σχεδιάστηκαν για πολύ μικρότερους πληθυσμούς. Το αποτέλεσμα είναι ότι τους μήνες της τουριστικής αιχμής ορισμένοι προορισμοί καλούνται να λειτουργήσουν σαν πόλεις πολλαπλάσιου μεγέθους.
Το κόστος αυτής της πίεσης δεν αποτυπώνεται πάντοτε στα τουριστικά έσοδα. Επιβαρύνει τους μόνιμους κατοίκους, τους δήμους, το περιβάλλον και τελικά το ίδιο το προϊόν που προσφέρεται. Ένας προορισμός που υποφέρει από κυκλοφοριακή συμφόρηση, ελλείψεις νερού, ανεπαρκή καθαριότητα και υποβαθμισμένες υπηρεσίες χάνει σταδιακά το πλεονέκτημα που τον έκανε ελκυστικό.
Η Οικονομική επιστήμη έχει πολλούς δείκτες με τους οποίους μπορεί να αξιολογήσει μια πολιτική. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του Τουρισμού, ο τρόπος με τον οποίο μετράμε την επιτυχία χρειάζεται επαναπροσδιορισμό.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο αριθμός των αφίξεων παραμένει σημαντικός δείκτης, δεν είναι όμως ο μοναδικός, ούτε ο ασφαλέστερος. Μεγαλύτερη σημασία έχουν πλέον η μέση δαπάνη ανά επισκέπτη, η διάρκεια παραμονής, η διασπορά των επισκεπτών σε περισσότερες περιοχές, η επιμήκυνση της περιόδου και το μέρος των εσόδων που παραμένει στην τοπική οικονομία.
Η μετατόπιση προς έναν τουρισμό υψηλότερης αξίας δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να γίνει προορισμός αποκλειστικά για τους εύπορους. Σημαίνει ότι πρέπει να προσφέρει πιο πολλούς λόγους για να μείνει κάποιος περισσότερο και να καταναλώσει πάνω από τη διαμονή του.
Πολιτισμός, γαστρονομία, φύση, θεματικές διαδρομές, συνέδρια, αθλητισμός και ευεξία μπορούν να διευρύνουν το προϊόν και να μειώσουν την σχεδόν αποκλειστική εξάρτηση από τη θάλασσα και τον ήλιο.
Χρειάζεται επίσης σταθερό χωροταξικό πλαίσιο, σοβαρές επενδύσεις στις υποδομές, καλύτερη διαχείριση των προορισμών και κίνητρα για λειτουργία πέρα από την περίοδο αιχμής.
Κάθε περιοχή έχει διαφορετικά όρια και διαφορετικές δυνατότητες. Η ίδια πολιτική δεν μπορεί να εφαρμόζεται αδιακρίτως σε ένα κορεσμένο νησί, σε μια ορεινή περιοχή και σε μια πόλη που προσπαθεί ακόμη να αποκτήσει τουριστική ταυτότητα.
Ο ελληνικός τουρισμός παραμένει ένας από τους ισχυρότερους πυλώνες της οικονομίας. Ακριβώς γι’ αυτό δεν πρέπει να λειτουργεί πλέον στον αυτόματο.
Η επιτυχία των προηγούμενων ετών δημιούργησε την εντύπωση ότι αρκούν το φυσικό τοπίο, η διεθνής ζήτηση και η συνεχής αύξηση των αεροπορικών συνδέσεων. Τα επόμενα χρόνια, αυτά δεν θα αρκούν.
Το επόμενο επομένως βήμα δεν είναι να αυξηθεί η πληρότητα των ήδη κορεσμένων προορισμών, αλλά να αυξηθεί η αξία που παράγει κάθε επίσκεψη. Να προστατευθεί η ποιότητα του προϊόντος και να εξασφαλιστεί ότι η επιτυχία φτάνει στις επιχειρήσεις, στους εργαζομένους και στις τοπικές κοινωνίες.
Η πολυκοσμία χωρίς αυτή τη μετατόπιση είναι στόχος με προθεσμία λήξης.
Πηγή: liberal.gr

