Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Η κυριαρχία Μητσοτάκη, το «ταβάνι» για Τσίπρα και τα αδιέξοδα Ανδρουλάκη

Του Ζαχαρία Ζούπη

Ο Δεκαπενταύγουστος πέρασε και η κλεψύδρα γύρισε. Η Δ.Ε.Θ δεν είναι πια και τόσο μακριά και οι πολιτικοί αρχηγοί θα παρουσιάσουν θέσεις και προτάσεις, θα αξιολογηθούν, θα μετρηθούν στις πρώτες μετακαλοκαιρινές δημοσκοπήσεις και «το παιχνίδι διαρκείας περίπου επτά μηνών» αρχίζει.

Οι αντιπαραθέσεις με αφορμή τη συνέντευξη Τσίπρα, η μεταγραφολογία, οι εκτιμήσεις δημοσιολόγων πολλές από τις οποίες στερούνται βάσης αφού δεν υπήρχαν νέες δημοσκοπήσεις, η κουραστική πια συζήτηση πότε θα φτιάξει κόμμα ο Α. Σαμαράς, αλλά και ο αμετάβλητος καταστροφολογικός τρόπος αντιπολίτευσης με αφορμή π.χ τις πυρκαγιές ή την απόφαση του ΣτΕ για κάποια μη Κρατικά Πανεπιστήμια μας έδωσαν μια γεύση για το τι θα επακολουθήσει.

Ωστόσο, ανέδειξαν και πάλι κάτι που παραμένει αμετάβλητο. Η ΝΔ διατηρεί την πρωτοκαθεδρία με σημαντική διαφορά 12%-13% από το δεύτερο κόμμα και αυτό το παραδέχονται όλοι. Ακόμα και ο Α. Τσίπρας που μίλησε για ανατροπή, αναφέρθηκε στις δεύτερες εκλογές. Μόνο το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει να μιλάει -αναγκαστικά μάλλον- για πρωτιά έστω με μια ψήφο διαφορά κι ας είναι τρίτο στις δημοσκοπήσεις του Ιουλίου με 6% διαφορά.

Αυτή η αμετάβλητη πρωτοκαθεδρία φαίνεται να δρομολογεί και το «σχέδιο περικύκλωσής της» από όλες τις άλλες δυνάμεις, την βούληση όσων θέλουν «ανατροπή του Μητσοτάκη». Αυτή η βούληση συμπεριλαμβάνει βασικά δυο πυλώνες: Άνοδο της ΕΛΑΣ αν είναι δυνατόν κάπου εκεί στο 20% και φθορές της Κυβέρνησης από όλους τους άλλους μαζί με αιχμή το κόμμα που έρχεται που θα την έφταναν στο οριακό για το bonus ποσοστό του 25%.

Οι σχεδιασμοί στην Πολιτική είναι απαραίτητοι, ωστόσο ισχύει αυτό που λένε «οι άνθρωποι κάνουν σχέδια και οι Θεοί γελάνε». Γιατί λείπει κάτι βασικό από αυτή την εξίσωση: Η Απάντηση στο πρόβλημα της Διακυβέρνησης. Γιατί ΟΚ, ας πούμε ότι κατόρθωναν να πετύχουν αυτή τη σκέψη που δεν στηρίζεται σε κανένα δημοσκοπικό εύρημα. Ποιος θα κυβερνούσε άραγε σ΄ αυτή την περίπτωση; Σ΄ αυτό το απλό και καθοριστικό ερώτημα δεν υπάρχει απάντηση και τα μέχρι σήμερα δεδομένα δίνουν μία μόνο λύση: Ή επίτευξη της αυτοδυναμίας της ΝΔ ή Κυβέρνηση από την οποία δεν μπορεί να λείπει η Ν.Δ και μάλιστα με την παρουσία του Κ. Μητσοτάκη, γιατί κάθε τι άλλο, κάθε άλλη κίνηση ή απαίτηση από άλλη πολιτική δύναμη θα ήταν βαθύτατα αντιδημοκρατική και παραποίηση της λαϊκής βούλησης.

Αυτό απασχολεί τους θέλοντες ανατροπή και αυτό φάνηκε καθαρά και στο περίφημο δημοσίευμα όπου εν ενεργεία υπουργός φερόταν να συναντιέται με δύο στελέχη του ΠΑΣΟΚ για να εξετάσουν πώς θα μπορούσε να σχηματιστεί Κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Το δημοσίευμα διαψεύστηκε από όλους τους υποτιθέμενους συνομιλητές, η εφημερίδα που το δημοσίευσε σιώπησε ένοχα, αλλά συγγνώμη, το βασικό – χωρίς να υποτιμάται η σοβαρότητα της ψευδολογίας και της συκοφάντησης των στελεχών – ήταν το άλλο σημείο.

Εκεί που αναγραφόταν ότι αναζητιόταν Κυβερνητική συνεργασία ώστε να παραγραφούν τα σκάνδαλα, που για να μην συμβεί αυτό χρειάζεται μια «άλλη Κυβέρνηση». Επειδή δεν έχει ακουστεί καν στον δημόσιο διάλογο τίποτα για «Κυβέρνηση μη παραγραφής σκανδάλων», μια Κυβέρνηση ας την ονομάσουμε κάθαρσης, καλό θα ήταν τα κόμματα της Αντιπολίτευσης να απαντούσαν σε ένα απλό ερώτημα. Βλέπουν σκάνδαλα που μάλιστα κινδυνεύουν να παραγραφούν και που καθιστούν επιτακτικό κάποια Κυβέρνηση όπως όπως ακόμα και με αριστεροακροδεξιές δυνάμεις;

Μέχρι στιγμής κανένας δεν έχει τοποθετηθεί σε ένα τέτοιο θέμα. Άλλωστε κανένα κόμμα της Αντιπολίτευσης δεν μας έχει πει έτσι κι αλλιώς με ποιο ή ποια άλλα κόμματα θα μπορούσε να συγκυβερνήσει. Κι όμως, η πορεία προς τις εκλογές δεν μπορεί να είναι πορεία κρυφών χαρτιών για παρά φύσιν εκπλήξεις. Οι πολίτες δεν δίνουν λευκή επιταγή σε κανένα να χρησιμοποιεί την ψήφο τους κατά βούληση ή για σχεδιασμούς που θα αποφασίσουν πριν από αυτούς γι’ αυτούς.

Έτσι προχωράμε με σημαντική ρευστότητα και με τη ΝΔ μακράν πρώτη με 29%-30% και με αυξημένο τον βαθμό βεβαιότητας όσων δηλώνουν ότι θα την ψηφίσουν. Ο Κ. Μητσοτάκης πείθει πια ότι θα κάνει εκλογές αργά την Άνοιξη και αυτό αποτελεί δείγμα θεσμικής συνέπειας και σοβαρότητας και όχι δείγμα ότι «δεν έχει το ποσοστό που θέλει» όπως επισημαίνουν αναλυτές που έχουν συνηθίσει σε άλλες σχολές σκέψης. Απέχει βέβαια σημαντικά από την αυτοδυναμία και υπάρχουν τρύπες που πρέπει να δει πως θα τις καλύψει. Είναι τμήματα της μεσαίας τάξης, οι μισθωτοί του Ιδιωτικού Τομέα, οι γυναίκες και περιοχές όπως ζώνες της Μακεδονίας, Θεσσαλία κ.λ.π. Όπως είναι και σημαντικό τμήμα κεντρογενών που εμπιστεύτηκαν τον Κ. Μητσοτάκη το 2023 και τώρα έχουν ενστάσεις, έχοντας όμως ταυτόχρονα απορριπτική στάση προς τον Α. Τσίπρα και την τακτική ΠΑΣΟΚ.

Επίσης, πρέπει να δώσει πιο ολοκληρωμένη απάντηση στο ερώτημα «Γιατί τρίτη θητεία», να παρουσιάσει ένα συνολικό σχέδιο για τα επόμενα χρόνια στηριγμένο στην προσδοκία της βελτίωσης της καθημερινότητας και μεταρρυθμίσεων, υπερασπιζόμενη ταυτόχρονα το έργο της και εκπέμποντας ένα ισχυρό μήνυμα κοινωνικής δικαιοσύνης. Έχει τα μεγάλα πλεονεκτήματα της προφανούς λύσης διακυβέρνησης, της παράστασης νίκης και της καταλληλότητας του πρωθυπουργού, μαζί με την ανάγκη σιγουριάς, ασφάλειας, σταθερότητας. Δείχνει αντοχές και αυτό προσθέτει ένα ακόμα σημαντικό πλεονέκτημα απέναντι στην «τακτική της περικύκλωσης»: τη δυνατότητα να λαχανιάσει τους αντιπάλους στη μακρόχρονη προεκλογική περίοδο μέχρι την Άνοιξη του 2027.

Απέναντί του έχει ένα κεντροαριστερό χώρο τεμαχισμένο, διχασμένο και κουρασμένο, στον οποίο έχει ξεσπάσει και ένας αναμενόμενος εμφύλιος ΕΛΑΣ-ΠΑΣΟΚ. Ο Α. Τσίπρας βρίσκεται στο 16%-17% επίδοση που δεν είναι προς υποτίμηση, έδωσε χαρά σε απελπισμένους πολίτες του χώρου, αλλά δεν είναι και για ζητωκραυγές. Αποτελεί ποσοστό λίγο χαμηλότερο από την επίδοση του ΣΥΡΙΖΑ στις δεύτερες εκλογές του 2023. Βρίσκεται ταυτόχρονα μπροστά σε προβλήματα: Η διεκδίκηση χώρου του κέντρου χωρίς τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει σημαντικά αποδεικνύεται πολύ δύσκολη υπόθεση, η επίθεση στο ΠΑΣΟΚ για να εισπράξει δυνάμεις από αυτό μπορεί να δημιουργήσει και αντίστροφα προβλήματα, η περίπτωση να δείξει μια μικρή έστω ανθεκτικότητα ο ΣΥΡΙΖΑ θα του αφαιρεί δυνάμεις που θα τις ήθελε, τα νέα στελέχη συνέβαλαν σε ένα νέο προφίλ δεν αρκούν όμως για τη σκληρή μάχη, ενώ προγραμματικά δεν έχει εμφανίσει κάτι νέο και θυμίζει πολύ παρελθόν, αφού δεν μπορεί να ξεφύγει από την ισορροπία ανάμεσα στον ριζοσπαστισμό και μια φιλική στρατηγική προς το κέντρο.

Από την άλλη το ΠΑΣΟΚ παρά την ένταση των προσπαθειών του έχει δυσκολίες να διεκδικήσει τη δεύτερη θέση. Έχασε πολύτιμο χρόνο, κανείς δεν ασχολείται με το πολυδιαφημισμένο πρόγραμμά του αφού έβγαλε την παρουσία του από το κάδρο των δυνάμεων διακυβέρνησης, προσπαθεί με μεταγραφές πρώην βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ να απευθυνθεί σε κεντροαριστερά ακροατήρια που δεν έπεισε δύο χρόνια και τώρα «κοιτάνε» περισσότερο προς Α. Τσίπρα.

Το μόνο σημείο που έδειξε τελευταία διαφορετικά αντανακλαστικά ήταν ότι άρχισε να απαντάει στον Α. Τσίπρα, τον οποίο τον είχε αφήσει στο απυρόβλητο αν και αυτός ερχόταν, όπως και τον ΣΥΡΙΖΑ για τα πεπραγμένα του. Έστρεφε αριστερά αφήνοντας το κέντρο και δεν ασκούσε κριτική πιστεύοντας ότι πιθανά δεν θα φανεί πολύ αντιδεξιά δύναμη. Για να δούμε τι θα γίνει. Πάντως και μόνο ότι μιλάμε για μια μάχη για τη δεύτερη θέση δείχνει τα όρια της Κεντροαριστεράς που δεν ξεπερνά το 28% ακόμα και αν αθροίζαμε τις επιδόσεις ΕΛΑΣ- ΠΑΣΟΚ.

Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε μια σειρά από μάχες. Η ΕΛΠΙΔΑ της Μ. Καρυστιανού ξεκίνησε με επίδοση που την έφερνε ακόμα και στη 2η θέση στις πρώτες μετρήσεις, αλλά φάνηκε απροετοίμαστη, δεν αξιοποίησε τη σημαντική πολυσυλλεκτικότητα που εμφάνισε, κάνοντας όλα τα λάθη που θα μπορούσε να κάνει και σήμερα βρίσκεται σε μια φάση που θα δούμε αν μπορεί να σταθεί. Ο Κ. Βελόπουλος αξιοποίησε αυτή την κάμψη, δείχνει σταθερότητα, βρίσκεται πολύ κοντά στο ΠΑΣΟΚ και θα φανεί πως μπορεί να αντέξει μια τυχόν ανάκαμψη της ΕΛΠΙΔΑΣ ή και την παρουσία του κόμματος Σαμαρά που όλο έρχεται. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ μαζί με το Κ.Κ.Ε δείχνουν σταθερότητα στα γνωστά επίπεδά τους, αλλά δεν μπορούν να είναι ήσυχα. Η ΠΛΕΥΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ βρίσκεται στο 5%-5.5%, πλήρωσε την τακτική του «το παρακάνω» και θα δώσει μάχη επιβίωσης. ΣΥΡΙΖΑ, ΜΕΡΑ 25 και ΦΩΝΗ ΛΟΓΙΚΗΣ θα δώσουν πολύ δύσκολη μάχη επιβίωσης, με τον ΣΥΡΙΖΑ στο πιο επικίνδυνο σημείο και από εκεί και πέρα ένας στρατός κομμάτων υπό εξαφάνιση (ΣΠΑΡΤΙΑΤΕΣ, ΝΙΚΗ, ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΕΣ κ.λ.π).

Η μόνη εκκρεμότητα είναι πότε θα εμφανιστεί το κόμμα Σαμαρά και τι θα δείξει δημοσκοπικά κατ΄ αρχήν. Προφανώς, δεν είναι προς υποτίμηση και μπορεί να προκαλέσει μικρότερες ή μεγαλύτερες ζημιές στη ΝΔ, αλλά για να αποφεύγει την επίσημη ανακοίνωση μάλλον υπάρχουν δύο δεδομένα: Δεν βλέπει ούτε ο ίδιος επιδόσεις που προσδοκούσε και φοβάται τη γενικευμένη επίθεση από όλες τις δυνάμεις της ΝΔ για «νέα προδοσία του», όπως ήδη πολλοί λένε.

Όπως και να είναι, «το παιχνίδι αρχίζει». Η φετινή ΔΕΘ θα αποτελεί ένα ορόσημο για την τελική φάση των διεργασιών. Λίγους μήνες αργότερα θα έχουμε εκλογές και ας μην ξεχνιόμαστε. Στις εκλογές οι πολίτες επιλέγουν Κυβέρνηση, θέλουν πρόταση για το μέλλον και τη ζωή τους, για τη διακυβέρνηση. Όχι για σχεδιασμούς κέντρων, για γινάτια και εγκεφαλικά σενάρια.

* Ο Zαχαρίας Ζούπης, στέλεχος εταιριών έρευνας αγοράς, δημοσκοπήσεων και επικοινωνίας από την δεκαετία του ‘90, είναι σήμερα Διευθυντής Ερευνών και Στρατηγικής Επικοινωνίας της OPINION POLL. Είχε την ευθύνη του σχεδιασμού, της υλοποίησης και της επιστημονικής επιμέλειας ερευνητικών προγραμμάτων και στρατηγικής επικοινωνίας. Έχει διεξάγει πολυάριθμες πολιτικές, αυτοδιοικητικές, κοινωνικές, εμπορικές έρευνες και focus groups. Έχει γράψει εκατοντάδες άρθρα και δύο βιβλία («Εκεί γύρω στα τριάντα», «40+1 άρθρα για την Κεντροαριστερά»).

Πηγή: liberal.gr