Του Αλέξανδρου Σκούρα
Οι δύο πρόσφατες συνεντεύξεις του J.D. Vance δεν αποτελούν απλώς σταθμούς μιας πρόωρης προεδρικής καμπάνιας. Συνθέτουν ένα ιδεολογικό μανιφέστο για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα μετά τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο σημερινός αντιπρόεδρος δεν αμφισβητεί μόνο ορισμένες υπερβολές της παγκοσμιοποίησης. Απορρίπτει συνειδητά την παράδοση της οικονομικής ελευθερίας που σφράγισε την αμερικανική Δεξιά από τον Μπάρι Γκολντγουότερ έως τον Ρόναλντ Ρέιγκαν.
Στη συζήτησή του με τον Michael Knowles, ο Βανς περιέγραψε τη νέα συντηρητική οικονομική πολιτική ως περισσότερο χαμιλτονιανή παρά φριντμανική. Διευκρίνισε μάλιστα ότι αυτή η κατεύθυνση δεν είναι laissez faire. Στον Joe Rogan συμπλήρωσε την εικόνα. Μίλησε θετικά για ισχυρότερα συνδικάτα του ιδιωτικού τομέα, περιορισμούς στη μετανάστευση ως μέσο ενίσχυσης της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων και επιθετικότερη κρατική παρέμβαση απέναντι στις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας.
Καμία από αυτές τις θέσεις δεν είναι από μόνη της παράλογη. Οι αγορές χρειάζονται κανόνες, ανταγωνισμό και ισχυρό κράτος δικαίου. Ούτε ο Φρίντμαν πίστευε σε μια κοινωνία χωρίς θεσμούς. Το κρίσιμο ζήτημα είναι διαφορετικό. Ο Βανς αντιστρέφει το φιλελεύθερο τεκμήριο. Δεν ζητά από το κράτος να αποδείξει γιατί πρέπει να περιορίσει την ελευθερία. Ζητά από την ελευθερία να αποδείξει ότι παράγει τα κοινωνικά αποτελέσματα που προτιμά το κράτος.
Αυτή η μετατόπιση έχει σημασία επειδή ο Τραμπ υπήρξε περισσότερο πολιτικό φαινόμενο παρά συνεκτικός οικονομικός στοχαστής. Συνδύασε μειώσεις φόρων και απορρύθμιση με δασμούς, επιδοτήσεις και προσωπικές παρεμβάσεις στην επιχειρηματική ζωή. Ο Βανς επιχειρεί τώρα να μετατρέψει αυτές τις αντιφάσεις σε δόγμα. Θέλει να δώσει στον τραμπισμό μια μεταφιλελεύθερη θεωρία, στην οποία το κράτος δεν προστατεύει απλώς τους κανόνες του παιχνιδιού αλλά επιλέγει και τους επιθυμητούς νικητές.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαχωριστική γραμμή ενόψει του 2028. Δεν περνά πλέον κυρίως από τις αμβλώσεις, τη φυλή, το φύλο ή τα πανεπιστήμια. Περνά από το ερώτημα ποιος δικαιούται να οργανώνει την οικονομική και κοινωνική ζωή. Το άτομο, μέσα από εθελοντικές συνεργασίες, οικογένειες, επιχειρήσεις και κοινότητες, ή μια πολιτική ηγεσία που πιστεύει ότι γνωρίζει ποια επαγγέλματα, ποιοι μισθοί, ποιες βιομηχανίες και ποια πρότυπα ζωής υπηρετούν το εθνικό συμφέρον;
Η διαφορά από τον Μάρκο Ρούμπιο είναι αποκαλυπτική. Ο Ρούμπιο έχει επίσης απομακρυνθεί από την παλαιά ρεπουμπλικανική ορθοδοξία και έχει υπερασπιστεί τη βιομηχανική πολιτική. Ωστόσο, η πολιτική του γλώσσα παραμένει πιο θεσμική και λιγότερο εχθρική προς την αγορά ως μηχανισμό κοινωνικής συνεργασίας. Ο Βανς προχωρά βαθύτερα. Δεν ζητά απλώς διορθώσεις. Αμφισβητεί το ίδιο το φιλελεύθερο σημείο εκκίνησης.
Ο κοινοτισμός του εμφανίζεται ως αντίδοτο στον άγονο ατομικισμό. Στην πράξη, όμως, κινδυνεύει να μετατρέψει την κοινότητα σε πρόσχημα για κρατικό καταναγκασμό. Η αυθεντική κοινότητα γεννιέται από δεσμούς που επιλέγουν και συντηρούν ελεύθεροι άνθρωποι. Όταν το κράτος αποφασίζει ποια οικογένεια, ποια εργασία ή ποια επιχείρηση αξίζει προστασία, δεν ενισχύει την κοινωνία των πολιτών. Μοιράζει προνόμια και εξουσία.
Αυτό δεν είναι επιστροφή στον παλαιό συντηρητισμό. Είναι μια νέα μορφή δεξιού κολεκτιβισμού, η οποία αντικαθιστά την υποτιθέμενη αυθαιρεσία της αγοράς με την πραγματική αυθαιρεσία της πολιτικής εξουσίας.
Ο Ρέιγκαν δεν υπήρξε δογματικός αναρχοκαπιταλιστής. Κατάλαβε όμως κάτι που η νέα μεταφιλελεύθερη Δεξιά ξεχνά. Η οικονομική ελευθερία δεν αποτελεί λογιστικό εργαλείο. Αποτελεί μέρος της ανθρώπινης ελευθερίας. Η αποκέντρωση της οικονομικής ισχύος περιορίζει αναγκαστικά και την πολιτική ισχύ.
Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα θα κληθεί, λοιπόν, να επιλέξει ανάμεσα στην παράδοση και τον ριζοσπαστισμό, στην ελευθερία και τον κρατικά επιβαλλόμενο κοινοτισμό, στην ατομική αξιοπρέπεια και τον κολεκτιβισμό. Ο Βανς έχει ήδη διαλέξει. Το ερώτημα είναι αν οι Ρεπουμπλικανοί θα τον ακολουθήσουν.
Πηγή: liberal.gr
