Του Κωνσταντίνου Χαροκόπου
Τα επίμονα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, η άνοδος των μακροπρόθεσμων επιτοκίων και η νέα «δίψα» για κεφάλαια από την πλευρά της τεχνητής νοημοσύνης συνθέτουν ένα νέο και πολύ πιο απαιτητικό οικονομικό περιβάλλον για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για πολλά χρόνια, η συζήτηση γύρω από το αμερικανικό δημόσιο χρέος ακολουθούσε ένα επαναλαμβανόμενο πολιτικό τελετουργικό. Κάθε φορά που το ομοσπονδιακό χρέος αυξανόταν, οι δραματικοί τίτλοι επέστρεφαν στο δημόσιο διάλογο, με αναφορές σε τρισεκατομμύρια δολάρια χρέους, σε επερχόμενη δημοσιονομική κρίση και σε κίνδυνο κατάρρευσης. Και η κατάληξη ήταν οι κλασσικοί πολιτικοί εκβιασμοί ανάμεσα στους Ρεπουμπλικάνους και Δημοκρατικούς νομοθέτες, που κάποια στιγμή οδηγούσαν σε μια συμβιβαστική λύση.
Το πραγματικό πρόβλημα των ΗΠΑ, δεν ήταν ποτέ μόνο το απόλυτο ύψος του χρέους. Τα δυο κρίσιμα ερωτήματα είναι σήμερα εντελώς διαφορετικά:
Με ποιον ρυθμό αυξάνεται το χρέος σε σχέση με την οικονομία;
Πόσο κοστίζει η χρηματοδότηση και η εξυπηρέτηση του χρέους;
Οπότε τα «μαθηματικά» που για δεκαετίες ευνοούσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες στη διαχείριση του ομοσπονδιακού χρέους τους, αρχίζουν πλέον να γίνονται λιγότερο άνετα και περισσότερο αφιλόξενα.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται μια απλή, αλλά θεμελιώδης σχέση. Η σχέση μεταξύ του επιτοκίου εξυπηρέτησης του χρέους και του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης. Όταν η οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από το επιτόκιο που πληρώνει το κράτος για το χρέος του, η δυναμική του χρέους μπορεί να παραμένει βιώσιμη ακόμη και χωρίς αποπληρωμή του σε απόλυτους όρους. Η οικονομία μεγαλώνει, τα εισοδήματα αυξάνονται, τα φορολογικά έσοδα διευρύνονται και, έτσι, το χρέος μπορεί να μειώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Το κλασικότερο παράδειγμα είναι αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αμερικανική κυβέρνηση δεν αποπλήρωσε το τεράστιο χρέος που συσσωρεύτηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου. Αυτό που συνέβη ήταν ότι η αμερικανική οικονομία αναπτύχθηκε τόσο έντονα, ώστε το χρέος μειώθηκε δραστικά ως ποσοστό του ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, η οικονομία κατάφερε να «ξεπεράσει» το χρέος.
Για μεγάλο μέρος των τελευταίων δεκαετιών, αυτός ο μηχανισμός λειτουργούσε υπέρ των ΗΠΑ. Χαμηλά επιτόκια και σχετικά ικανοποιητική ανάπτυξη επέτρεπαν στο ομοσπονδιακό χρέος να παραμένει διαχειρίσιμο, παρά τις διαρκείς προειδοποιήσεις περί επικείμενης καταστροφής.
Σήμερα, όμως, η εικόνα αλλάζει. Η διαφορά ανάμεσα στον ρυθμό ανάπτυξης και το κόστος δανεισμού έχει περιοριστεί σημαντικά, ενώ οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί. Όταν το επιτόκιο υπερβαίνει τον ρυθμό ανάπτυξης, η διατήρηση ενός υψηλού λόγου «χρέους προς ΑΕΠ» γίνεται πολύ πιο δύσκολη.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η οικονομία δεν μπορεί να έχει χρέος. Το πρόβλημα είναι ότι το χρέος μπορεί πλέον να αυξάνεται ταχύτερα από την οικονομική βάση που καλείται να το στηρίξει, την εξυπηρέτηση αυτού του χρέους.
Το στοιχείο που προβληματίζει ιδιαίτερα είναι το μέγεθος του σημερινού δημοσιονομικού ελλείμματος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες καταγράφουν έλλειμμα που κινείται πάνω από το 6% του ΑΕΠ, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία δεν βρίσκεται σε ύφεση.
Το πραγματικό ΑΕΠ αυξάνεται περίπου με τον μακροχρόνιο ρυθμό του, η ανεργία βρίσκεται κοντά στο 4%, δηλαδή σε επίπεδα που προσεγγίζουν την πλήρη απασχόληση, ενώ οι χρηματοπιστωτικές αγορές παραμένουν ισχυρές.
Αυτές δεν είναι συνθήκες που, παραδοσιακά, δικαιολογούν τόσο μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα. Στο παρελθόν, ελλείμματα αυτού του μεγέθους συνδέονταν κυρίως με μεγάλους πολέμους ή βαθιές οικονομικές κρίσεις. Σήμερα, η αμερικανική οικονομία εμφανίζει ένα παράδοξο. Παρουσιάζει ένα μεγάλο έλλειμμα σε μια περίοδο σχετικά ισχυρών μακροοικονομικών επιδόσεων.
Οι Ρεπουμπλικάνοι υποστηρίζουν ότι το έλλειμμα οφείλεται αποκλειστικά στις υπερβολικές δαπάνες. Οι Δημοκρατικοί από την πλευρά τους δηλώνουν ότι το έλλειμμα οφείλεται στις φορολογικές μειώσεις των πρόσφατων δεκαετιών. Δηλαδή, δεν υπάρχει ένα κοινό σημείο αναφοράς για την ερμηνεία της δημοσιονομικής επιδείνωσης.
Μια απλή «μαθηματική» ανάγνωση των αριθμών δείχνει ότι στις ΗΠΑ σήμερα, σε μεγάλο βαθμό, έχει αποσυνδεθεί η οικονομική ανάπτυξη από την αντίστοιχη αύξηση των δημοσίων εσόδων. Δηλαδή, η οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται, τα εταιρικά κέρδη και τα εισοδήματα να αυξάνονται, όμως το Αμερικανικό Δημόσιο δεν εισπράττει πλέον το ποσοστό των πρόσθετων εσόδων από την οικονομική ανάπτυξη που εισέπραττε κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών. Και ταυτοχρόνως οι δαπάνες αυξάνονται πολύ περισσότερο από τα μειούμενα φορολογικά έσοδα.
Και στον σχετικό διάλογο, με τα επίπεδα της φορολογίας, δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι αυτά θα πρέπει να επιστρέψουν στα αντίστοιχα της περιόδου της προεδρίας Μπιλ Κλίντον (1993-2020). Οι υποστηρικτές αυτής της πρότασης εκτιμούν πως δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η περίοδος Κλίντον ήταν η τελευταία κατά την οποία οι ΗΠΑ είχαν καταγράψει δημοσιονομικά πλεονάσματα και το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ είχε αρχίσει να μειώνεται.
Υπάρχει ένας ακόμα παράγοντας που προβληματίζει σήμερα υπέρμετρα την ιστορία του Ομοσπονδιακού Χρέους των ΗΠΑ. Και ο παράγοντας αυτός είναι η άνοδος των επιτοκίων. Δεν είναι σωστό να αποδίδεται η αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων σε μία και μοναδική αιτία. Για παράδειγμα, στο υπερβολικό ύψος του χρέους των ΗΠΑ που έχει ξεπεράσει πλέον τα $40 δισ. Αντιθέτως, ζούμε σήμερα μια κατάσταση στην οποία πολλοί παράγοντες ταυτόχρονα αυξάνουν τη ζήτηση για διαθέσιμα κεφάλαια.
Δύο από τους μεγαλύτερους «αγοραστές» κεφαλαίων είναι σήμερα η αμερικανική κυβέρνηση και ο τομέας της τεχνητής νοημοσύνης. Η επενδυτική κούρσα για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης απαιτεί τεράστια κεφάλαια: data centers, ενεργειακές υποδομές, ημιαγωγούς, δίκτυα και υπολογιστική ισχύ. Εταιρείες που μέχρι πρόσφατα χρηματοδοτούσαν μεγάλο μέρος των επενδύσεών τους από τις ισχυρές ταμειακές ροές τους, στρέφονται πλέον όλο και περισσότερο στον δανεισμό.
Την ίδια στιγμή, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση χρειάζεται να δανειστεί ακόμη μεγαλύτερα ποσά για να χρηματοδοτήσει τα επίμονα ελλείμματά της. Το αποτέλεσμα είναι μια αυξανόμενη ανταγωνιστική πίεση στην αγορά κεφαλαίων. Όσο περισσότεροι δανειολήπτες αναζητούν κεφάλαια, τόσο αυξάνονται οι αποδόσεις που ζητούν οι επενδυτές.
Οπότε διαπιστώνουμε ότι το αμερικανικό πρόβλημα, δεν είναι απλά το εντυπωσιακό «νούμερο» του συνολικού χρέους. Είναι ότι οι παράγοντες που επί δεκαετίες καθιστούσαν αυτό το χρέος εύκολα διαχειρίσιμο, δηλαδή η υψηλότερη ανάπτυξη, τα χαμηλά επιτόκια και η επαρκής αύξηση των δημοσίων εσόδων, δεν λειτουργούν πλέον με την ίδια αποτελεσματικότητα.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα. Όχι μόνο για τις ΗΠΑ. Αλλά και για όλους εμάς ακόμα κι εδώ στην Ελλάδα, που νομίζουμε ότι το χρέος είναι ένα παιχνίδι, που επιτρέπει αντιπολιτευτικές κορώνες και βερμπαλισμούς. Οι αριθμοί του χρέους δεν είναι από μόνοι τους καταδικαστικοί. Η σχέση μεταξύ ανάπτυξης, επιτοκίων, ελλειμμάτων και πλεονασμάτων είναι αυτή που καθορίζει τελικά αν ένα δημόσιο χρέος παραμένει βιώσιμο ή αρχίζει να μετατρέπεται σε πρόβλημα.
Πηγή: liberal.gr

