Skip to content
ΑΠΟΨΕΙΣ

Όταν ούτε η δεύτερη κάλπη αρκεί…

Του Γιώργου Βουλγαράκη

Η μεταπολιτευτική πολιτική κουλτούρα συνέδεσε τη σταθερή διακυβέρνηση με την αυτοδυναμία και την αναζήτησή της με επαναληπτικές εκλογές. Το 1989–1990 χρειάστηκαν τρεις αναμετρήσεις για να σχηματίσει η ΝΔ μονοκομματική κυβέρνηση με 150 έδρες και τη στήριξη του βουλευτή της ΔΗΑΝΑ. Το 2012 η δεύτερη κάλπη οδήγησε σε συνεργασία ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ, ενώ το 2023 το κλιμακωτό μπόνους εξασφάλισε αυτοδυναμία στη ΝΔ. Εδραιώθηκε έτσι η προσδοκία ότι, αν η πρώτη κάλπη δεν δώσει κυβέρνηση, θα τη δώσει η επόμενη. Όταν όμως οι συσχετισμοί παραμένουν σχεδόν ίδιοι και το μπόνους δεν αρκεί, η προσδοκία αυτή μπορεί να διαψευστεί.

Η αριθμητική του εκλογικού νόμου

Ο ν. 4654/2020 δίνει στο πρώτο κόμμα μπόνους 20 εδρών αν συγκεντρώσει τουλάχιστον το 25% των έγκυρων ψήφων. Για κάθε επιπλέον μισή ποσοστιαία μονάδα παίρνει μία ακόμη έδρα, μέχρι το μπόνους να φτάσει τις 50 έδρες, στο 40%. Το ποσοστό που χρειάζεται για αυτοδυναμία μεταβάλλεται, διότι εξαρτάται  από τη δύναμη των κομμάτων που δεν συγκεντρώνουν το όριο του 3% για να μπουν στη Βουλή.

Με το πρώτο κόμμα στο 30% – όπως καταγράφεται δημοσκοπικά, και τα κόμματα που μένουν εκτός Βουλής στο 10% έως 12%, εξασφαλίζει περίπου 120 έως 122 έδρες, μαζί με το μπόνους. Του λείπουν, δηλαδή, περίπου 30 έδρες για την αυτοδυναμία. Για να φτάσει τις 151 έδρες, θα πρέπει να αυξήσει το ποσοστό του από το 30% στο 37% περίπου, εφόσον η συνολική δύναμη των κομμάτων εκτός Βουλής παραμείνει στο ίδιο ποσοστό.

Η δεύτερη κάλπη  ενισχύει συνήθως  τα μεγάλα κόμματα, χωρίς ασφαλώς αυτό να θεωρείται κανόνας. Το 2012 η ΝΔ ανέβηκε από το 18,9% στο 29,7% και ο ΣΥΡΙΖΑ από το 16,8% στο 26,9%, εν μέσω κατάρρευσης του παλαιού κομματικού συστήματος. Το 2023 η ΝΔ είχε ήδη 40,7% στην πρώτη κάλπη και το μπόνους της δεύτερης εξασφάλισε αυτοδυναμία. Για ένα κυβερνών κόμμα  όμως, η άνοδος κατά περίπου επτά μονάδες που χρειάζεται για αυτοδυναμία είναι εφικτή, αλλά δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.

Στην αυτοδυναμία δεν μπορεί επίσης να βοηθήσει  ο εκλογικός νόμος αφού οποιαδήποτε αλλαγή του – με άμεση εφαρμογή , προϋποθέτει την ψήφιση του από  τουλάχιστον 200 βουλευτές, διαφορετικά ισχύει από τις μεθεπόμενες (άρθρο 54 παρ. 1 Σ.). Αν συνεπώς οι  δεύτερες εκλογές διεξαχθούν  με τον ίδιο νόμο, χωρίς ουσιαστική αλλαγή στους συσχετισμούς ή στη στάση των κομμάτων στις συνεργασίες, το αδιέξοδο πιθανότατα θα παραμείνει.

Τότε επαναλαμβάνονται οι διερευνητικές εντολές και, αν αποτύχουν, συγκαλούνται οι πολιτικοί αρχηγοί. Εφόσον δεν συμφωνήσουν ούτε σε εκλογική κυβέρνηση όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναθέτει τον σχηματισμό της σε πρόεδρο ανώτατου δικαστηρίου και διαλύει τη Βουλή, ακόμη και πριν συμπληρωθεί ένας χρόνος λειτουργίας της (άρθρα 37 παρ. 2–3 και 41 παρ. 4 Σ.).

Μια υπηρεσιακή κυβέρνηση όμως , διαχειρίζεται τις τρέχουσες υποθέσεις και τα επείγοντα ζητήματα, με βασικό σκοπό τη διεξαγωγή εκλογών. Η παρατεταμένη εκκρεμότητα δυσκολεύει κάθε απόφαση που απαιτεί κοινοβουλευτική στήριξη, με πρώτη την ψήφιση του προϋπολογισμού. Το Σύνταγμα προβλέπει προσωρινές λύσεις για τις κρατικές δαπάνες (άρθρο 79 Σ.) η αβεβαιότητα, όμως, παγώνει τον οικονομικό σχεδιασμό και τις μεταρρυθμίσεις.

Η Ισπανία έζησε αυτό το σενάριο. Από το 2015 έως το 2019 έγιναν τέσσερις  εκλογές. Η κυβέρνηση Ραχόι λειτούργησε ως υπηρεσιακή για δέκα μήνες, από τον Δεκέμβριο του 2015 έως τον Οκτώβριο του 2016. Όταν η Βουλή απέρριψε τον προϋπολογισμό του 2019, η χώρα οδηγήθηκε σε δύο εκλογές μέσα στην ίδια χρονιά και λειτούργησε με τον προϋπολογισμό του 2018 έως το τέλος του 2020.

Η δυνατότητα που δίνει ήδη το Σύνταγμα

Μια κυβέρνηση μπορεί να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων και τουλάχιστον 120 ψήφους (άρθρο 84 παρ. 6 Σ.). Έτσι, κόμμα με 120 έως 122 έδρες μπορεί να κυβερνήσει με την ανοχή άλλων κομμάτων, εφόσον περίπου 60 βουλευτές της αντιπολίτευσης απουσιάσουν από την ψηφοφορία. Η ψήφος «παρών» δεν αρκεί, καθώς προσμετράται στους παρόντες.

Η Ισπανία έλυσε τελικά το αδιέξοδο του 2016 με αυτόν τον τρόπο. Ο Ραχόι ορκίστηκε πρωθυπουργός τον Οκτώβριο του 2016, επειδή οι Σοσιαλιστές απείχαν στη δεύτερη ψηφοφορία.

Η ανοχή βέβαια, απαιτεί δημόσια συμφωνία για τη διάρκειά της, τις κυβερνητικές δεσμεύσεις, την ψήφιση του προϋπολογισμού και των αναγκαίων νομοθετικών πρωτοβουλιών. Οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη.

Στην Πορτογαλία, ο Αντόνιο Κόστα σχημάτισε το 2015 κυβέρνηση μειοψηφίας με δημόσιες συμφωνίες στήριξης από τρία κόμματα της Αριστεράς και εξάντλησε την τετραετία.

Παρά τις συνταγματικές διαφορές, η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει τη λογική των σαφών και ελέγξιμων δεσμεύσεων, εφόσον καταστεί αναγκαίο.

Η χώρα έχει γνωρίσει κυβερνήσεις συνεργασίας και στήριξη με θετικές ψήφους πέραν της κυβερνητικής πλειοψηφίας, όπως το 2019. Η ανοχή μέσω συμφωνημένης απουσίας από την ψηφοφορία δεν έχει δοκιμαστεί.

Η δυσκολία είναι κυρίως πολιτική: όταν προεκλογικά αποκλείεται κάθε συνεννόηση, μια μετεκλογική συμφωνία εύκολα χαρακτηρίζεται «προδοσία». Γι’ αυτό χρειάζεται δημόσια αιτιολόγηση, σαφείς όρους και χρονικό ορίζοντα.

Αν λοιπόν ούτε η δεύτερη κάλπη δώσει κυβέρνηση, οι επιλογές είναι τρεις: συνεργασία με συμφωνημένο πρόγραμμα, κυβέρνηση μειοψηφίας με όρους ανοχής ή τρίτη εκλογική αναμέτρηση. Η συνεργασία απαιτεί συμβιβασμούς, η ανοχή δεσμεύσεις και οι νέες εκλογές βάσιμη προσδοκία ότι θα αλλάξουν οι συσχετισμοί.

Η κάλπη κατανέμει έδρες. Τα κόμματα αναλαμβάνουν την ευθύνη να σχηματίσουν και να στηρίξουν κυβέρνηση. Αν ούτε η δεύτερη κάλπη αρκεί, οφείλουν να εξηγήσουν ποια λύση υποστηρίζουν και γιατί αξίζει το κόστος της.

Πηγή: liberal.gr