Του Αλέξανδρου Σκούρα
Για την πολιτική του διαδρομή, τις μεταρρυθμίσεις που πέτυχε, τις μάχες που κέρδισε και εκείνες που έχασε, θα γράψουν άλλοι. Άνθρωποι που βρέθηκαν δίπλα του όταν ασκούσε εξουσία, όταν ίδρυε κόμματα, όταν επέμενε σε ιδέες που συχνά χρειάζονταν πολλά χρόνια για να γίνουν αυτονόητες.
Η δική μου γνωριμία με τον Πρόεδρο ήρθε αργότερα.
Τον γνώρισα το 2010, όταν ήμουν μεταπτυχιακός φοιτητής και έκανα έρευνα για τις προεκλογικές εκστρατείες. Από εκείνη την πρώτη μας συζήτηση θυμάμαι μία παρατήρησή του που με είχε εντυπωσιάσει. Μου έλεγε ότι όταν ζητούσε προσωπικά από κάποιον πολίτη τη στήριξή του και εκείνος του απαντούσε θετικά, μετά πράγματι τον ψήφιζε. Το έλεγε με τη σχεδόν παιδική περιέργεια ενός ανθρώπου που ακόμη προσπαθούσε να καταλάβει πώς λειτουργούν οι άνθρωποι.
Τα επόμενα χρόνια είχα την τύχη να μιλήσω και να συνεργαστώ μαζί του πολλές φορές. Στο τηλέφωνο, στο σπίτι του, σε εκδηλώσεις. Και αν έπρεπε να κρατήσω ένα μόνο πράγμα από αυτές τις συζητήσεις, δεν θα ήταν κάποια συγκεκριμένη πολιτική θέση του.
Θα ήταν η απαίτησή του να γίνεσαι καλύτερος.
Μπροστά στον Στέφανο Μάνο έπρεπε να είσαι διαβασμένος. Έπρεπε να ξέρεις τα στοιχεία σου. Κυρίως, όμως, έπρεπε να γνωρίζεις πού τελείωνε αυτό που ήξερες και πού άρχιζε αυτό που απλώς υπέθετες.
Δεν είχε μεγάλη υπομονή με τη φλυαρία, τα συνθήματα και τις βαρύγδουπες διατυπώσεις που κρύβουν την απουσία επιχειρήματος. Αν διαισθανόταν ότι μέσα σε όσα του έλεγες υπήρχε έστω και μια μικρή δόση από τη γνωστή «δημιουργική ασάφεια», άρχιζαν οι ερωτήσεις. Τι ακριβώς εννοείς; Από πού προκύπτει; Πόσο κοστίζει; Ποιος θα το πληρώσει; Είσαι βέβαιος;
Και συνέχιζε μέχρι να μείνει γυμνή η ιδέα σου. Αν ήταν καλή, άντεχε. Αν ήταν κακή, κατέρρεε. Αν δεν ήξερες, το σωστό ήταν να πεις απλώς «δεν ξέρω».
Αυτή η στάση δεν ήταν παραξενιά. Ούτε διανοητική αλαζονεία. Ήταν ακριβώς το αντίθετο. Ήταν προϊόν μιας σπάνιας πνευματικής ταπεινότητας. Ο Μάνος γνώριζε αρκετά ώστε να ξέρει πόσο εύκολο είναι να κάνουμε λάθος. Γι’ αυτό απαιτούσε από τον εαυτό του και από τους άλλους καθαρή σκέψη, στοιχεία και κοινή λογική.
Το ίδιο χαρακτηριστικό αναγνώρισα αργότερα σε πολλούς ανθρώπους που είχαν δουλέψει μαζί του και τον γνώριζαν πολύ καλύτερα από εμένα. Σχεδόν όλοι είχαν κάτι κοινό. Δεν ήθελαν να τον απογοητεύσουν.
Όχι επειδή τον φοβούνταν. Ο Στέφανος Μάνος ήταν καλλιεργημένος και ευγενικός άνθρωπος. Τον φοβόντουσαν με εκείνον τον παράξενο τρόπο που φοβόμαστε την κρίση κάποιου του οποίου την κρίση εκτιμούμε. Ήθελες, όταν του παρουσίαζες κάτι, να έχεις κάνει καλά τη δουλειά σου. Γιατί ήξερες ότι θα καταλάβει αμέσως αν δεν την είχες κάνει.
Αυτό το διαπεραστικό βλέμμα, μαζί με το κοφτερό μυαλό, την τεράστια εμπειρία και τη σχεδόν εμμονική προσήλωση στον ορθό λόγο, του έδιναν πράγματι τα χαρακτηριστικά μιας πατρικής φιγούρας για τον ελληνικό φιλελεύθερο χώρο.
Όχι ενός πατέρα που σου έλεγε τι να πιστεύεις. Ενός πατέρα που απαιτούσε να μπορείς να εξηγήσεις γιατί το πιστεύεις.
Από τότε που αποσύρθηκε από την ενεργή πολιτική οι αντίπαλοι των φιλελευθέρων ιδεών χρησιμοποιούσαν περίπου ειρωνικά την έκφραση «τα ορφανά του Μάνου». Ήθελαν να περιγράψουν μια μικρή πολιτική φυλή που επέμενε να μιλά για αξιολόγηση, ιδιωτικοποιήσεις, κράτος δικαίου, ανταγωνισμό, ανοιχτές αγορές, σοβαρό κράτος και κοινή λογική σε μια χώρα που συχνά προτιμούσε τις εύκολες υποσχέσεις.
Από προχθες, η ειρωνεία έχασε το νόημά της.
Ναι, είμαστε τα πολιτικά ορφανά του Μάνου.
Και αν ο χαρακτηρισμός αυτός σημαίνει ότι οφείλουμε να συνεχίσουμε να ενοχλούμε την εξουσία με αριθμούς, να αντιμετωπίζουμε τις καλές προθέσεις με δύσκολες ερωτήσεις, να απαιτούμε από το κράτος να σέβεται τα χρήματα και την ελευθερία των πολιτών και, πάνω απ’ όλα, να μην κοροϊδεύουμε ποτέ τον εαυτό μας, τότε είναι ένας χαρακτηρισμός που αξίζει να κουβαλάμε με υπερηφάνεια.
Πηγή: liberal.gr

